Τσελέντης: Δεν είναι «θωρακισμένη» η Ελλάδα απέναντι σε μεγάλους σεισμούς

Τον έντονο προβληματισμό του για τη σεισμική δραστηριότητα σε διεθνές επίπεδο εκφράζει ο σεισμολόγος Άκης Τσελέντης, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής από αντίστοιχα φαινόμενα. Όπως τονίζει, μεγάλοι σεισμοί είναι πιθανό, σε βάθος χρόνου, να εκδηλωθούν και στο Ελληνικό τόξο, δηλαδή στη ζώνη νότια της Κρήτης όπου συγκρούονται η ευρασιατική με την αφρικανική τεκτονική πλάκα.

Η επίδραση των «μακρινών» σεισμών

Σύμφωνα με τον ίδιο, σεισμοί μεγέθους 7,5 έως 8 Ρίχτερ μπορούν να έχουν επιπτώσεις ακόμη και σε μεγάλες αποστάσεις. Καθώς τα σεισμικά κύματα διαδίδονται, χάνουν τα υψηλής συχνότητας χαρακτηριστικά τους και μετατρέπονται σε χαμηλής συχνότητας ταλαντώσεις, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά τις κατασκευές.

Ιδιαίτερα ευάλωτες σε αυτές τις δονήσεις είναι οι κατασκευές με μεγάλη ιδιοπερίοδο, όπως τα ψηλά κτίρια, οι μεγάλες γέφυρες, οι αγωγοί φυσικού αερίου και οι ανεμογεννήτριες, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συντονισμού.

Παραδείγματα από την ελληνική εμπειρία

Ο σεισμολόγος παραπέμπει σε χαρακτηριστικά παραδείγματα από την Ελλάδα, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές επιπτώσεις των σεισμών:

Ο σεισμός του 1981 επηρέασε κυρίως πολυώροφα κτίρια και ιδιαίτερα τους ανώτερους ορόφους, ενώ ο σεισμός του 1999 προκάλεσε μεγαλύτερες ζημιές σε χαμηλότερες κατασκευές και στα κατώτερα επίπεδα. Παράλληλα, ο σεισμός των Κυθήρων το 2006 έγινε αισθητός σχεδόν σε όλη τη χώρα, προκαλώντας μετακινήσεις αντικειμένων ακόμη και σε ψηλά κτίρια της Αθήνας.

Όπως εξηγεί, οι μακρινοί σεισμοί χαρακτηρίζονται κυρίως από χαμηλόσυχνη ταλάντωση και μικρότερες επιταχύνσεις, σε αντίθεση με τους τοπικούς και επιφανειακούς σεισμούς που προκαλούν πιο απότομες και καταστροφικές κινήσεις.

Ανάγκη για πρόληψη και σχεδιασμό

Το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύεται είναι η ανάγκη για ενίσχυση του σχεδιασμού και της πρόληψης. Η πιθανότητα εκδήλωσης ισχυρών σεισμών στο Ελληνικό τόξο παραμένει υπαρκτή, ενώ οι επιπτώσεις τους ενδέχεται να πλήξουν κυρίως μεγάλες και σύγχρονες υποδομές, απαιτώντας διαφορετική προσέγγιση στην αντισεισμική προστασία.