Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

ΤΙΜΟΘΕΟΣ

30 Νοεμβρίου 2024

Συρία: Δραματικές μάχες και αναβάθμιση του λεγόμενου «Παγκοσμίου Πολέμου χαμηλής έντασης»

Οι μάχες στη Συρία είναι μία δραματική εξέλιξη, πρόκειται για μία δυσοίωνη αναβάθμιση του λεγόμενου Παγκοσμίου Πολέμου χαμηλής έντασης. Είναι το δεύτερο μέτωπο, που η Δύση επιδιώκει να δημιουργήσει κατά Ρωσίας – Κίνας μετά την ήττα στον πόλεμο αντιπροσώπων στην Ουκρανία. Πρόκεται για μία τιτάνια σύγκρουση ανάμεσα στον μονοπολικό κόσμο που απέρχεται και τον πολυπολικό που αναδύεται. Ωστόσο η περιπλοκότητα της Μέσης Ανατολής προμηνύει ένα ζοφερό μέλλον για τον πλανήτη.

Η επίθεση εναντίον της πόλης Χαλέπι που ξεκίνησε από Ισλαμιστές τρομοκράτες της Hayat Tahir Al-Sham, που στηρίζεται από Τουρκία, ΗΠΑ, Ισραήλ έχει δύο συγκεκριμένους στόχους: Να κόψει τη διαδρομή ανεφοδιασμού από το Ιράν προς τον Λίβανο για τη Hezbollah και να ανατρέψει την κυβέρνηση Assad, αναγκάζοντας τη Ρωσία να εκτρέψει πόρους από την Ουκρανία για να σώσει τη θέση της στη Συρία.

Αυτό εξηγεί σε ανάλυσή του ο πρώην αξιωματικός και αναλυτής της CIA, Scot Ritter, αποκαλύπτοντας πως η Ουκρανία έχει παράσχει συμβούλους στους μαχητές κατά του Assad για τον πόλεμο με drones. Σύμφωνα με τον Ritter το Ισραήλ παρεμβαίνει τεχνολογικά στις μάχες διακόπτοντας τις επικοινωνίες μεταξύ της διοίκησης και του συριακού στρατού σε μια κρίσιμη στιγμή των συγκρούσεων.

Στενός συντονισμός ΗΠΑ – Ισραήλ για την επίθεση

Ο πρώην αναλυτής της CIA επισημαίνει ότι οι ιρακινές πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν δεν είναι έτοιμες να περιορίσουν αυτή την επίθεση. «Είναι πολύ πιθανό το Χαλέπι να πέσει στα χέρια των φιλοτουρκικών ισλαμιστικών δυνάμεων. Πιθανότατα θα υπάρξει μια συντονισμένη προσπάθεια, με επικεφαλής τη Ρωσία και το Ιράν, για να σωθεί η κατάσταση στη Συρία. Αυτό θα πάρει χρόνο. Η εν λόγω επίθεση μπορεί να απειλήσει την κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο», επισημαίνει ο Ritter.

Ο μεγαλύτερος χαμένος σε όλα αυτά είναι η Τουρκία και ο πρόεδρός της, Recep Tayyip Erdogan. «Αυτή η επίθεση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς στενή συνεργασία και συντονισμό με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Τα επικριτικά λόγια του Erdogan κατά του Ισραήλ έχουν εκτεθεί ως κενή ρητορική», παρατηρεί ο Erdogan.

Δραματικές εξελίξεις το 2025

«Ο Erdogan πρόδωσε για άλλη μια φορά τη Ρωσία. Και η υποστήριξή του προς την Παλαιστίνη έχει αποκαλυφθεί ως απάτη από κάθε άποψη. Η Ρωσία και το Ιράν θα σταθεροποιήσουν τη Συρία. Αυτό θα πάρει μήνες. Η Συρία και οι σύμμαχοί της θα καταστρέψουν το προπύργιο των ισλαμιστών στην Idlib. Η γραμμή ανεφοδιασμού Ιράν- Hezbollah θα αποκατασταθεί. Το Ισραήλ θα ηττηθεί. Και οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από τη Συρία, πιθανότατα στα μέσα του 2025», προβλέπει ο Ritter.

Η Ρωσία έτοιμη να απαντήσει πρώτα στην Τουρκία με σκληρά μέτρα

Ο εκπρόσωπος του Ρώσου προέδρου Vladimir Putin, Dmitry Peskov δήλωσε ότι η Ρωσία θεωρεί την κατάσταση στο Χαλέπι παραβίαση της συριακής κυριαρχίας και είναι σίγουρη για την αποκατάστασή της. Η συμφωνία της Astana μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας του 2020 για την οριοθέτηση των ζωνών επιρροής στη Συρία και την καθιέρωση εκεχειρίας έχει παραβιαστεί. Ωστόσο, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Τουρκία έχουν βρει πού θα ανοίξουν το δεύτερο μέτωπο ενάντια στη Ρωσία, όταν η Hezbollah και το Ιράν αποδυναμωθούν. Το μέτωπο αυτό είναι στη Συρία.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσουμε το Χαλέπι, ας δούμε τι θα κάνουν μαζί η Ρωσία, η Συρία και το Ιράν, δεδομένου ότι ο Bassar al Assad βρίσκεται τώρα στη Μόσχα», δήλωσε ο Peskov. Πιθανότατα θα υπάρξουν ρωσικά χτυπήματα στην Idlib με πολύ πιο προηγμένα όπλα εκτιμούν αναλυτές. Παράλληλα εκτιμάται ότι θα αυξηθεί η ρωσική πίεση προς την Τουρκία σε πρώτη φάση, ενώ νωρίτερα το Κρεμλίνο κάλεσε τις συριακές αρχές να «αποκαταστήσουν την τάξη το ταχύτερο» στην επαρχία του Χαλεπιού..

Η Τουρκία έχει σημαντικά οικονομικά οφέλη από τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η Ρωσία είναι πιθανόν να αποσύρει την πρόσκληση στην Τουρκία για ένταξη στους BRICS, ενδεχόμενο που θα στερήσει από την Άγκυρα μεγάλες επενδύσεις. Επιπλέον επί τάπητος βρίσκονται το κουρδικό ζήτημα, το θέμα του ρωσικού τουρισμού και της εισαγωγής τουρκικών αγροτικών προϊόντων. Πρόκειται για ρωσικά αντίμετρα που θα προκαλέσουν μεγάλη ζημιά στην Τουρκία.

Al Mayadeen: Τρομοκράτες κατέλαβαν το 40% των δυτικών συνοικιών της πόλης Χαλέπι

Οι τρομοκρατικές ομάδες υπό την ηγεσία της Hayat Tahrir al-Sham (HTS) έχουν καταλάβει “το μεγαλύτερο μέρος” και φέρεται να μπόρεσαν να ελέγξουν πάνω από το 40% των δυτικών συνοικιών της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Συρίας Aleppo (Χαλέπι), ανέφερε το τηλεοπτικό κανάλι Al Mayadeen, και νωρίς το πρωί του Σαββάτου 30/11 επιβεβαίωσε και το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. «Ένοπλες ομάδες ελέγχουν πάνω από το 40% των δυτικών συνοικιών της πόλης Χαλέπι στη βόρεια Συρία», αναφέρει το κανάλι Telegram Al Mayadeen.

H εφημερίδα Al-Watan δημοσίευσε ένα βίντεο στο κανάλι της στο Telegram με έναν Σύριο στρατιωτικό ο οποίος δήλωσε ότι ο συριακός στρατός συνεχίζει να παραμένει στο δυτικό τμήμα του Χαλεπίου και χωριστές ομάδες τρομοκρατών έχουν διεισδύσει σε ορισμένες γειτονιές. Νωρίτερα, στα κοινωνικά δίκτυα εμφανίστηκαν μηνύματα για υποχώρηση του συριακού στρατού από ορισμένες περιοχές του Χαλεπίου και είσοδο τρομοκρατών στην πόλη Επίσης την Παρασκευή 29/11 αργά, τζιχαντιστές και αντάρτες κυρίευσαν την πόλη στρατηγικής σημασίας Sarakeb, νότια του Χαλεπίου, όπου τέμνονται δυο αυτοκινητόδρομοι που συνδέουν τη Δαμασκό αντίστοιχα με το Χαλέπι και με τη Λαττάκεια, πάντα κατά τις πληροφορίες του Συριακού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Αποσύρεται από το Χαλέπι ο συριακός στρατός για να προετοιμάσει αντεπίθεση

Ο συριακός στρατός ανακοίνωσε το μεσημέρι του Σαββάτου 30/11 μια «προσωρινή απόσυρση στρατευμάτων» στο Χαλέπι, ώστε να προετοιμάσει μία αντεπίθεση εναντίον εκείνων που χαρακτηρίζει τρομοκράτες. Ο στρατός ανέφερε πως η απόσυρση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας προσπάθειας ανασύνταξης ενόψει της άφιξης της ενισχύσεων προκειμένου να πραγματοποιηθεί η αντεπίθεση. Πρόσθεσε επίσης ότι δεκάδες στρατιώτες έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί σε σφοδρές μάχες με τους αντάρτες στο Χαλέπι και την Ιντλίμπ τις τελευταίες ημέρες.

Το αεροδρόμιο και στρατηγικά σημεία κατέλαβαν οι Κούρδοι στο Χαλέπι

Οι Κούρδοι των SDF κατέλαβαν το αεροδρόμιο του Χαλεπίου για να μην πέσει στα χέρια των ισλαμιστών ανταρτών και ελέγχουν στρατηγικά σημεία γύρω από την πόλη κάτι το οποίο το έκαναν όπως λένε μέχρι να ανασυνταχτεί ο συριακός Στρατός.

Όπως αναφέρουν, θα διατηρήσουν τον έλεγχο μέχρι οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις να είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν σοβαρή αντεπίθεση για την ανακατάληψη της πόλης.

Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι Κούρδοι είναι συμμαχεί με τους Αμερικανούς και τους Ισραηλινούς.

Δεν θα έκαναν τίποτα χωρίς να τους έχει δοθεί εντολή και έγκριση από τις συγκεκριμένες χώρες.

Υπολογίζεται ότι οι περισσότεροι από 4.000 άνδρες των SDF που ήρθαν από την Ράκα, έχουν αναπτυχθεί στο ανατολικό Χαλέπι.

Πώς ο Ερντογάν εκτόξευσε την «έξυπνη» στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας – H αμυντική βιομηχανία και η εμπλοκή σε Συρία και Μέση Ανατολή

Για μεγάλο διάστημα, η στρατιωτική βιομηχανία της Τουρκίας ήταν εξαρτημένη σε μεγάλο βαθμό από τη δυτική χρηματοδότηση, τους θεσμούς και την τεχνολογία, οι αποσπασματικές εκδηλώσεις και οι συνέπειες των οποίων εξακολουθούν ως ένα βαθμό να υφίστανται σήμερα. Ωστόσο, κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Tayyip Erdogan, το τουρκικό στρατιωτικό-βιομηχανικό συγκρότημα έχει περάσει από δύο βασικά στάδια ανάπτυξης: Εξάλειψη της εξωτερικής εξάρτησης και ανάπτυξη του εσωτερικού δυναμικού της χώρας και εισαγωγή ενός στοιχείου υψηλής τεχνολογίας του στρατιωτικού-βιομηχανικού συγκροτήματος και τέλος επέκταση στη διεθνή αγορά, γράφει η Nubara Kulieva, σε μελέτη του Valdai – New Generation.

Η στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) συνοδεύτηκε από την αποδυνάμωση του ρόλου των Ενόπλων Δυνάμεων και των στρατιωτικών θεσμών στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα. Την ίδια ώρα, η προσέγγιση της χρήσης στρατιωτικής δύναμης στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έχει καταστεί πιο περίπλοκη και ταυτόχρονα η σημασία της και οι πιθανές επιλογές της έχουν αυξηθεί.

Από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο στρατός ήταν ένα αποτελεσματικό εργαλείο όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική. Προσδιόριζε την ικανότητα μιας συγκεκριμένης πολιτικής δύναμης, των κεμαλιστών, να εδραιώσει την εξουσία στη χώρα και ήταν ένα από τα κύρια εμπόδια για να αποκτήσουν πολιτική επιρροή φιλοϊσλαμικά κόμματα και κινήματα.

Επιπλέον, ο στρατός ήταν εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας στη χώρα και παρενέβη άμεσα στις πολιτικές διαδικασίες περισσότερες από μία φορές (το 1960, το 1971 και το 1980). Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΑΚΡ στην Τουρκία, η λειτουργία του στρατού ως πολιτικού θεσμού άλλαξε αναβαθμίζοντας τη γεωπολιτική ισχύ της χώρας και απομειώνοντας την επιρροή του ΝΑΤΟ. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο στρατός ήταν κατά κύριο λόγο ένα μέσο σταθεροποίησης και ρύθμισης της εσωτερικής πολιτικής.

Η εξωτερική πολιτική διάσταση των δραστηριοτήτων της περιοριζόταν στη συμμετοχή σε πολυμερείς μορφές (στρατιωτικοί συνασπισμοί, ειρηνευτικές αποστολές του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ). Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο στρατός έπαιξε πρωτίστως τον ρόλο του οργάνου για τη διαμόρφωση ενός αυτόνομου μοντέλου εξωτερικής πολιτικής σύμφωνα με τα εθνικά και όχι τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ – γεγονός που αποτελεί τη σημαντικότερη στροφή ρης επιτυχημένης πολιτικής Erdogan. Η φύση των δραστηριοτήτων της έχει αλλάξει, με τη μετάβαση από τη διαχείριση κινδύνων και τα προληπτικά μέτρα εντός της Τουρκίας σε μια στρατηγική χρήσης του στρατού με προληπτικό τρόπο εκτός των συνόρων της χώρας.

Μέσον άσκησης εξωτερικής πολιτικής

Ωστόσο, η διαδικασία διάλυσης των θεσμών στρατιωτικής επιρροής εντός του πολιτικού συστήματος δεν έχει αποδυναμώσει τον τουρκικό στρατό ως προς την μαχητική του αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, συνοδεύτηκε από ενίσχυση του στρατού ως αποτελεσματικού μέσου εξωτερικής πολιτικής, δεδομένου του ήδη υψηλού δυναμικού των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων ως των δεύτερων πιο ισχυρών μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ. Οι αμυντικές δαπάνες της Τουρκίας από το 2024 κατέγραψαν το ρεκόρ του 1 τρισεκατομμυρίων 133 δισεκατομμυρίων τουρκικών λιρών, που κατά τη στιγμή της έγκρισης του προϋπολογισμού ήταν ίσο με περισσότερα από 40 δισεκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για περίπου 8,8% του διαθέσιμου εισοδήματος της χώρας και υποδηλώνει αύξηση άνω του 150% σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό του 2023.

Η διαδικασία μείωσης της σημασίας της εξωτερικής συνιστώσας στη διαμόρφωση του στρατιωτικού δυναμικού της χώρας ξεκίνησε μετά την «Ειρηνευτική Επιχείρηση στην Κύπρο» το 1974, η οποία οδήγησε σε embargο όπλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, κατά την περίοδο του ΑΚΡ, το τουρκικό στρατιωτικό-βιομηχανικό συγκρότημα έχει περάσει από δύο βασικά στάδια ανάπτυξης: 1) εξάλειψη της εξωτερικής εξάρτησης και ανάπτυξη του εσωτερικού δυναμικού της χώρας και 2) εισαγωγή ενός στοιχείου υψηλής τεχνολογίας του στρατιωτικού-βιομηχανικού συγκροτήματος και είσοδος στη διεθνή αγορά.

Από το 2023, το μερίδιο της δημόσιας δαπάνης στο τουρκικό στρατιωτικό-βιομηχανικό συγκρότημα ήταν 80%, και μέχρι το 2028 ο δείκτης αυτός αναμένεται να αυξηθεί στο 85%, ενώ από το 2002 ήταν μόνο 25%. Ούτως ή άλλως, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για πλήρη αυτονομία του τουρκικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συγκροτήματος, αφού οι επιτυχίες επηρεάζουν μόνο ορισμένες στρατηγικά σημαντικές βιομηχανίες. Σε άλλες περιπτώσεις, η εξάρτηση από τη συνεργασία με τις χώρες του ΝΑΤΟ και η εστίαση στις εισαγωγές παραμένει.

Αμυντική βιομηχανία

Σύμφωνα με το SIPRI, η Τουρκία κατέλαβε την 11η θέση μεταξύ των 25 μεγαλύτερων προμηθευτών στον κόσμο βαρέων συμβατικών όπλων το 2019-2023. Οι εξαγωγές στον τομέα άμυνας και αεροδιαστημικής της Τουρκίας έφτασαν το ρεκόρ των 5,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2023, αυξημένες κατά 27% από το 2022. Ο κύριος προορισμός για τις τουρκικές εξαγωγές όπλων είναι η περιοχή ΜΕΝΑ, μαζί με ένα αυξανόμενο μερίδιο αφρικανικών χωρών, και οι τρεις πρώτοι αποδέκτες είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα , Κατάρ και Πακιστάν. Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει επικεντρωθεί στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων εναέριων συστημάτων, ειδικά στο τμήμα των μεσαίων και τακτικών μαχητών drones.

Τα τουρκικά UAV, κυρίως τα ANKA και Bayraktar TB-2, έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους στη Συρία και τη Λιβύη, γεγονός που έχει προσελκύσει την προσοχή ενός ευρέος φάσματος χωρών στις προμήθειες τους. Τοπικοί παράγοντες όπως το Κατάρ, η Τυνησία, το Μαρόκο και η Σαουδική Αραβία διαθέτουν ήδη αρκετές δεκάδες τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Η εμπλοκή στη Λιβύη

Ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι στόχοι που διακηρύσσονται στο πλαίσιο της ανάπτυξης του στρατιωτικού-βιομηχανικού συγκροτήματος συχνά αντιμετωπίζουν μια ασυμφωνία μεταξύ της οικονομικής και τεχνολογικής βάσης της χώρας για την επίτευξή τους. Η στρατιωτική δύναμη υπήρξε το κύριο μέσο εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. έχει χρησιμοποιηθεί στη Λιβύη μετά το 2019. Στα αρχικά στάδια της σύγκρουσης, αυτό εκφράστηκε ως υποστήριξη των δυνάμεων του διεθνούς συνασπισμού, καθώς και στοχευμένη στρατιωτικο-τεχνική συνεργασία.

Σήμερα, αυτό φαίνεται να είναι μια ανεξάρτητη πολιτική της Τουρκίας είναι να παρέχει στρατιωτική βοήθεια και να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις στο έδαφος της Λιβύης. Με την τουρκική στρατιωτική βοήθεια, η επίθεση του Khalifa Haftar στην Τρίπολη σταμάτησε το 2019 και η Τουρκία επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα του μοντέλου στρατιωτικής εμπλοκής σε περιφερειακές συγκρούσεις που αναπτύχθηκε από την αρχή της «Αραβικής Άνοιξης», συμπεριλαμβανομένης της χρήσης διαφόρων ειδών στρατιωτικών οργάνων ( επίσημα/άτυπα, παραδοσιακά/μη παραδοσιακά, κ.λπ.).

Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού που το απομακρύνουν από την κλασική χρήση της «σκληρής δύναμης» μετά την «Αραβική Άνοιξη» (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Συρίας) είναι, πρώτον, το νομικό καθεστώς της στρατιωτικής δραστηριότητας. Η πιο ενεργή και σημαντική φάση της τουρκικής στρατιωτικής εμπλοκής στη Λιβύη εφαρμόστηκε μετά την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης για την Ασφάλεια και τη Στρατιωτική Συνεργασία μεταξύ Λιβύης και Τουρκίας το 2019. Το τουρκικό στρατιωτικό σώμα (αρχικά περίπου 1.000 Τούρκοι στρατιωτικοί και ειδικοί) ήταν στάλθηκε στη Λιβύη ως απάντηση σε επίσημο αίτημα της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Η σύναψη περαιτέρω συμφωνιών συνέβαλε στην έκτακτη επέκταση της τουρκικής παρουσίας στη Λιβύη (παρουσία τουρκικών στρατευμάτων μόνο εντός της δικαιοδοσίας του τουρκικού δικαίου, δυνατότητα ελεύθερης εισόδου στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο της Λιβύης, οπλοφορία και επιθεώρηση πολιτών και οχημάτων εκτός της περιοχής ανάπτυξης κ.λπ.).
Δεύτερον, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της στρατιωτικής δραστηριότητας της Τουρκίας στη Λιβύη είναι η υβριδική φύση της χρήσης στρατιωτικής δύναμης.

Παρά την παρουσία στοιχείων παραδοσιακών στρατιωτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό (όπως η ανάπτυξη στρατιωτικού σώματος και στρατιωτικές προμήθειες), η κύρια έμφαση στη Λιβύη δόθηκε στην παροχή τεχνογνωσίας και εκπαίδευσης, υλικοτεχνικής υποστήριξης, καθώς και στη χρήση αμυντικού υλικού υψηλής τεχνολογίας (κυρίως UAV) και εμπλοκή ξένων μισθοφόρων. Ο συνδυασμός της άμεσης και της έμμεσης χρήσης στρατιωτικής δύναμης μέσω της επίδειξης και της πώλησης αμυντικού υλικού έδωσε στην Τουρκία την ευκαιρία να ανταλλάξει αποτελεσματικά το στρατιωτικό της δυναμικό με προνόμια στη χρήση των πόρων στη Μεσόγειο. Έτσι, η εμπλοκή της τουρκικής στρατιωτικής δύναμης στη Λιβύη μπορεί να θεωρηθεί ως σημαντικό στοιχείο στη χρήση της «έξυπνης ισχύος».

Η εμπειρία της Λιβύης ενίσχυσε την επιτυχία των τελευταίων τουρκικών στρατιωτικών εξελίξεων, δεδομένου ότι η Λιβύη χρησιμοποίησε όπλα τουρκικής κατασκευής (συμπεριλαμβανομένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar TB2, τεθωρακισμένων οχημάτων Kirpi, κ.λπ.). Αυτό έχει αυξήσει σημαντικά το κύρος του τουρκικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συγκροτήματος στη διεθνή σκηνή. Επιπλέον, η Τουρκία απέκτησε de facto ένα άλλο φυσικό έρεισμα στην περιοχή με τη μορφή της αεροπορικής βάσης Al-Watiya, του τριμερούς στρατιωτικού συντονιστικού κέντρου στο λιμάνι της Misrata και της ναυτικής βάσης στη Homs.

Η θέση της Τουρκίας «στο πεδίο» στη Λιβύη παρέχει στην Άγκυρα ένα δίαυλο για την επέκταση της de facto εμπλοκής της στην περιοχή, για παράδειγμα, η αεροπορία θα μπορούσε ενδεχομένως να διεξάγει επιχειρήσεις σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Αλγερία, το Σουδάν και το Τσαντ.

Ετικέτες: