Η νέα ρηματική διακοίνωση της Λιβύης προς τον ΟΗΕ, συνοδευόμενη από χάρτη που αποτυπώνει υποτιθέμενα εξωτερικά όρια λιβυκής υφαλοκρηπίδας μόλις 14 μίλια από την Κρήτη, αποτελεί την πιο ωμή επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζεται διεθνώς ως ανενεργός παράγοντας, έρμαιο των γεωπολιτικών σχεδιασμών της Άγκυρας. Η μεταβατική, αναξιόπιστη και θεσμικά παράτυπη κυβέρνηση Ντεϊμπά, λειτουργώντας ως προέκταση της τουρκικής πολιτικής στη Βόρεια Αφρική, υιοθετεί πλήρως την επιχειρηματολογία του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», απορρίπτοντας την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ και φτάνοντας στο σημείο να αμφισβητήσει ακόμη και τη συμφωνία Ελλάδας–Ιταλίας στο Ιόνιο.
Η επίθεση αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Είναι η κορύφωση μιας συντεταγμένης τουρκο-λιβυκής στρατηγικής αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου, που βασίζεται στην αρχή ότι τα νησιά δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ και ότι η μέση γραμμή πρέπει να ορισθεί μόνο μεταξύ ηπειρωτικών ακτών. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να ακυρωθεί η διεθνώς αποδεκτή έννοια της νησιωτικής κυριαρχίας, με προφανή στόχο την υπονόμευση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται λίγες μόλις ημέρες μετά την επίσημη επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στη Λιβύη, καθιστώντας φανερή την πλήρη κατάρρευση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα, ενώ αρχικά αντέδρασε με σχετική αποφασιστικότητα στην υβριδική επίθεση στον Έβρο το 2020, σταδιακά διολίσθησε σε μια γραμμή κατευνασμού και υποχωρητικότητας, με αποτέλεσμα να θεσμοθετήσει εμμέσως τη στρατηγική του Ερντογάν, νομιμοποιώντας την αναθεωρητική ρητορική του μέσω της «Διακήρυξης των Αθηνών». Μια συμφωνία που δεν παρήγαγε καμία ουσιαστική εξασφάλιση για την Ελλάδα, την ώρα που πρόσφερε στην Τουρκία τη διεθνή εικόνα του «ειρηνοποιού» και άνοιξε τον δρόμο για την αναβάθμιση της στρατιωτικής της ισχύος με την εξασφάλιση των F-16 και των F-35.
Η Τουρκία, χωρίς να έχει υποστεί καμία σοβαρή κύρωση για τις παραβιάσεις της, συνεχίζει ακάθεκτη. Οι παραβιάσεις στο Αιγαίο μετατοπίστηκαν από τον αέρα στη θάλασσα, ενώ στα διεθνή φόρα οι αξιώσεις της για νομιμοποίηση της κατοχής στην Κύπρο, για συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και για εφαρμογή του παράνομου τουρκο-λιβυκού μνημονίου, προβάλλονται απρόσκοπτα. Πλέον, η Λιβύη ενδέχεται να γίνει εργαλείο πίεσης και στο μεταναστευτικό, με στοχευμένες ροές προς την Κρήτη, σε μια περίοδο γεωπολιτικής ρευστότητας όπου το διεθνές δίκαιο υποχωρεί μπροστά στη στρατιωτική ισχύ και τις επιδιώξεις των περιφερειακών δρώντων.
Η ρηματική διακοίνωση της Λιβύης δεν αποτελεί μεμονωμένη πρόκληση, αλλά ένα βήμα στην κλιμάκωση που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ενεργή αποστολή τουρκικών γεωτρύπανων νοτίως της Κρήτης, σε θαλάσσιες περιοχές που οι Τούρκοι –με τη συναίνεση των Λίβυων συμμάχων τους– «αναγνωρίζουν» μόνο τα 6 μίλια αιγιαλίτιδας ζώνης για το ελληνικό νησί. Αν δεν υπάρξει αποφασιστική ελληνική αντίδραση, η Άγκυρα θα επιχειρήσει να δημιουργήσει τετελεσμένα.
Η Ελλάδα οφείλει να αντιδράσει άμεσα και θεσμικά. Να καταγγείλει στον ΟΗΕ τη ρηματική διακοίνωση ως προϊόν μιας παράτυπης λιβυκής κυβέρνησης, η οποία δεν έχει προχωρήσει στις εκλογές που προβλέπει η ίδια η αποστολή του ΟΗΕ. Να καταθέσει με ρητό τρόπο τα δικά της όρια υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ νοτίως της Κρήτης, στη βάση της συμφωνίας με την Αίγυπτο και του διεθνούς δικαίου, και να επεκτείνει άμεσα την αιγιαλίτιδα ζώνη στα 12 ναυτικά μίλια. Παράλληλα, να ενεργοποιήσει τη δυνατότητα ανακήρυξης συνορεύουσας ζώνης στα 24 μίλια, όπως προβλέπει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, ειδικά στην περιοχή νοτίως της Κρήτης, όπου αυξάνονται οι μεταναστευτικές ροές.
Η αδράνεια της ελληνικής κυβέρνησης να υλοποιήσει δηλωμένες ενέργειες, όπως η επέκταση στα 12 μίλια που είχε ανακοινωθεί μετά τη συμφωνία για την ΑΟΖ στο Ιόνιο, αποκαλύπτει είτε απροθυμία είτε αδυναμία να υπερασπιστεί τα αυτονόητα. Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη της είναι βαριά. Η εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να εκχωρείται στην προσδοκία εξευμενισμού του επιθετικού γείτονα ούτε να παραπέμπεται σε αόριστες διπλωματικές εξισορροπήσεις.
Ο εφιάλτης νοτίως της Κρήτης
Η νέα επιθετική ενέργεια της κυβέρνησης της Τρίπολης, με ρηματική διακοίνωση και χάρτη στον ΟΗΕ που αποτυπώνει «λιβυκή υφαλοκρηπίδα» μόλις 14 μίλια από την Κρήτη, δεν είναι προϊόν εθνικής πολιτικής της Λιβύης. Είναι ο καθρέφτης της απόλυτης επιρροής της Άγκυρας πάνω σε ένα διαλυμένο κρατικό μόρφωμα, που λειτουργεί ως προτεκτοράτο του Ερντογάν, χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση και χωρίς ίχνος αυτοτέλειας. Η κυβέρνηση Ντεϊμπά, η οποία εγκαταστάθηκε μεταβατικά για να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές που ποτέ δεν έγιναν, επιτελεί πλέον συγκεκριμένο ρόλο: την εντολή της Άγκυρας για υπονόμευση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και ακύρωση, στην πράξη, των ερευνών για υδρογονάνθρακες νοτίως της Κρήτης.
Η επιδίωξη είναι ξεκάθαρη. Η τουρκική πλευρά, με τη συνδρομή της Τρίπολης, επιχειρεί να δημιουργήσει εκ του μη όντος μία διακρατική διένεξη με την Ελλάδα, όχι επειδή υφίσταται αληθινή διαφορά, αλλά για να τρομάξουν τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που έχουν αναλάβει έρευνες στις θαλάσσιες περιοχές της ελληνικής ΑΟΖ. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η επιβεβαίωση σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου μπορεί να αποτελέσει γεωοικονομικό game changer για την Ελλάδα, και γι’ αυτό επιδιώκει την ακύρωση αυτών των σχεδίων μέσω ενός τεχνητού πολέμου νεύρων, με επίκεντρο την περιοχή νοτίως και νοτιοδυτικά της Κρήτης.
Δεν πρόκειται απλώς για ρητορική αμφισβήτηση. Η Τουρκία μπορεί, μέσω της Λιβύης, να χορηγήσει άδεια στην τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίου (TPAO) για έρευνες μέσα στην ελληνική ΑΟΖ και πέραν των 6 μιλίων των ελληνικών χωρικών υδάτων, συνοδεύοντας το ερευνητικό σκάφος με τουρκικές φρεγάτες, ακριβώς όπως έγινε και με το ιταλικό πλοίο νοτίως της Κάσου που απωθήθηκε από τουρκικά πολεμικά. Τότε η ελληνική κυβέρνηση σιώπησε. Τώρα, η ίδια αδράνεια κινδυνεύει να οδηγήσει σε πλήρη κατάργηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων νοτίως της Κρήτης, αν η Ελλάδα συνεχίσει να λειτουργεί με τον ίδιο αυτοκατευναστικό τρόπο.
Η θεωρία ότι τα ελληνικά νησιά δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ, την οποία υιοθετεί η Τουρκία εδώ και χρόνια, πλέον προβάλλεται και από ένα «δεύτερο κράτος», αναγνωρισμένο μεν, ελεγχόμενο δε από την Άγκυρα. Και αυτό συμβαίνει ενώ η ίδια η Λιβύη έχει συνάψει συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με τη Μάλτα, η οποία είναι επίσης νησί, όπως και η Σικελία. Η υποκρισία δεν είναι απλώς εμφανής. Είναι θεσμικά εξευτελιστική.
Το πρόβλημα δεν είναι η ασυνέπεια της Λιβύης. Το πρόβλημα είναι η απουσία ελληνικής παρουσίας στο λιβυκό πεδίο την κρίσιμη στιγμή. Όταν η Ελλάδα θα μπορούσε να χτίσει στρατηγικές σχέσεις με την Ανατολική Λιβύη, την εποχή Χάφταρ, όταν η ίδια η Βουλή της Λιβύης είχε απορρίψει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η ελληνική διπλωματία απλώς… δεν απαντούσε στα τηλέφωνα. Παθητική, αδιάφορη και αποκομμένη, λειτούργησε σαν να μην την αφορά ένα θέμα στην άμεση γειτονιά της, που τελικά της επέστρεψε ως απειλή με γεωστρατηγικό βάθος.
Αυτή η παθητικότητα, όμως, δεν είναι μόνο αδράνεια. Είναι και συνέπεια των επιλογών του ίδιου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος επένδυσε σε ρητορείες διεθνούς προβολής, όπως η αυστηρή καταδίκη της Ρωσίας, ξεπερνώντας κατά πολύ ακόμη και τις θέσεις των δυτικών συμμάχων. Η επίδειξη νομιμοφροσύνης, χωρίς στρατηγικό κέρδος, οδήγησε στην απώλεια επαφής με κρίσιμους παίκτες στη Λιβύη, όπου η Ρωσία εξακολουθεί να έχει καθοριστική επιρροή στην Ανατολή.
Η διπλωματία δεν είναι ρητορική. Είναι ισορροπία ισχύος και παρουσία στο πεδίο. Σήμερα, δεν υπάρχει καν στρατηγική επαφή της Ελλάδας με τις χώρες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν καταλυτικά την κατάσταση: την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όλες χώρες με επιρροή στο στρατόπεδο Χάφταρ. Η απουσία αποτελεσμάτων είναι ενδεικτική μιας εξωτερικής πολιτικής χωρίς στόχο, βούληση και αντίληψη βάθους.
Η Ελλάδα, έστω και τώρα, οφείλει να δράσει. Υπάρχει πάγια θέση: η διαφορά για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σχετική σύμβαση, αλλά η Λιβύη την έχει. Αν πράγματι η κυβέρνηση της Τρίπολης θεωρεί ότι η Ελλάδα προσέβαλε τα δικαιώματά της με μονομερή οριοθέτηση οικοπέδων, μπορεί να προσφύγει μόνη της στη Χάγη. Δεν απαιτείται συνυποσχετικό. Και η απόφαση του Δικαστηρίου θα ακύρωνε νομικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αποδίδοντας ακόμη και μερική επήρεια στα ελληνικά νησιά. Αυτή θα ήταν μια διεθνώς αναγνωρίσιμη νίκη.
Όμως η Αθήνα δεν τολμά ούτε καν να το διατυπώσει. Ούτε να το απαιτήσει. Ούτε να το προτείνει. Αντί να κινητοποιήσει την ΕΕ και τις συμμαχικές χώρες του αραβικού κόσμου, η ελληνική εξωτερική πολιτική περιορίζεται σε ανακοινώσεις πηγών και αποσπασματικές κινήσεις, σε μια κρίσιμη στιγμή κατά την οποία δημιουργούνται συνθήκες πιθανής αποστολής τουρκικού ερευνητικού σκάφους εντός ελληνικής ΑΟΖ.
Αυτή η κατάληξη των πραγμάτων στα ελληνοτουρκικά δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά είναι το αποτέλεσμα των χρόνιων παθογενειών της ελληνικής στάσης απέναντι στις τουρκικές παράνομες επιδιώξεις με την κυριαρχία του φοβικού συνδρόμου και της κατευναστικής πολιτικής που είχε ως αποτέλεσμα τη συνεχή έμμεση νομιμοποίηση των τουρκικών παράνομων απαιτήσεων.
Οι ψευδαισθήσεις και τα μυθεύματα που κυριάρχησαν στην ελληνική πολιτική σκηνή σταδιακά, ιδιαίτερα την περίοδο της Ύστερης Μεταπολίτευσης ως σήμερα και αφορούσαν ότι είτε ότι θα λυθούν τα προβλήματα με βάση τη μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα (ρύθμιση της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ βάσει του Διεθνούς Δικαίου), είτε μέσω της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. ως μέσο εξημέρωσης του «θηρίου», είτε μέσω βοήθειας και λύσεως από τρίτους, έχουν πλήρως συντριβεί μπροστά στον κυνισμό του γκρίζου λύκου.
Η Ελλάδα οφείλει να πάψει να φέρεται σαν χώρα της Σκανδιναβίας μεσογειακής γεωγραφίας. Έχει θαλάσσια σύνορα με μια εύφλεκτη περιοχή, κι απέναντι της μια δύναμη που μετέρχεται κάθε μέσο για να προωθήσει αναθεωρητικές επιδιώξεις. Από την Κάσο ως τη Σούγια, και από τον Έβρο έως την Κύπρο, το δόγμα Ερντογάν είναι ενιαίο. Η απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αποσπασματική, αμήχανη, ετεροκαθοριζόμενη.
Η ώρα της ευθύνης έχει παρέλθει. Βρισκόμαστε ήδη στο πεδίο των συνεπειών. Και η γεωπολιτική δεν αφήνει περιθώρια για δεύτερες ευκαιρίες.
Η θεσμοθέτηση δύο Εθνικών Θαλάσσιων Πάρκων
Η κίνηση της Αθήνας να θεσπίσει θαλάσσιες ζώνες προστασίας στο βόρειο Αιγαίο και στο Ιόνιο —με στόχο την ενίσχυση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, την περιβαλλοντική επιτήρηση και την ενσωμάτωση των σχετικών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων στο εθνικό δίκαιο— δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Πολλά παράκτια κράτη έχουν ήδη θεσπίσει αντίστοιχες ζώνες. Το γεγονός ότι η Τουρκία απαντά με «προειδοποιήσεις» και δηλώσεις περί «μονομερούς ενέργειας» αποδεικνύει ότι η Άγκυρα δεν ενοχλείται από το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας, αλλά από την ίδια την άσκηση κυριαρχίας της Ελλάδας.
Η έννοια των «ημίκλειστων θαλασσών», την οποία επικαλείται διαρκώς η τουρκική διπλωματία, αποτελεί μία προσπάθεια να θολώσει το νομικό τοπίο. Το Δίκαιο της Θάλασσας, και ειδικά η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών (UNCLOS), στην οποία η Τουρκία αρνείται να προσχωρήσει, προβλέπει ρητά τα κυριαρχικά δικαιώματα των παράκτιων κρατών, ανεξαρτήτως του αν η θάλασσα είναι κλειστή, ημίκλειστη ή ανοιχτή. Όταν η Ελλάδα δρα εντός της χωρικής της θάλασσας ή σε περιοχή όπου δεν υπάρχει εκκρεμότητα οριοθέτησης, η άσκηση αρμοδιοτήτων της —περιβαλλοντικών ή άλλων— είναι πλήρως νόμιμη.
Η επίκληση «γκρίζων ζωνών» εκ μέρους της Τουρκίας δεν είναι νέα στρατηγική. Πρόκειται για έναν μηχανισμό αμφισβήτησης που οικοδομείται εδώ και δεκαετίες: από τα Ίμια έως τα NAVTEX και τις υπερπτήσεις, η τουρκική διπλωματία δοκιμάζει τα όρια και την υπομονή της διεθνούς κοινότητας. Η διαφορά τώρα είναι ότι η Ελλάδα δεν απαντά μόνο αμυντικά, αλλά με θεσμική οχύρωση. Εντάσσει την προστασία του περιβάλλοντος σε μια λογική εθνικής κυριαρχίας — και καλώς πράττει.
Επιπλέον, η δημιουργία των Πάρκων συνδέεται με υποχρεώσεις της Ελλάδας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα. Η υλοποίηση τέτοιων σχεδίων —με τεχνική τεκμηρίωση, δημόσια διαβούλευση και ενσωμάτωση ευρωπαϊκής πρακτικής— ενισχύει τη διεθνή εικόνα της χώρας ως υπεύθυνου, θεσμικά ευθυγραμμισμένου κράτους.
Η Τουρκία, αντί να απομονώνεται ρητορικά, θα μπορούσε να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Να θεσπίσει δικά της θαλάσσια πάρκα σε αδιαμφισβήτητες περιοχές της επικράτειάς της και να συμβάλει σε έναν ειλικρινή διάλογο για την προστασία του κοινού θαλάσσιου οικοσυστήματος. Αντίθετα, επιλέγει την κλιμάκωση και τις δηλώσεις περί «παραβίασης του status quo», εργαλειοποιώντας ακόμη και το περιβάλλον για να υπονομεύσει το διεθνές νομικό πλαίσιο.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια