Το διπλό παιχνίδι της Άγκυρας: Αντιαμερικανισμός και αμερικανικά όπλα
Η διεθνής στάση της Τουρκίας μοιάζει, για όποιον την παρακολουθεί από έξω, με μια διαρκή αντίφαση. Η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιτίθεται με σκληρούς χαρακτηρισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, τις παρουσιάζει ως δύναμη παρακμής, τις κατηγορεί ότι στηρίζουν την τρομοκρατία και ότι προκαλούν αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, όμως, πιέζει συστηματικά την Ουάσιγκτον για την αναβάθμιση των τουρκικών F-16 Block 70 και για την επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35.
Αυτή η φαινομενική αντίφαση δεν είναι αποτέλεσμα σύγχυσης, όπως παρατηρεί σε ανάλυσή του ο εκτελεστικός διευθυντής του Middle East Forum, Γκρεγκ Ρόμαν. Αντίθετα, αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή. Η Τουρκία καταγγέλλει δημόσια την αμερικανική ισχύ, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκτήσει την πιο προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία της, επειδή τη θεωρεί απαραίτητη για τη δική της μακροπρόθεσμη αυτονομία.
Για την Άγκυρα, η τακτική αυτή δεν περιέχει αντίφαση. Εκεί όπου η Ουάσιγκτον βλέπει υποκρισία, η τουρκική στρατηγική σκέψη βλέπει πραγματισμό. Η ιδεολογική στόχευση παραμένει σταθερή: στρατηγική αυτονομία, περιφερειακή ηγεμονία και ρόλος πρωταγωνιστή σε μια Μέση Ανατολή όπου η αμερικανική επιρροή θα είναι περιορισμένη.
Η αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως προσωρινό εργαλείο. Δεν θεωρείται ένδειξη εξάρτησης, αλλά ως αναγκαίο μέσο για να καλυφθούν σημερινά κενά μέχρι να ωριμάσει η εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Η Άγκυρα επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία του σημερινού ηγεμόνα, ώστε να οικοδομήσει μια μελλοντική στρατιωτική μηχανή που δεν θα χρειάζεται την έγκριση ή την ανοχή του.
Η εξοπλιστική ανάγκη και η ισορροπία με την Ελλάδα
Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στον στενό κύκλο του Ερντογάν. Διαπερνά το κυβερνών AKP, τους εθνικιστές συμμάχους του MHP, την αμυντική γραφειοκρατία και τις κρατικές δεξαμενές σκέψης. Παρά την πρόοδο της Τουρκίας στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, όπως τα Bayraktar TB2, και στα ναυτικά προγράμματα τύπου MILGEM, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό τεχνολογικό έλλειμμα στους κινητήρες μαχητικών αεροσκαφών.
Το πρόβλημα αυτό είναι καθοριστικό. Το τουρκικό μαχητικό KAAN παραμένει εξαρτημένο από κρίσιμες τεχνολογίες, ενώ η πλήρης εγχώρια παραγωγή κινητήρων απαιτεί χρόνο, τεχνογνωσία και τεράστιους πόρους. Χωρίς αμερικανικούς κινητήρες, όπως εκείνους της General Electric, το φιλόδοξο πρόγραμμα της Άγκυρας δυσκολεύεται να αποκτήσει επιχειρησιακή αξιοπιστία στο χρονοδιάγραμμα που επιθυμεί η τουρκική ηγεσία.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο πιεστική λόγω της ισορροπίας με την Ελλάδα. Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία ενισχύεται με την αναβάθμιση των F-16 σε επίπεδο Viper και με την ένταξη των γαλλικών Rafale. Αυτές οι κινήσεις, κατά την ανάλυση του Ρόμαν, μπορεί να προσφέρουν στην Αθήνα ποιοτικό πλεονέκτημα στους αιθέρες μέχρι το 2030.
Για την Τουρκία, η απώλεια αεροπορικής υπεροχής στο Αιγαίο θα είχε συνέπειες που υπερβαίνουν το στρατιωτικό επίπεδο. Θα έθετε σε δοκιμασία ολόκληρο το αναθεωρητικό ναυτικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο προϋποθέτει δυνατότητα αεροπορικής κάλυψης, αποτροπής και προβολής ισχύος σε θαλάσσιες ζώνες κρίσιμης γεωπολιτικής σημασίας.
Για να δικαιολογήσει την επιμονή της στα αμερικανικά μαχητικά απέναντι στην εθνικιστική της βάση, η Άγκυρα προβάλλει το επιχείρημα ότι αδικήθηκε από την Ουάσιγκτον. Η Τουρκία είχε επενδύσει περίπου 1,4 δισ. δολάρια στο πρόγραμμα των F-35 και είχε συμμετάσχει στην παραγωγή εκατοντάδων εξαρτημάτων πριν από την αποβολή της. Έτσι, η διεκδίκηση επανένταξης παρουσιάζεται όχι ως υποχώρηση προς τις ΗΠΑ, αλλά ως ανάκτηση δικαιώματος.
Ο αντιαμερικανισμός ως ιδεολογικό εργαλείο
Πίσω από τον εξοπλιστικό πραγματισμό υπάρχει μια βαθύτερη ιδεολογική υποδομή. Κρατικά καθοδηγούμενα ινστιτούτα και δεξαμενές σκέψης, όπως το SETA, το ORSAM, το SDE και το ASSAM, τροφοδοτούν σταθερά το αφήγημα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπονομεύουν την Τουρκία, εξοπλίζουν οργανώσεις στα νότια σύνορά της, στηρίζουν την ισραηλινή επιθετικότητα και ανήκουν σε μια μονοπολική εποχή που τελειώνει.
Το ASSAM, που ιδρύθηκε από τον πρώην στρατιωτικό σύμβουλο του Ερντογάν, Adnan Tanrıverdi, έχει προωθήσει ακόμη και την ιδέα μιας Ισλαμικής Συνομοσπονδίας ως αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ. Η ρητορική αυτή δεν μένει στα κείμενα των think tanks. Μεταφέρεται στο προεδρικό περιβάλλον, στη δημόσια διοίκηση, στο κοινοβούλιο και στον πολιτικό λόγο της τουρκικής εξουσίας.
Η διαδρομή στελεχών από αυτές τις δεξαμενές σκέψης προς τον κρατικό μηχανισμό είναι ενδεικτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο İbrahim Kalın, ο οποίος συνδέθηκε με το SETA και στη συνέχεια ανέλαβε την ηγεσία των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Η ιδεολογική παραγωγή και η κρατική στρατηγική δεν κινούνται σε παράλληλες γραμμές. Συγκλίνουν.
Το ίδιο αφήγημα εμφανίζεται και στο τουρκικό κοινοβούλιο, όπου κορυφαία στελέχη κατηγορούν τις ΗΠΑ για την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 ή τις παρουσιάζουν ως δύναμη που προστατεύει την τρομοκρατία. Ο Ερντογάν κινείται με άνεση ανάμεσα στη δημόσια καταγγελία της Δύσης και στις κλειστές, ψυχρές διαπραγματεύσεις για εξοπλισμούς και τεχνολογικές συμφωνίες.
Αυτή η διπλή γλώσσα αποτελεί δομικό στοιχείο της τουρκικής πολιτικής. Στο εσωτερικό, ο αντιαμερικανισμός κρατά ενεργή την εθνικιστική βάση και παρουσιάζει την Τουρκία ως δύναμη αντίστασης απέναντι στη Δύση. Στο εξωτερικό, οι τεχνοκράτες και οι διαπραγματευτές κρατούν ανοιχτούς τους διαύλους με την Ουάσιγκτον για ό,τι θεωρείται κρίσιμο για την αμυντική ισχύ της χώρας.
Η στάση αυτή έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Συνδέεται με το Σύνδρομο των Σεβρών, την Τουρκο-Ισλαμική σύνθεση και την επιδίωξη ενός πολυπολικού κόσμου όπου η Τουρκία δεν θα λειτουργεί ως απλός σύμμαχος της Δύσης, αλλά ως αυτόνομος πόλος ισχύος με δική του ατζέντα.
Στην πράξη, η Άγκυρα αγοράζει χρόνο, τεχνολογία και κρίσιμα υποσυστήματα. Θέλει να κρατήσει βιώσιμη την πολεμική της αεροπορία, να μην αφήσει την Ελλάδα να αποκτήσει ανεξέλεγκτο ποιοτικό πλεονέκτημα και να δώσει στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία τον χρόνο που χρειάζεται για να περάσει στην επόμενη φάση.
Η Δύση, κατά την ανάλυση του Ρόμαν, κάνει σοβαρό λάθος όταν αντιμετωπίζει την Τουρκία απλώς ως έναν δύσκολο σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και πιο ανησυχητική. Η Τουρκία δεν διαφωνεί απλώς με επιμέρους επιλογές της Ουάσιγκτον. Αμφισβητεί τη στρατηγική της πρωτοκαθεδρία και εργάζεται για μια περιφερειακή τάξη όπου η δική της ισχύς θα είναι πολύ πιο ανεξάρτητη.
Το πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ότι αυτή η τουρκική μέθοδος αποδίδει. Η Άγκυρα διατηρεί την πρόσβαση σε κρίσιμη δυτική τεχνολογία, αναπτύσσει σταδιακά τη δική της αμυντική βιομηχανία, κρατά ζωντανό το εθνικιστικό αφήγημα και ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται την αμηχανία της Ουάσιγκτον να διαχειριστεί έναν σύμμαχο που συχνά συμπεριφέρεται ως ανταγωνιστής.
Η Τουρκία παίζει παιχνίδι δεκαετιών. Η σημερινή εξάρτηση από αμερικανικά συστήματα δεν θεωρείται τελικός περιορισμός, αλλά προσωρινή γέφυρα. Ο στόχος είναι ένα μέλλον στο οποίο τα τουρκικά μαχητικά, τα τουρκικά drones και τα τουρκικά πολεμικά πλοία θα επιχειρούν στην περιοχή χωρίς αμερικανικά βέτο, χωρίς τεχνολογικούς εκβιασμούς και χωρίς ανάγκη πολιτικής έγκρισης από την Ουάσιγκτον.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της τουρκικής αντίφασης. Η Άγκυρα δεν ζητά αμερικανικά όπλα επειδή εμπιστεύεται τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα ζητά για να μειώσει, βήμα προς βήμα, την ανάγκη της να εξαρτάται από αυτές.
Πιο Δημοφιλή
Άρθρο Δ. Νατσιού: “Σπουδές φύλου” ή γκρέμισμα της οικογένειας;
Σκάνδαλο με τη μεταφορά του Καζίνου Πάρνηθας στο Μαρούσι
Πιο Πρόσφατα