Σήμερα Γιορτάζουν:

ΛΕΑΝΔΡΟΣ

ΜΑΡΙΟΣ

Τελικά για ποιο λόγο γίνεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή;

Όλα όσα είχε ενώπιόν του ο Ντόναλντ Τραμπ προτού οδηγηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν έδειχναν προς μία διαφορετική κατεύθυνση. Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, σε απόρρητη εκτίμηση που διέρρευσε στον Τύπο, είχαν καταγράψει ότι η κατάρρευση του θεοκρατικού καθεστώτος συνιστά εξαιρετικά δυσχερές εγχείρημα.

Το φιλελεύθερο στοιχείο που υπάρχει μέσα στην ιρανική κοινωνία είναι υπαρκτό, παραμένει όμως μειοψηφικό, ενώ οι μουλάδες εξακολουθούν να διαθέτουν κοινωνικά και πολιτικά ερείσματα πλειοψηφικού χαρακτήρα. Και ακόμη κι αν προέκυπτε ένα νέο καθεστώς μέσα από την ανατροπή του σημερινού, αυτό θα έφερε εξαρχής το βάρος της υποψίας ότι αποτελεί προϊόν ξένης επιβολής, γεγονός που θα το καθιστούσε στην κοινωνική συνείδηση ακόμη πιο απεχθές από το καθεστώς που θα διαδεχόταν.

Ανάλογες προειδοποιήσεις υπήρξαν και από τον αμερικανικό στρατό, μέσω διαρροών που ανέδειξαν ότι σε επιχειρησιακό επίπεδο το σχέδιο θα προσέκρουε σε σοβαρά εμπόδια. Το επιχείρημα ότι η επέμβαση αποσκοπεί στην εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού οπλοστασίου διατηρούσε μια ισχυρή δημόσια χρησιμότητα, εμφάνιζε όμως εμφανή τρωτά σημεία, καθώς βάσει δηλώσεων Αμερικανών αξιωματούχων το περασμένο έτος, μετά τον πόλεμο των δώδεκα ημερών, το οπλοστάσιο αυτό είχε ήδη παρουσιαστεί ως κατεστραμμένο.

Αν λοιπόν αφήσει κανείς στην άκρη τη συμμαχία εσωτερικής φύσεως που συγκρότησε ο πρόεδρος Τραμπ στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών με το, κατά την κλασική διατύπωση του Αϊζενχάουερ, αμυντικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα, καθώς και με το ισχυρό λόμπι της εβραϊκής κοινότητας, το οποίο άλλοτε έδειχνε προτίμηση προς τους Δημοκρατικούς, τότε το βασικό ερώτημα τίθεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση: Προς ποια στρατηγική επιδίωξη οδηγήθηκαν οι ΗΠΑ σε αυτόν τον πόλεμο; Ποιος είναι ο πραγματικός του στόχος; «Το να τιναχθεί η ανθρωπότητα στον αέρα ώστε να αποφύγει ποινικές περιπέτειες ένας πρωθυπουργός δεν συνιστά στόχο πολέμου», σχολίασε προς εμάς έγκυρη πηγή από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ζητώντας να διατηρήσει την ανωνυμία της.

Αυτή τη σύγκρουση τη θέλουν με βεβαιότητα δύο κράτη: το Ισραήλ και το Ιράν. Ίσως σε κάποιον βαθμό τη βλέπει με θετικό μάτι και ο πρόεδρος Πούτιν, καθώς η ανάφλεξη ωθεί τη Δύση να εξετάζει εκ νέου τόσο το ενδεχόμενο μερικής χαλάρωσης των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο όσο και την προοπτική διεύρυνσης των ρωσικών εξαγωγών προς την Κίνα.

Το Ισραήλ τη θέλει επειδή ζει επί δεκαετίες με μια διαρκή απειλή ασφαλείας που απορρέει από το Ιράν, ενώ οι επιτυχίες των μυστικών του υπηρεσιών, τόσο μέσα στην Τεχεράνη όσο και πέραν αυτής, με κορυφαία παραδείγματα την εξόντωση του ηγέτη της Χεζμπολάχ Νασράλα και την εξουδετέρωση ηγετικού στελέχους της Χαμάς στην ιρανική πρωτεύουσα, ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι μπορεί να προχωρήσει έως το τέλος στο σχέδιο αποκεφαλισμού της σκληροπυρηνικής ηγεσίας του Ιράν.

Το Ιράν τη θέλει επειδή, μετά τον περυσινό πόλεμο των δώδεκα ημερών, στον οποίο υποχώρησε τακτικά, φαίνεται πως αφιέρωσε όλο το επόμενο διάστημα στη συστηματική προετοιμασία για αυτήν ακριβώς την ισραηλινή επίθεση που εκδηλώθηκε με την αμερικανική συναίνεση. Με τους βομβαρδισμούς του διέχυσε το κόστος της σύγκρουσης σε ολόκληρο τον αραβικό χώρο, οδηγώντας χώρες της περιοχής σε διακοπή παραγωγικής δραστηριότητας ώστε να ενταθεί η πίεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο στρατός του, ακολουθώντας το «μωσαϊκό δόγμα» των αυτόνομων ομάδων που συνεχίζουν να επιχειρούν ακόμη και υπό συνθήκες αποκεφαλισμένης ηγεσίας, έχει οργανωθεί ώστε να παράγει πλήγματα μέσα σε κενό εξουσίας και χωρίς να αναμένει άνωθεν εντολή. Η νέα ηγεσία που αναδείχθηκε αποτελεί οργανική συνέχεια της προηγούμενης, είναι ο κληρονόμος της και, αν ληφθούν υπόψη οι τοποθετήσεις του υπουργού Εξωτερικών Ρούμπιο, εμφανίζεται ακόμη πιο φανατική από εκείνη που αποχωρεί από το προσκήνιο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον άρχισαν ήδη να γίνονται ορατές οι πρώτες ρωγμές που γεννά η απόσταση ανάμεσα στις διαφορετικές προσεγγίσεις και προτεραιότητες των δύο συμμάχων αυτού του πολέμου, του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Ο πρώτος θέλει να φτάσει το ταχύτερο σε μια εικόνα νίκης και να απομακρυνθεί το συντομότερο από το κέντρο της εμπλοκής, προτού οι συνέπειες της σύγκρουσης αγγίξουν την αμερικανική οικονομία και προτού αρχίσουν να τραυματίζουν το προσωπικό του κύρος. Κάθε επιπλέον ημέρα παραμονής σε αυτό το μέτωπο αυξάνει τον κίνδυνο να διαβρωθεί το πολιτικό κεφάλαιο που συσσώρευσε μέσα από τη σύλληψη του Μαδούρο, τον έλεγχο της Διώρυγας του Παναμά και τις εξελίξεις που διαγράφονται σε Κούβα και Γροιλανδία.

Η εικόνα μιας Αμερικής που επανέρχεται δυναμικά στο πεδίο της ισχύος και απαιτεί ξανά σεβασμό κινδυνεύει να καταρρεύσει, εφόσον η Ουάσιγκτον αποδειχθεί ανίκανη να ανατρέψει ή να εξοντώσει μέσα σε ελάχιστες ημέρες τη νέα σκληροπυρηνική ηγεσία του Ιράν, τον κατά Ρούμπιο «Δωδέκατο Ιμάμη» Χαμενεΐ. Αν αυτό το σχέδιο πετύχει, όλη η δόξα θα εγγραφεί στο πολιτικό κεφάλαιο του προέδρου Τραμπ, ο οποίος θα εμφανιστεί ως ο φυσικός ηγέτης της Δύσης απέναντι στα ανελεύθερα καθεστώτα, είτε έχουν αριστερό, είτε σοσιαλιστικό, είτε ισλαμικό πρόσημο. Αν όμως αποτύχει, το Βατερλό που θα προκύψει μέσα στη Δύση και στον υπόλοιπο κόσμο θα έχει διαστάσεις κατακλυσμιαίες. Μια ηγεσία που βρυχάται και αδυνατεί να πετύχει τους στόχους της συμπιέζει αναπόφευκτα το ειδικό βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών στον 21ο αιώνα.

Υπό αυτήν την έννοια, οι επόμενες δέκα ημέρες ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια μιας ακόμη κρίσιμης φάσης του πολέμου. Αγγίζουν το ίδιο το αποτύπωμα της υπερδύναμης στον πλανήτη. Και ακριβώς γι’ αυτό ο πρόεδρος Τραμπ θα βρεθεί μπροστά σε αποφάσεις επώδυνες, πιθανώς ακόμη και απέναντι στον σύμμαχό του, για χάρη του οποίου έχει ήδη αναλώσει πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο.

Ο παρατεταμένος και μακρόσυρτος πόλεμος που, όπως δείχνουν οι δηλώσεις τους, επιζητούν οι Φρουροί της Επανάστασης δεν συνιστά την κατάλληλη διαδρομή για την αμερικανική επάνοδο. Οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μια Αμερική βυθισμένη σε έναν τέτοιο πόλεμο θα θυμίζει την εποχή Μπάιντεν, θα παραπαίει κυριολεκτικά και μεταφορικά, εξέλιξη που βρίσκεται στον αντίποδα όσων επιθυμεί ο πρόεδρος Τραμπ.

Τα τραύματα από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τις χώρες της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης θα έπρεπε ήδη να έχουν διδάξει πολλά στην αμερικανική διπλωματία. Και το βασικό τους μάθημα είναι πως η στάθμιση της δημοκρατίας, της θρησκείας και της ίδιας της ζωής στην Ανατολή ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική ιεράρχηση σε σχέση με τη Δύση, προσφέροντας έτσι στρατηγικό πλεονέκτημα στα ανελεύθερα καθεστώτα που συμμετέχουν σε τέτοιες συγκρούσεις.

Στη Δύση η δημοκρατία αποτελεί αξία υπέρτατη. Στην Ανατολή η βαρύτητά της είναι σχετική, σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν αμελητέα. Ο Ρόμπερτ Κάπλαν το είχε αντιληφθεί εγκαίρως και το διατύπωσε στην «Επερχόμενη αναρχία» με την απολύτως εύγλωττη φράση: «Μας ζητούσαν ψωμί και τους δίναμε ψήφο».

Στην Ανατολή η θρησκεία διαθέτει πολύ μεγαλύτερο βάρος από ό,τι στη Δύση και ακριβώς πάνω σε αυτό το θεμέλιο στερεώνονται καθεστώτα με διαφορετικές εκδοχές, όπως στο Ιράν και στην Τουρκία. Απέναντι στον κοσμικό φιλελευθερισμό, η Ανατολή αντιπαραθέτει το Ισλάμ, άλλοτε σε ηπιότερες και άλλοτε σε πιο ριζοσπαστικές εκδοχές, ως τη νέα μεγάλη αντιδυτική ιδεολογία, ως έναν νέο «κομμουνισμό». Τα καθεστώτα αντέχουν επειδή έχουν αναγάγει το Κοράνι και τις πολυάριθμες ερμηνείες του σε ένα νέο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, σε ένα ιερό κείμενο των αδικημένων απέναντι σε μια Δύση που παρουσιάζεται ως παρακμασμένη.

Στην Ανατολή, τέλος, διαφορετική είναι και η αποτίμηση της ανθρώπινης ζωής. Στη Δύση κάθε απώλεια μετατρέπεται σε πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις, αφαιρεί ψήφους, υπονομεύει εξουσίες. Στην Ανατολή η απώλεια μπορεί να εγγραφεί ως δόξα για τον «μάρτυρα», ο οποίος αποθεώνεται από την κοινωνία και μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή επιρροής.

Έναν τόσο βαθιά ασύμμετρο αξιακά πόλεμο η Δύση μπορεί να τον διαχειριστεί μόνο μέσα από επιχειρήσεις ανταρτοπολεμικού χαρακτήρα και με χτυπήματα στα καταφύγια όπου κρύβονται οι μουλάδες, όχι με στρατεύματα παρατεταγμένα στο πεδίο.

Και παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: πόλεμος για ποιον ακριβώς στόχο;