Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

Το μεγάλο ψέμα του «ελληνικού οικονομικού θαύματος»

Η Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας προβάλλεται από διεθνή κέντρα ως υπόδειγμα ανάκαμψης και προσαρμογής. Από το «αποτυχημένο κράτος» των μνημονίων έχει, υποτίθεται, μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για το πώς μια ευρωπαϊκή οικονομία μπορεί να «νοικοκυρευτεί», να επανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να προσελκύσει επενδύσεις. Είναι όμως αυτή η εικόνα αληθινή; Και, κυρίως, είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες;

Η απάντηση είναι σύνθετη. Διότι ενώ η Ελλάδα παρουσιάζει εντυπωσιακούς δείκτες ανάπτυξης και επιτοκίων, η πραγματικότητα που βιώνει η πλειοψηφία του πληθυσμού δείχνει ακριβώς το αντίθετο: μια χώρα με χαμηλούς πραγματικούς μισθούς, αυξημένο κόστος ζωής, περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα και ένα παραγωγικό υπόστρωμα σε αδυναμία. Η οικονομική «ανάκαμψη» στηρίζεται, όχι σε βιώσιμη παραγωγικότητα ή σε εγχώρια καινοτομία, αλλά σε χρέος, ιδιωτικοποιήσεις και κερδοσκοπία.

Σήμερα, η Ελλάδα έχει καταστεί πόλος έλξης για επενδυτές που αναζητούν γρήγορα κέρδη μέσω της διαχείρισης κόκκινων δανείων και ακίνητης περιουσίας. Πρακτικά, μεγάλοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι αγοράζουν μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια στο 5% της ονομαστικής τους αξίας. Στη συνέχεια, απομακρύνουν τους ιδιοκτήτες από τα σπίτια τους και μεταπωλούν τα ακίνητα στο 50% της αρχικής τιμής, αποκομίζοντας θεαματικές αποδόσεις.

Αυτά τα κέρδη ανακυκλώνονται σε κρατικά ελληνικά ομόλογα, προσφέροντας ασφαλείς αποδόσεις χάρη στην εγγύηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Πρόκειται για ένα «παιχνίδι χωρίς ρίσκο» για όσους έχουν πρόσβαση σε μεγάλα κεφάλαια, εις βάρος της κοινωνικής συνοχής και του δικαιώματος στη στέγαση για ευάλωτες ομάδες.

Δημόσιες επενδύσεις, ιδιωτικά κέρδη

Παράλληλα, μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι –συχνά κρατικά υποστηριζόμενοι– εξαγοράζουν στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας μέσω διαδικασιών που στηρίζονται σε δημόσιο χρήμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εξαγορά 14 περιφερειακών αεροδρομίων, μεταξύ των οποίων της Μυκόνου και της Σαντορίνης, από ευρωπαϊκή εταιρεία. Η αγορά χρηματοδοτήθηκε εν μέρει με δάνεια από ελληνικές τράπεζες (που είχαν ανακεφαλαιοποιηθεί με χρήματα φορολογουμένων) και οι υποδομές ανακαινίστηκαν με ευρωπαϊκά κονδύλια που προορίζονταν για την Ελλάδα. Τα έσοδα όμως επαναπατρίζονται μέσω φορολογικά ευνοϊκών διαδρομών στο εξωτερικό.

Ουσιαστικά, πρόκειται για αναδιανομή δημόσιου πλούτου υπέρ ιδιωτικών κέντρων – με την ευλογία των θεσμών.

Πίσω από τα εντυπωσιακά οικονομικά νούμερα κρύβεται μια σκληρή κοινωνική πραγματικότητα. Παρά την αύξηση του ΑΕΠ, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων είναι σήμερα μειωμένο κατά 41% σε σύγκριση με το 2009. Οι πραγματικοί μισθοί έχουν πέσει κατά περίπου 30%, ενώ η ιδιοκατοίκηση μειώνεται διαρκώς, με τα ενοίκια να έχουν αυξηθεί κατά 93% και το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας κατά 85% από την ιδιωτικοποίηση.

Οι πολίτες καλούνται να ζήσουν με λιγότερα, να πληρώνουν περισσότερα και να επωμίζονται μεγαλύτερες οφειλές: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών προς το Δημόσιο αυξήθηκαν από 21,5% του ΑΕΠ το 2009 σε σχεδόν 50% σήμερα.

Την ίδια στιγμή, τα δημογραφικά μεγέθη καταρρέουν. Οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 50%, από 118.000 το 2009 σε λιγότερες από 63.000 το 2024. Η χώρα καταγράφει πτώση 53 θέσεων στον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου, ενώ η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα καθίστανται κανονικότητα για τις νέες γενιές.

Ανάπτυξη με δανεικά

Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Ήδη, άλλες ευρωπαϊκές χώρες φαίνεται να εξετάζουν την επιλογή μιας παρόμοιας πορείας. Πρόσφατα, η Γερμανία –αντιμέτωπη με στασιμότητα και αποβιομηχάνιση– αποφάσισε να καταργήσει τον συνταγματικό «κόφτη χρέους» και να προχωρήσει σε νέο δανεισμό ύψους 850 δισ. ευρώ, που θα χρηματοδοτήσει εξοπλιστικά προγράμματα και βασικές υποδομές, όχι παραγωγικές επενδύσεις.

Αυτός ο κύκλος χρέους, αν και υπόσχεται προσωρινή ανάπτυξη, δεν δημιουργεί μακροπρόθεσμα εισόδημα, και θυμίζει έντονα την ελληνική στρατηγική της δεκαετίας του 2000 – τότε που η χώρα πανηγυριζόταν ως success story πριν την κατάρρευση.

Η ιστορία δείχνει ότι όταν η ανάπτυξη δεν βασίζεται στην παραγωγή, αλλά στην προσδοκία της απόδοσης του χρέους, το τέλος είναι προβλέψιμο. Αν μια χώρα καταρρεύσει, μπορεί να μετατραπεί –όπως συνέβη με την Ελλάδα– σε μια μηχανή κερδοφορίας για εξωτερικά συμφέροντα, ενώ ο πληθυσμός βυθίζεται στη φτώχεια και την απαξίωση.

Η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί προειδοποίηση, όχι μοντέλο. Αντί να ενθουσιαζόμαστε με τον εντυπωσιασμό των αγορών ή των δεικτών, χρειάζεται να εξετάζουμε τι σημαίνει πραγματικά αυτή η “ανάκαμψη” για τους πολίτες. Αν η Ευρώπη ακολουθήσει το ίδιο μονοπάτι –χρηματοδοτώντας μελλοντική ευημερία μέσω μη παραγωγικού χρέους– είναι πιθανό να βιώσει με καθυστέρηση την ίδια κρίση, απλώς σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα «πέτυχε», αλλά ποιοι επωφελήθηκαν από αυτήν την επιτυχία – και ποιο είναι το τίμημα για την κοινωνία που την υπέμεινε.

Στέγη, το μεγάλο πρόβλημα

Το κόστος στέγασης εξελίσσεται σε μια από τις πιο οξείες κοινωνικές κρίσεις στη σύγχρονη Ελλάδα, καθώς ολοένα και περισσότεροι πολίτες αδυνατούν να ανταποκριθούν οικονομικά στις βασικές τους στεγαστικές ανάγκες. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η κατάσταση είναι όχι μόνο οριακή αλλά και διαρκώς επιδεινούμενη, με την Ελλάδα να καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ε.Ε. σε ό,τι αφορά την προσιτή κατοικία.

Η μελέτη καταγράφει ότι το 31% των νοικοκυριών στις πόλεις δαπανά πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός του για στέγαση, ενώ στις αγροτικές περιοχές το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 25%. Οι αριθμοί αυτοί ξεπερνούν κατά πολύ τα ευρωπαϊκά όρια ανεκτής επιβάρυνσης, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο ευάλωτες ομάδες, αλλά μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν συνυπολογιστούν το κόστος ενοικίου, οι δόσεις στεγαστικών δανείων, οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας και τα δημοτικά τέλη.

Σύμφωνα με την έκθεση, η απόκλιση μεταξύ εισοδημάτων και τιμών κατοικίας δεν είναι παροδική, αλλά έχει λάβει διαρθρωτικό χαρακτήρα. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, ενώ οι τιμές ακινήτων και ενοικίων ανεβαίνουν σταθερά, ωθώντας ολοένα και περισσότερους πολίτες σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας.

Το ποσοστό των νοικοκυριών που υπερεπιβαρύνονται αυξήθηκε αισθητά την περίοδο 2018–2021:

  • Στις αστικές περιοχές, από 28,7% εκτινάχθηκε στο 32,2%,
  • Στις ημιαστικές, έφτασε το 28,8%,
  • Και στις αγροτικές, στο 27,7%.

Ιδιαίτερα υψηλά είναι τα ποσοστά στις τουριστικές περιοχές και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το Νότιο Αιγαίο κρατά τα θλιβερά πρωτεία με 45,7% υπερεπιβάρυνση, ενώ ακολουθεί η Ήπειρος με 38%, η Αττική με 35,4% και η Θεσσαλονίκη με 35%. Αντίθετα, η Κεντρική Ελλάδα εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό, με 23,4%.

Ιδιαίτερα επιβαρυμένοι είναι οι ενοικιαστές, καθώς το 60% των νοικοκυριών που νοικιάζουν δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση. Στις πόλεις, το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 62%. Σε αντίθεση, οι ιδιοκτήτες χωρίς στεγαστικό δάνειο βρίσκονται σε σαφώς καλύτερη θέση, με μόλις 15,3% να αντιμετωπίζει ανάλογο επίπεδο επιβάρυνσης.

Οι νεότερες ηλικίες, ειδικά τα νοικοκυριά 18–29 ετών, δυσκολεύονται ιδιαίτερα να βρουν προσιτή κατοικία. Παράλληλα, ηλικιωμένα άτομα άνω των 85 ετών εμφανίζουν και αυτά αυξημένη οικονομική πίεση.

Η απασχόληση παίζει καθοριστικό ρόλο: άνεργοι έχουν 15% περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν υπερεπιβάρυνση συγκριτικά με τους εργαζομένους.

Περιφερειακές Ανισότητες – Πίνακας χαρακτηριστικών περιπτώσεων

ΠεριοχήΙδιοκτήτες (2021)Ενοικιαστές (2021)
Αθήνα12,5%61%
Αττική20%50,8%
Θεσσαλονίκη11,3%68,1%
Κρήτη17,4%85,3%
Νησιά Ιονίου11,7%69,6%
Νότιο Αιγαίο24,3%58,9%
Δυτική Ελλάδα13,1%85,3%

Οι ενοικιαστές σε Κρήτη και Δυτική Ελλάδα καταγράφουν τις υψηλότερες υπερεπιβαρύνσεις (άνω του 85%), δείχνοντας ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σε αστικά κέντρα ή τουριστικούς προορισμούς, αλλά πλήττει και περιφέρειες με χαμηλότερα εισοδήματα.

Παρά τις συζητήσεις για πολιτικές στέγασης και φορολογικά κίνητρα, οι παρεμβάσεις έως τώρα παραμένουν αποσπασματικές και ανεπαρκείς. Χωρίς ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγής κοινωνικής κατοικίας, έλεγχο των βραχυχρόνιων μισθώσεων, και πολιτικές ενίσχυσης του εισοδήματος, το χάσμα μεταξύ των στεγαστικών αναγκών και της πραγματικότητας αναμένεται να διευρυνθεί.

Η στέγη δεν είναι προνόμιο. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα. Κι αν συνεχίσει να μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας, τότε το τίμημα θα είναι μια ολόκληρη γενιά εγκλωβισμένη στην αβεβαιότητα – χωρίς σπίτι, χωρίς σταθερότητα, χωρίς προοπτική.

Ετικέτες: