Το συνταξιοδοτικό δεν περιμένει: ποιοι ευνοούνται και γιατί στα 60 είναι ήδη αργά

Το συνταξιοδοτικό εξακολουθεί να είναι ένα από τα ζητήματα που οι περισσότεροι αφήνουν για αργότερα, μέχρι τη στιγμή που ο χρόνος πιέζει και τα περιθώρια στενεύουν. Όμως, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από όσα επισημαίνει ο εργατολόγος Γιώργος Κουτσούκος, στο σημερινό πλαίσιο υπάρχουν σαφείς κερδισμένοι και χαμένοι, ενώ η τελική σύνταξη δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, αλλά μακροχρόνιας επιλογής και σχεδιασμού.

Ο ίδιος σημειώνει εξαρχής ότι στο συνταξιοδοτικό «όντως υπάρχουν κερδισμένοι και χαμένοι». Κερδισμένοι, όπως εξηγεί, είναι όσοι υπάγονται σταθερά στις υψηλές ασφαλιστικές κατηγορίες, κυρίως ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι, οι οποίοι κινούνται τουλάχιστον από την τρίτη έως την έκτη κατηγορία και διαθέτουν έτη ασφάλισης από 35 έως 40 χρόνια. Αυτή η ομάδα, όπως λέει, οδηγείται «μαθηματικά στις πιο ικανοποιητικές συντάξεις».

Αντιθέτως, η εικόνα αλλάζει αισθητά για όσους παραμένουν σταθερά στις χαμηλές κατηγορίες. Ο Γιώργος Κουτσούκος περιγράφει με σαφήνεια τη διαφορά, τονίζοντας ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες που παραμένουν στην πρώτη και στη δεύτερη κατηγορία, ακόμη και αν συμπληρώσουν 40 χρόνια ασφάλισης, δηλαδή ακόμη και αν φτάσουν στο ανώτατο χρονικό όριο που συνήθως θεωρείται το «ταβάνι», καταλήγουν να λαμβάνουν σύνταξη κάτω από τα 1.000 ευρώ. Και αυτό, όπως υπογραμμίζει, «δημιουργεί ερωτηματικά».

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ποιοι ευνοούνται και ποιοι όχι, αλλά τι μπορεί να κάνει ένας ασφαλισμένος που θέλει να εξασφαλίσει καλύτερη σύνταξη. Η απάντηση που δίνει ο εργατολόγος είναι καθαρή: χρειάζεται έγκαιρη στρατηγική. Όπως λέει, «θα πρέπει από νωρίς να κάνει μια στρατηγική», διότι για κάθε άνθρωπο απαιτείται ουσιαστικά ένα προσωπικό συνταξιοδοτικό πλάνο. Με άλλα λόγια, ο ασφαλισμένος οφείλει εγκαίρως να διαμορφώνει τις επιλογές του, έτσι ώστε η πορεία του μέσα στο ασφαλιστικό σύστημα να οδηγεί, με μετρήσιμο και προβλέψιμο τρόπο, σε καλύτερο αποτέλεσμα.

Αυτή ακριβώς η διάσταση του σχεδιασμού είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικό στοιχείο που συχνά λείπει. Το ασφαλιστικό, επισημαίνει, δεν είναι ένα πεδίο αβεβαιότητας που δεν μπορεί να προσεγγιστεί. Αντιθέτως, «μπορεί να αποτιμηθεί, μπορεί να μετρηθεί». Γι’ αυτό και ο ασφαλισμένος δεν πρέπει να πορεύεται χωρίς σχέδιο, αλλά να χαράσσει μια σταθερή πορεία στον χρόνο, μέσα από τις κατηγορίες στις οποίες υπάγεται.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το σημείο στο οποίο τοποθετεί χρονικά αυτή την ανάγκη προγραμματισμού. Ο Γιώργος Κουτσούκος προειδοποιεί ότι η μεγάλη παγίδα είναι ο εφησυχασμός. Είναι η γνωστή νοοτροπία που αντιμετωπίζει τη σύνταξη ως κάτι μακρινό, σχεδόν αδιάφορο, μέχρι να πλησιάσει η ώρα της εξόδου από την εργασία. Όμως τότε, όπως εξηγεί, τα περιθώρια περιορίζονται δραματικά.

Η δική του εκτίμηση είναι ότι ηλικιακά η στρατηγική πρέπει να αρχίζει «από τα 40 και μετά». Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο ασφαλισμένος οφείλει να αρχίσει να παρακολουθεί σοβαρά την πορεία του, να εξετάζει τις επιλογές του και να σκέφτεται πώς αυτές θα επηρεάσουν τη μελλοντική του σύνταξη. Αν κάποιος φτάσει πολύ αργά στην αναζήτηση συμβουλής, τότε, ουσιαστικά, έχει ήδη διαμορφώσει μόνος του το αποτέλεσμα.

Γι’ αυτό και ο εργατολόγος στέκεται με έμφαση και στην ηλικία των 50 ετών. Όπως λέει, αν ένας ασφαλισμένος δεν έχει ήδη προβληματιστεί μέχρι τότε, «θα πρέπει εσπευσμένα» να δει τι έχει διανύσει στην επαγγελματική και ασφαλιστική του πορεία. Πρέπει να εξετάσει ποιες αποδοχές ή ποιες εισφορές έχει καταβάλει μέχρι εκείνη τη στιγμή, πώς αυτές έχουν επηρεάσει το ποσό της μελλοντικής του σύνταξης και κυρίως τι μπορεί να κάνει από εδώ και πέρα για να βελτιώσει το τελικό αποτέλεσμα.

Αντίθετα, όταν κάποιος εμφανίζεται στο «παρά πέντε» — όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, όταν δηλαδή ένας άνθρωπος στα 60 του απευθύνεται σε εργατολόγο για να μάθει τι σύνταξη θα πάρει — τότε τα περιθώρια ουσιαστικής παρέμβασης είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Σε εκείνο το στάδιο, η ασφαλιστική διαδρομή έχει σε μεγάλο βαθμό κλειδώσει και δεν υπάρχουν πλέον σοβαρές δυνατότητες να οδηγηθεί σε μια πραγματικά αποδοτική επιλογή.

Το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύεται είναι σαφές: στο σημερινό συνταξιοδοτικό περιβάλλον, η σύνταξη δεν είναι μια υπόθεση που μπορεί να αφεθεί στην τύχη ή στην τελευταία στιγμή. Οι υψηλότερες ασφαλιστικές κατηγορίες, όταν συνοδεύονται από μεγάλη διάρκεια ασφάλισης, οδηγούν σε σαφώς καλύτερες απολαβές, ενώ η παραμονή στις χαμηλές κατηγορίες, ακόμη και με πλήρη ασφαλιστικό βίο, δεν διασφαλίζει αξιοπρεπές αποτέλεσμα. Και πάνω απ’ όλα, όποιος θέλει να έχει ουσιαστικές επιλογές, πρέπει να κινηθεί έγκαιρα. Όχι όταν η συνταξιοδότηση βρίσκεται προ των πυλών, αλλά πολύ νωρίτερα, όταν υπάρχει ακόμη χρόνος να διορθώσει, να οργανώσει και να σχεδιάσει το μέλλον του.