LIVE Ακούστε Live Δια Πυρός
26 Ιουνίου 2026

Τραμπ ανοίγει παράθυρο για F-35, το Κογκρέσο βάζει φρένο στην Άγκυρα

Η επιδίωξη της Τουρκίας να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35 δεν αποτελεί νέα υπόθεση. Παραμένει, όμως, ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα στις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον, καθώς συνδέεται με τους ρωσικούς S-400, την αμερικανική νομοθεσία, τη στάση της Τουρκίας απέναντι στη Ρωσία και τις αντιρρήσεις κρίσιμων περιφερειακών παικτών, με πρώτο το Ισραήλ.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δείξει επανειλημμένα ότι θα ήθελε να ανοίξει ξανά ο δρόμος για την πώληση των F-35 στην Τουρκία. Η θέση του είχε φανεί καθαρά στη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, όταν κατηγόρησε την προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση για την άρνησή της να πουλήσει συστήματα Patriot στην Άγκυρα, αποσιωπώντας την τουρκική απαίτηση για συμπαραγωγή.

Τότε, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε στείλει στον Ερντογάν ένα σαφές μήνυμα: η Τουρκία μπορεί να ξαναμπεί στη συζήτηση για τα F-35, εφόσον πρώτα εγκαταλείψει τους S-400. Το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μια τεχνική διαφορά γύρω από ένα οπλικό σύστημα. Αγγίζει τον πυρήνα της εμπιστοσύνης μέσα στο ΝΑΤΟ, καθώς η κατοχή ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων από χώρα που ζητά πρόσβαση στο πιο προηγμένο αμερικανικό μαχητικό δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ασφαλείας.

Η αμερικανική πλευρά, όμως, δεν ζητά μόνο απομάκρυνση των S-400. Ο Τραμπ έχει αξιώσει από την Άγκυρα να εγκαταλείψει και την πολιτική του επιτήδειου ουδέτερου στο ουκρανικό ζήτημα, καθώς και τη διπλή ισορροπία που επιχειρεί να κρατήσει ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία. Η απαίτηση να περιορίσει ή να σταματήσει η Τουρκία τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας, ιδίως ρωσικού πετρελαίου, αποτελεί βαρύ πολιτικό και οικονομικό τίμημα.

Η δυσκολία για την Άγκυρα είναι προφανής. Η Τουρκία καλύπτει περίπου το 40% των ενεργειακών της αναγκών από τη Ρωσία, γεγονός που καθιστά μια απότομη αλλαγή πορείας εξαιρετικά σύνθετη. Ακόμη και αν ο Ερντογάν επιθυμούσε την επιστροφή στα F-35, το ενεργειακό κόστος μιας τέτοιας μετατόπισης θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ υψηλό για την τουρκική οικονομία και την εσωτερική πολιτική ισορροπία.

Το ενεργειακό τίμημα και το βάρος του Ακούγιου

Στην εξίσωση μπαίνει και ο πυρηνικός σταθμός του Ακούγιου, μια ρωσική επένδυση ύψους 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία αναμένεται να καλύψει έως το 2030 περίπου το 10% των ηλεκτρικών αναγκών της Τουρκίας. Η πρόσφατη αμερικανοτουρκική συμφωνία συνεργασίας για μελλοντική ανάπτυξη πυρηνικών σταθμών, που υπεγράφη στη δεύτερη θητεία Τραμπ, δεν μπορεί να συγκριθεί σε μέγεθος και άμεση βαρύτητα με την υπάρχουσα ρωσική παρουσία στο τουρκικό ενεργειακό σύστημα.

Αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες έχουν σαφή πολιτική σημασία. Η Τουρκία δεν διαπραγματεύεται μόνο την αγορά ενός μαχητικού αεροσκάφους. Διαπραγματεύεται τη θέση της ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία, σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον απαιτεί καθαρότερες επιλογές από τους συμμάχους της. Η Άγκυρα θέλει τα οφέλη της δυτικής αμυντικής τεχνολογίας, διατηρώντας ταυτόχρονα στρατηγικές οικονομικές σχέσεις με τη Μόσχα. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που προκαλεί δυσπιστία στην αμερικανική πλευρά.

Το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης είναι ακόμη πιο περίπλοκο. Οι δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, υπέρ μιας πιθανής επιστροφής της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35 προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις στο Κογκρέσο. Νομοθέτες απέστειλαν επιστολή στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, επισημαίνοντας ότι οι δηλώσεις αυτές υπονομεύουν την αμερικανική διπλωματία, αποκλίνουν από τη σταθερή πολιτική της Ουάσιγκτον και δημιουργούν ανησυχίες σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία για την περιφερειακή ασφάλεια.

Οι βουλευτές υπενθύμισαν ότι η αμερικανική νομοθεσία θέτει σαφείς όρους. Η Τουρκία πρέπει πρώτα να απομακρύνει τα ρωσικά συστήματα S-400, να δεσμευτεί ότι δεν θα αποκτήσει αντίστοιχα οπλικά συστήματα στο μέλλον και να αποδείξει ότι δεν έχει παραλάβει πρόσθετα ρωσικά συστήματα. Κατά την εκτίμησή τους, η Άγκυρα δεν έχει εκπληρώσει καμία από αυτές τις προϋποθέσεις.

Παράλληλα, οι νομοθέτες ζήτησαν από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να διευκρινίσει πώς ερμηνεύει τους ισχύοντες περιορισμούς της νομοθεσίας CAATSA σε σχέση με οποιαδήποτε πιθανή αλλαγή στην αμυντική συνεργασία με την Τουρκία. Το αίτημα αυτό δείχνει ότι το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί μόνο με μια πολιτική απόφαση του Λευκού Οίκου, καθώς υπάρχουν δεσμευτικές νομοθετικές προβλέψεις που περιορίζουν τις κινήσεις της εκτελεστικής εξουσίας.

Το Κογκρέσο κρατά το κλειδί των F-35

Οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο δεν σταμάτησαν εκεί. Ζητήθηκε να αποσαφηνιστεί ποιες ακριβώς προϋποθέσεις θα πρέπει να πληροί η Τουρκία για να εξεταστεί εκ νέου η συμμετοχή της στο πρόγραμμα των F-35. Ζητήθηκαν επίσης εγγυήσεις ότι η διπλωματική σχέση με την Άγκυρα και τους περιφερειακούς εταίρους θα παραμείνει ευθυγραμμισμένη με την αμερικανική νομοθεσία, τις απαιτήσεις ασφαλείας του ΝΑΤΟ και τον στόχο της περιφερειακής σταθερότητας.

Η στάση του Μάρκο Ρούμπιο έδειξε τα όρια των προεδρικών προθέσεων. Πριν από τρεις εβδομάδες, κατά την ακρόασή του στην Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών αναγνώρισε ότι η υφιστάμενη νομοθεσία υποχρεώνει την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να κρατήσει την Τουρκία εκτός του προγράμματος των F-35.

Ο Ρούμπιο ήταν σαφής: το θέμα ρυθμίζεται από τον νόμο και η κυβέρνηση δεν έχει αυτή τη στιγμή την επιλογή να κινηθεί διαφορετικά. Επικαλέστηκε τόσο τις προβλέψεις που έχουν ενσωματωθεί στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ όσο και άλλες διατάξεις της αμερικανικής νομοθεσίας. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν ο Τραμπ επιθυμεί πολιτικά να διευκολύνει τον Ερντογάν, ο δρόμος προς τα F-35 περνά μέσα από το Κογκρέσο.

Η πρόσφατη διατύπωση του Αμερικανού προέδρου, μάλιστα ενώπιον του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, έχει αναμφίβολα πολιτική βαρύτητα. Δημιουργεί προσδοκίες στην Άγκυρα, στέλνει μήνυμα επαναπροσέγγισης και δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος θέλει να κρατήσει την Τουρκία δεμένη στο δυτικό στρατόπεδο. Στη διπλωματία, όμως, οι δηλώσεις δεν αρκούν. Τα κρίσιμα στοιχεία είναι οι νόμοι, οι δεσμεύσεις ασφαλείας, οι συσχετισμοί στο Κογκρέσο και οι πραγματικές κινήσεις της Τουρκίας απέναντι στη Ρωσία.

Στην υπόθεση υπάρχει και η σταθερή αντίθεση του Ισραήλ, το οποίο δεν βλέπει θετικά την πιθανότητα απόκτησης F-35 από την Τουρκία. Η ισραηλινή επιφύλαξη προσθέτει ακόμη ένα εμπόδιο, καθώς η Ουάσιγκτον δύσκολα θα αγνοήσει τις ανησυχίες ενός κεντρικού της συμμάχου σε μια περίοδο έντονης αστάθειας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επικείμενη σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και το τετ α τετ Τραμπ – Ερντογάν θα δείξουν αν υπάρχει πραγματικό περιθώριο προόδου ή αν η συζήτηση για τα F-35 παραμένει εργαλείο πίεσης και διαπραγμάτευσης. Η Τουρκία θέλει να επιστρέψει στο πρόγραμμα, η Ουάσιγκτον θέλει καθαρότερες δεσμεύσεις και το Κογκρέσο απαιτεί εφαρμογή του νόμου. Σε αυτή τη σύγκρουση επιθυμιών, το τίμημα για την Άγκυρα μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από όσο είναι διατεθειμένη να πληρώσει.

Ετικέτες: