Ταμείο Ανάκαμψης ή ταμείο αδιαφάνειας στη ΔΥΠΑ;

Σοβαρές καταγγελίες για το κτίριο που προορίζεται να στεγάσει την κεντρική υπηρεσία της ΔΥΠΑ στη λεωφόρο Αθηνών 118 φέρνουν την υπόθεση πλέον ενώπιον ευρωπαϊκών ελεγκτικών αρχών. Οι εργαζόμενοι ζητούν την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF, καθώς το έργο χρηματοδοτείται με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Η καταγγελία του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΕ τ. ΟΕΚ-ΟΕΕ αφορά την επιλογή αγοράς και μετασκευής κτιρίου στη λεωφόρο Αθηνών, όπου σχεδιάζεται να μεταφερθούν τα κεντρικά της πρώην ΟΑΕΔ από τον Άλιμο, περιοχή στην οποία στεγάζονται επί δεκαετίες. Οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι η υπόθεση εγείρει σοβαρά ζητήματα πολεοδομικής νομιμότητας, διοικητικού ελέγχου, χρήσης κοινοτικών πόρων, προκαταβολικών πληρωμών και θεσμικής ευθύνης.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο μια υπηρεσιακή μεταστέγαση. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η κυβέρνηση ευρωπαϊκούς πόρους, τη διαφάνεια σε έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να διασφαλίζουν ότι κάθε οικοδομική εργασία εκτελείται με νόμιμες άδειες, πλήρεις εγκρίσεις και σαφή συμμόρφωση με τους όρους της διακήρυξης.

Σύμφωνα με τον ΠΑΝΣΥΠΟ, ενώ το έργο είχε ενταχθεί σε χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, έχουν ήδη καταβληθεί στην εταιρία TOMWAZ PROPERTY 2 A.E. προκαταβολές συνολικού ύψους 18.038.500 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 50% του συνολικού τιμήματος, το οποίο ανέρχεται σε 36.077.000 ευρώ.

Προκαταβολές εκατομμυρίων και ερωτήματα για τις άδειες

Η πρώτη προκαταβολή ανήλθε σε 3.103.186,80 ευρώ, ενώ ακολούθησε μεταγενέστερη πληρωμή υπολοίπου προκαταβολής ύψους 14.935.313,20 ευρώ. Οι εργαζόμενοι θέτουν το κρίσιμο ερώτημα αν πριν από τις πληρωμές, τις δεσμεύσεις πιστώσεων και την εξέλιξη του έργου ελέγχθηκε επαρκώς η αδειοδοτική κάλυψη των εργασιών που φέρεται να εκτελούνταν στο ακίνητο.

Η διακήρυξη του διαγωνισμού, όπως αναφέρει ο σύλλογος, περιλαμβάνει σαφείς προϋποθέσεις. Σε περίπτωση μετασκευής ή ανακαίνισης υφιστάμενου κτιρίου, ο πωλητής οφείλει να εκπονήσει πλήρη μελέτη εφαρμογής, αρχιτεκτονική, στατική και ηλεκτρομηχανολογική, να την υποβάλει προς έγκριση στη ΔΥΠΑ, να προχωρήσει σε νόμιμη αδειοδότηση των εργασιών από την αρμόδια υπηρεσία δόμησης και στη συνέχεια να υλοποιήσει τις εγκεκριμένες εργασίες.

Κατά την καταγγελία των εργαζομένων, στην περίπτωση του κτιρίου της λεωφόρου Αθηνών 118 η ακολουθία αυτή φέρεται να ανατράπηκε. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ υποστηρίζει ότι το εργοτάξιο λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη άδεια ήδη από τον Δεκέμβριο του 2025. Μετά από καταγγελία που υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2026, η ΕΛ.ΑΣ. μετέβη στο ακίνητο στις 4 Ιουνίου 2026, όπου ο υπεύθυνος εργασιών φέρεται να επέδειξε έγκριση εργασιών με ημερομηνία 25 Μαΐου 2026.

Η ημερομηνία αυτή είναι το κεντρικό στοιχείο της καταγγελίας. Η Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας εκδόθηκε στις 25 Μαΐου 2026, ενώ, κατά τους εργαζόμενους, οι εργασίες ανακατασκευής είχαν αρχίσει μήνες νωρίτερα. Αν η καταγγελία επιβεβαιωθεί, τότε τίθεται ζήτημα εκτέλεσης εργασιών πριν από την απαιτούμενη διοικητική κάλυψη, σε έργο που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους.

Ο σύλλογος ζητά απαντήσεις για το ποιο ακριβώς όργανο, ποια υπηρεσία, ποια επιτροπή ή ποιος τεχνικός φορέας έλεγξε εγκαίρως και εγγράφως ότι οι εργασίες στο ακίνητο καλύπτονταν από νόμιμη άδεια δόμησης, αναθεώρηση ή άλλη επαρκή διοικητική πράξη. Το ερώτημα στρέφεται αντικειμενικά προς τη διοίκηση της ΔΥΠΑ, αλλά και προς την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, καθώς η ΔΥΠΑ αποτελεί εποπτευόμενο φορέα.

Οι εργαζόμενοι υπενθυμίζουν ότι είχαν διατυπωθεί και στο παρελθόν σοβαρές ενστάσεις για τη μεταστέγαση. Υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να είχε εξεταστεί λύση ανακαίνισης των υφιστάμενων εγκαταστάσεων με πολύ χαμηλότερο κόστος, χωρίς να αναστατωθούν εκατοντάδες υπάλληλοι που έχουν οργανώσει την καθημερινότητά τους με βάση τη μακροχρόνια λειτουργία της υπηρεσίας στον Άλιμο.

Η υπόθεση στις Βρυξέλλες και το Ταμείο Ανάκαμψης

Η νέα διάσταση της υπόθεσης είναι ότι η καταγγελία δεν περιορίζεται πλέον στο εσωτερικό διοικητικό πεδίο. Εστάλη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στην OLAF, με επίκληση της χρήσης πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, κοινοποιήθηκε σε Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ΕΥΣΤΑ, υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, υπουργείο Εργασίας, Δήμο Αθηναίων, ΥΔΟΜ Δήμου Αθηναίων, Ελεγκτικό Συνέδριο, ΔΥΠΑ και ΤΕΕ.

Το έργο χρηματοδοτείται από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, βάσει του Κανονισμού (Ε.Ε.) 2021/241, και υπάγεται στο εθνικό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι κανόνες αυτοί επιβάλλουν οι δαπάνες να είναι πραγματικές, νόμιμες και σύμφωνες με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να χαρακτηριστούν μη επιλέξιμες και να οδηγήσουν σε δημοσιονομικές διορθώσεις.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ υποστηρίζει ότι η καταβολή 18.038.500 ευρώ για ακίνητο στο οποίο φέρονται να εκτελούνταν εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες χωρίς προηγούμενη πλήρη αδειοδοτική κάλυψη συνιστά ισχυρή ένδειξη παρατυπίας. Στην καταγγελία τίθενται επίσης ζητήματα συμμόρφωσης με τον ΚΕΝΑΚ, τον Κανονισμό Πυροπροστασίας και το Π.Δ. 41/2018, καθώς και με τους όρους της ίδιας της διακήρυξης.

Οι εργαζόμενοι ζητούν να ανασταλεί κάθε περαιτέρω πληρωμή, παραλαβή, πιστοποίηση ή διοικητική πράξη ολοκλήρωσης του έργου μέχρι να διαπιστωθεί πλήρως η νομιμότητα των εργασιών, η επάρκεια των αδειών και η συμμόρφωση με τις τεχνικές και θεσμικές υποχρεώσεις του έργου. Το αίτημα αυτό δεν είναι τυπικό. Αφορά την προστασία δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος, καθώς και την ασφάλεια των εργαζομένων που καλούνται να στεγαστούν στο συγκεκριμένο ακίνητο.

Η υπόθεση αποκτά σαφή πολιτική βαρύτητα. Μια κυβέρνηση που επικαλείται διαρκώς την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης βρίσκεται αντιμέτωπη με καταγγελίες εργαζομένων για έργο δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, στο οποίο τίθενται ερωτήματα νομιμότητας, ελέγχου και διοικητικής ευθύνης. Η επίκληση της αναπτυξιακής χρηματοδότησης δεν αρκεί όταν υπάρχουν καταγγελίες για εργασίες που φέρονται να προηγήθηκαν της απαιτούμενης αδειοδότησης.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ καταλήγει ότι κανείς δεν μπορεί να απαιτεί από εργαζομένους να μεταφερθούν και να εργαστούν σε χώρο για τον οποίο υπάρχουν τεκμηριωμένα ερωτήματα ως προς τη νομιμότητα των εργασιών, την επάρκεια της αδειοδοτικής κάλυψης και τη συμμόρφωση της αλλαγής χρήσης με τον Κανονισμό Πυροπροστασίας Κτιρίων.

Το βάρος περνά πλέον στις αρμόδιες ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές. Η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης είναι αναγκαία, όχι μόνο για να διαπιστωθεί αν υπήρξαν παρατυπίες, αλλά και για να αποσαφηνιστεί αν η διαχείριση ενός έργου του Ταμείου Ανάκαμψης έγινε με την επιμέλεια, τη νομιμότητα και τη διαφάνεια που απαιτούν οι κανόνες προστασίας του δημόσιου συμφέροντος.