Τέμπη: Ένταση και διαμαρτυρίες στη δεύτερη ημέρα της δίκης

Με εκρηκτικό κλίμα άρχισε η δεύτερη ημέρα της δίκης για τα Τέμπη

Μέσα σε σκηνικό έντασης, διαμαρτυριών και αυστηρών μέτρων ασφαλείας συνεχίστηκε σήμερα στη Λάρισα η μεγάλη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών, με συγγενείς θυμάτων και συνηγόρους να αμφισβητούν ανοιχτά την καταλληλότητα του χώρου όπου διεξάγεται η διαδικασία. Η δεύτερη συνεδρίαση στο συγκρότημα «Γαιόπολις» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ξεκίνησε με έντονες αντιδράσεις για τη χωρητικότητα της αίθουσας, την πρόσβαση των συγγενών και τη συνολική εικόνα που δίνει μια δίκη με τόσο βαρύ κοινωνικό και θεσμικό αποτύπωμα. 

Φωνές, αντεγκλήσεις και νέα έκρηξη από τους συγγενείς

Η ένταση μεταφέρθηκε γρήγορα και μέσα στην αίθουσα, όπου η διαδικασία διακόπηκε προσωρινά λίγο πριν από τις 10 το πρωί, ενώ προηγήθηκαν φωνές, αντεγκλήσεις και λεκτικές συγκρούσεις. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της ημέρας, η Μαρία Καρυστιανού αντέδρασε έντονα για τις συνθήκες διεξαγωγής, ζητώντας να μην αποκλειστούν οι συγγενείς από την αίθουσα. Την ίδια ώρα επεισόδιο σημειώθηκε και με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, όταν επιχείρησε να κινηθεί προς την πλευρά της εντολέως της, ενώ υπήρξαν αντιδράσεις για την αστυνομική παρουσία στον χώρο και για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να ελεγχθεί η διαδικασία. 

Η πρόεδρος του δικαστηρίου, απαντώντας στις διαμαρτυρίες, ξεκαθάρισε ότι η διαδικασία θα προχωρήσει με βάση τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και επιχείρησε να βάλει τάξη στο κλίμα, τονίζοντας ότι όποιος θορυβεί θα απομακρύνεται. Η παρέμβασή της, αντί να εκτονώσει το κλίμα, όξυνε περαιτέρω τις αντιδράσεις, καθώς η αίσθηση από την πλευρά των συγγενών είναι ότι επιχειρείται μια δίκη με περιορισμένη φυσική παρουσία όσων έχουν άμεσο και ηθικό συμφέρον να την παρακολουθήσουν.

«Μεζονέτα» και όχι δικαστική αίθουσα, λένε οι συνήγοροι

Στο επίκεντρο των αντιδράσεων βρέθηκε ξανά η ίδια η αίθουσα, την οποία η δικηγόρος Μαίρη Χατζηκωνσταντίνου περιέγραψε ως ακατάλληλη για μια δίκη τέτοιου όγκου και βαρύτητας. Μιλώντας πριν από την έναρξη της διαδικασίας, χαρακτήρισε τον χώρο «μεζονέτα» και όχι πραγματική δικαστική αίθουσα, σημειώνοντας ότι το σύνολο του κτιρίου βαφτίστηκε αίθουσα, ενώ στην πράξη οι διάδικοι, οι συγγενείς και οι συνήγοροι δεν μπορούν να παρακολουθήσουν ισότιμα και με ουσιαστική συμμετοχή. Έθεσε επίσης ζήτημα δημοσιότητας της δίκης, υποστηρίζοντας ότι η διαρρύθμιση και η περιορισμένη πρόσβαση δεν επιτρέπουν ούτε την κανονική παρουσία του κοινού ούτε την πλήρη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης. 

Η ίδια στάθηκε και στις πρακτικές συνθήκες μέσα στην αίθουσα, μιλώντας για καθίσματα με μικρά τραπεζάκια τύπου αεροπλάνου, ακατάλληλα για μια ογκώδη δικογραφία χιλιάδων σελίδων. Όπως ανέφερε, ακόμη και το βούλευμα των περίπου 1.200 σελίδων δεν μπορεί να στηριχθεί σε τέτοια πρόχειρη υποδομή, γεγονός που κατά την εκτίμησή της προσβάλλει τη σοβαρότητα της διαδικασίας και δυσχεραίνει ουσιαστικά τη δουλειά των συνηγόρων. 

Το βασικό αίτημα: να είναι όλοι οι συγγενείς μέσα στη δίκη

Το κεντρικό αίτημα των οικογενειών παραμένει σαφές και αδιαπραγμάτευτο: να βρίσκονται μέσα στην αίθουσα και όχι σε παρακείμενους χώρους ή μπροστά σε οθόνες. Η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε ότι δεν μπορεί να γίνει δίκη χωρίς την παρουσία των συγγενών στο εσωτερικό της αίθουσας και προειδοποίησε ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν μια διαδικασία όπου η υπόθεση των παιδιών τους θα εξελίσσεται μακριά από τα μάτια τους. Αντίστοιχα, η Άλμα Λάτα ζήτησε να εξασφαλιστεί έστω η παρουσία ενός συγγενούς από κάθε θύμα, ώστε να υπάρχει πραγματική επαφή με όσα διαδραματίζονται στο ακροατήριο. 

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και άλλοι συγγενείς, όπως ο Νίκος Πλακιάς, ο οποίος επανέλαβε ότι το σωστό και το δίκαιο είναι οι οικογένειες να βρίσκονται μέσα στη δίκη, εκφράζοντας παράλληλα ανησυχία για νέο ενδεχόμενο καθυστέρησης ή και αναβολής λόγω διαδικαστικών ζητημάτων με κατηγορούμενους και συνηγόρους. Η αγωνία αυτή αποτυπώνει τον φόβο ότι, πέρα από τις ελλείψεις του χώρου, μπορεί να δημιουργηθεί και νέα χρονική ολίσθηση σε μια υπόθεση που ήδη κουβαλά τεράστια κοινωνική πίεση.