Βαριές πληγές από τα μνημόνια στους Έλληνες συνταξιούχους
Περισσότερες από 20 σημαντικές περικοπές υπέστησαν οι Έλληνες συνταξιούχοι την περίοδο των μνημονίων, με συνολική απώλεια εισοδημάτων που υπολογίζεται στα 160 δισεκατομμύρια ευρώ μέσα σε 15 χρόνια. Παρότι η Ελλάδα έχει εξέλθει από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής από τον Αύγουστο του 2018, δηλαδή εδώ και επτά χρόνια, ορισμένα από τα επώδυνα μέτρα που επιβλήθηκαν τότε παραμένουν ενεργά μέχρι σήμερα, όπως η προσωπική διαφορά στις συντάξεις και η εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων, έστω και με κάποιες τροποποιήσεις.
Οι συνταξιούχοι βρίσκονται στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών ενόψει της παρουσίας του Πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, μαζί με τις φοροελαφρύνσεις και το πρόγραμμα στέγασης. Στόχος της κυβέρνησης είναι να ενισχύσει το εισόδημα των συνταξιούχων, με σειρά παρεμβάσεων που αναμένεται να οριστικοποιηθούν τις επόμενες ημέρες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην προσωπική διαφορά, ένα μέτρο που αφορά περίπου 670.000 συνταξιούχους και το οποίο φαίνεται να οδηγείται προς κατάργηση, λόγω του έντονου κοινωνικού του συμβολισμού και της αναμενόμενης θετικής απήχησης που θα έχει στους πολίτες.
Τρία βασικά σενάρια εξετάζονται από την κυβέρνηση: το πρώτο αφορά την άμεση κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, ώστε οι συνταξιούχοι που σήμερα δεν λαμβάνουν αυξήσεις να μπορέσουν να ενταχθούν κανονικά στις αυξήσεις που προβλέπονται για το 2026. Το δεύτερο προβλέπει τη μείωση της προσωπικής διαφοράς κατά 50%, ώστε να υπάρξει προοδευτική σύγκλιση με τις νέες αυξημένες συντάξεις. Το τρίτο σενάριο περιλαμβάνει την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς σε δύο φάσεις – η πρώτη στο 50% το 2026 και η δεύτερη στο υπόλοιπο 50% το 2027, χρονιά που συμπίπτει με την έναρξη της προεκλογικής περιόδου.
Οι συνέπειες κάθε σεναρίου για τους συνταξιούχους είναι διαφορετικές. Εάν η προσωπική διαφορά καταργηθεί άμεσα, τότε οι 670.000 συνταξιούχοι που την διατηρούν σήμερα θα δικαιούνται εφεξής τις ετήσιες αυξήσεις, κάτι που δεν συνέβαινε μέχρι τώρα. Για παράδειγμα, συνταξιούχος γήρατος του ΙΚΑ με 25 έως 27 έτη ασφάλισης και συνολική σύνταξη 883 ευρώ, με προσωπική διαφορά 42 ευρώ, θα μπορούσε να δει τη σύνταξή του να αυξάνεται κατά 21 ευρώ το 2026, με την προϋπόθεση ότι η ετήσια αύξηση θα κινηθεί στο 2,4%, φτάνοντας στα 904 ευρώ.
Στην περίπτωση που εφαρμοστεί μείωση της προσωπικής διαφοράς κατά 50%, ο ίδιος συνταξιούχος θα διατηρήσει τη μισή διαφορά, δηλαδή 21 ευρώ, χωρίς όμως να δικαιούται αύξηση. Εάν επιλεγεί η σταδιακή κατάργηση σε δύο δόσεις, το ίδιο αποτέλεσμα θα προκύψει αλλά με χρονική σαφήνεια, ευνοώντας ιδιαίτερα όσους έχουν υψηλές προσωπικές διαφορές και οι οποίοι, με το ισχύον σύστημα, θα χρειάζονταν 5 έως 10 χρόνια για να δουν πραγματικές αυξήσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν συνταξιούχοι του πρώην ΟΑΕΕ με προσωπικές διαφορές που φτάνουν τα 450 ευρώ.
Σύμφωνα με την ισχύουσα κατάσταση, οι συνταξιούχοι που δεν λαμβάνουν αυξήσεις βλέπουν τις προσωπικές τους διαφορές να μειώνονται λογιστικά κάθε χρόνο μέσω των γενικών αυξήσεων, με αποτέλεσμα περίπου 90.000 συνταξιούχοι να «ξεκλειδώνουν» την πρόσβαση σε αυξήσεις ετησίως. Με βάση τις προβολές του ΕΦΚΑ, εάν ο ρυθμός αυτός συνεχιστεί, άλλοι 240.000 με 250.000 συνταξιούχοι ενδέχεται να μηδενίσουν την προσωπική τους διαφορά την επόμενη διετία. Ωστόσο, για πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ακόμα, με υψηλές προσωπικές διαφορές, θα χρειαστούν αρκετά περισσότερα χρόνια – από 5 έως 10 – για να μπορέσουν να φτάσουν στο επίπεδο που θα τους επιτρέψει να δουν αύξηση στο καθαρό τους εισόδημα.
Αν τελικά εφαρμοστεί το σενάριο της πλήρους κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, τότε όλοι οι συνταξιούχοι που τη διατηρούν θα λάβουν τις αυξήσεις του 2026 αυτομάτως, πιθανότατα από τα τέλη του τρέχοντος έτους. Το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος αυτής της επιλογής εκτιμάται σε 160 εκατομμύρια ευρώ. Αντιθέτως, η μείωση της προσωπικής διαφοράς κατά 50% θα κοστίσει 80 με 90 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ενώ η διατήρηση του επιδόματος προσωπικής διαφοράς, όπως έγινε το 2024, θα έχει κόστος μικρότερο από 84 εκατομμύρια ευρώ, καθώς ο αριθμός των δικαιούχων μειώνεται σταδιακά κάθε χρόνο.
Εναλλακτικά, εξετάζεται το ενδεχόμενο διεύρυνσης των κριτηρίων για τη χορήγηση της ετήσιας οικονομικής ενίσχυσης των 250 ευρώ, που θα καταβάλλεται ετησίως από τον Νοέμβριο του 2025. Συζητείται η μείωση του ηλικιακού ορίου από τα 65 έτη στα 62, καθώς και η αύξηση των εισοδηματικών ορίων, ώστε η ενίσχυση να καλύψει μεγαλύτερο εύρος συνταξιούχων και όχι μόνο τους χαμηλοσυνταξιούχους. Τα σημερινά κριτήρια προβλέπουν ότι για να λάβει κάποιος την ενίσχυση πρέπει να έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, να διαθέτει ετήσιο εισόδημα έως 14.000 ευρώ (άγαμοι) ή έως 26.000 ευρώ (έγγαμοι), και ακίνητη περιουσία αξίας έως 200.000 ευρώ για άγαμους και έως 300.000 ευρώ για έγγαμους.
Το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται όλα τα πιθανά σενάρια, με στόχο να επιλέξει είτε ένα γενναιόδωρο μέτρο είτε ένα πακέτο μέτρων που, παρά τους περιορισμένους δημοσιονομικούς πόρους, θα προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στο εισόδημα των συνταξιούχων.
Οι περικοπές που επιβλήθηκαν στους συνταξιούχους στη διάρκεια της κρίσης οδήγησαν σε απώλειες άνω των 164 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το μισό ΑΕΠ της χώρας. Οι κυριότερες παρεμβάσεις ήταν οι εξής: το 2010, με το πρώτο μνημόνιο, καταργήθηκαν τα δώρα – η 13η και η 14η σύνταξη. Το 2011, επιβλήθηκαν μειώσεις 6% έως 10% σε όλους τους συνταξιούχους κάτω των 60 ετών, καθώς και εισφορά αλληλεγγύης 3% έως 14% για συντάξεις άνω των 1.400 ευρώ. Παράλληλα, μειώθηκαν και οι επικουρικές με κλιμακωτές περικοπές.
Το 2011 και το 2012 συνεχίστηκαν οι περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, με μειώσεις έως και 40% για νέους συνταξιούχους κάτω των 55 ετών, καθώς και επιπλέον μειώσεις για ποσά άνω των 1.300 ευρώ. Το 2014 επιβλήθηκε οριζόντια μείωση 5,2% σε όλες τις επικουρικές, ενώ μειώθηκαν κατά 10% οι πρόωρες συντάξεις στον ιδιωτικό τομέα. Το 2016, στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου, οι επικουρικές κόπηκαν έως 40% σε 250.000 δικαιούχους, καταργήθηκε το ΕΚΑΣ για περίπου 160.000 χαμηλοσυνταξιούχους, μειώθηκαν τα μερίσματα του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων έως και 45% και με τον νόμο Κατρούγκαλου οι νέες συντάξεις υπολογίζονται μειωμένες κατά 30%. Επιπλέον, επιβλήθηκε πλαφόν 2.000 ευρώ στις κύριες συντάξεις και 3.000 ευρώ στο άθροισμα πολλών συντάξεων, καθιερώθηκαν αυστηρότερα κριτήρια για τις συντάξεις χηρείας και μειώθηκαν κατά 60% οι συντάξεις όσων εργάζονται ταυτόχρονα.
Αυτές οι πολιτικές λιτότητας άφησαν βαθειά σημάδια στο εισόδημα και στην καθημερινότητα των συνταξιούχων, οι οποίοι, ακόμα και σήμερα, επωμίζονται μέρος του βάρους από τις αποφάσεις εκείνης της περιόδου. Οι επικείμενες αποφάσεις της κυβέρνησης θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το εάν και πώς θα αποκατασταθούν οι πολυετείς αδικίες εις βάρος μιας από τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.