Σήμερα Γιορτάζουν:

ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ

ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ

8 Νοεμβρίου 2025

Βενεζουέλα 2025: Το νέο Ιράκ της υπερδύναμης που χάνει την ηγεμονία της

Το αμερικανικό imperium περνά κρίση – όχι μόνο ηθική και πολιτική, αλλά υπαρξιακή. Πίσω από τα σύννεφα ρητορικής περί «ελευθερίας», «δημοκρατίας» και «ανθρώπινων δικαιωμάτων», η Ουάσιγκτον επιστρέφει στην πιο ωμή εκδοχή της αποικιοκρατικής λογικής: την αρπαγή φυσικών πόρων με τη βία. Οι αριθμοί μιλούν καθαρά.

Για πρώτη φορά μετά από τρεις δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν λιγότερα αποθέματα χρυσού από τις ξένες κεντρικές τράπεζες, ενώ το δημόσιο χρέος έχει εκτοξευθεί, ο πληθωρισμός πιέζει τη μεσαία τάξη και η παραγωγική βάση της χώρας διαβρώνεται. Το δολάριο, αν και ακόμη κυρίαρχο, δεν είναι πια απρόσβλητο. Και ακριβώς αυτή η παρακμή γεννά τον επόμενο πόλεμο.

Η Βενεζουέλα είναι το νέο Ιράκ, το νέο Αφγανιστάν, το επόμενο θύμα μιας υπερδύναμης που δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς εχθρούς. Πλούσια σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σπάνιες γαίες και χρυσό, η χώρα του Ούγο Τσάβες και του Νικολάς Μαδούρο αποτελεί σήμερα το πιο δελεαστικό οικονομικό τρόπαιο για μια Αμερική που βλέπει το νόμισμά της να απειλείται και την ηγεμονία της να διαβρώνεται από τους BRICS.  Το World Gold Council καταγράφει ψυχρά τα δεδομένα, αλλά η πολιτική τους ερμηνεία είναι καυτή: οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον τα αποθέματα που απαιτούνται για να στηρίξουν το νομισματικό τους αφήγημα. Κι όταν το χρήμα δεν έχει αντίκρισμα, το αντίκρισμα το φτιάχνουν τα όπλα.

Η New York Times αποκάλυψε ότι ο Μαδούρο προσφέρθηκε να συνάψει ενεργειακή συμφωνία με την Ουάσιγκτον για να αποφύγει τη σύγκρουση. Η απάντηση του Τραμπ ήταν η απειλή εισβολής. Γιατί; Επειδή ο στόχος δεν είναι η συμφωνία, αλλά η υποταγή.  Ο Τραμπ θέλει να επιβάλει στη Βενεζουέλα ένα καθεστώς-μαριονέτα, που θα εκχωρήσει τους φυσικούς πόρους της χώρας σε αμερικανικά συμφέροντα χωρίς αντάλλαγμα — ένα remake του 2003, όταν η Ουάσιγκτον εισέβαλε στο Ιράκ για να «φέρει τη δημοκρατία» και τελικά διατηρεί μέχρι σήμερα τον έλεγχο των πετρελαϊκών εσόδων μέσω «χρηματοπιστωτικής επιτήρησης». Το ίδιο manual, διαφορετικό έδαφος.

Η επιθετικότητα του Τραμπ εντάσσεται σε ένα τριπλό γεωπολιτικό σχέδιο:

Πρώτον, την αναβίωση του Δόγματος Μονρόε για τον 21ο αιώνα – το δόγμα που διακηρύσσει ότι ολόκληρη η Λατινική Αμερική είναι «αμερικανική αυλή» και καμία Ρωσία ή Κίνα δεν έχει δικαίωμα να αποκτήσει επιρροή εκεί.

Δεύτερον, την ανάγκη του Τραμπ να επιδείξει δύναμη σε μια στιγμή που η Ουκρανία εξελίσσεται σε πολιτική ήττα για τις ΗΠΑ.

Και τρίτον, τη στρατηγική απονομιμοποίησης του πολυπολικού κόσμου: να αποδείξει ότι, όταν μια χώρα όπως η Βενεζουέλα δέχεται πίεση, οι φίλοι της (Ρωσία, Κίνα, BRICS) δεν μπορούν να τη σώσουν. Είναι μια ψυχολογική επιχείρηση που στοχεύει να διαβρώσει το ηθικό του Παγκόσμιου Νότου.

Τη βρόμικη δουλειά αναλαμβάνουν όπως πάντα τα media του κατεστημένου. Η Washington Post, ιδιοκτησίας Τζεφ Μπέζος – του ίδιου που διαχειρίζεται συμβόλαια 10 δισ. δολαρίων με τη CIA και το Πεντάγωνο – προβάλλει την «ανησυχία» των ΗΠΑ και αφήνει να εννοηθεί ότι η Μόσχα και το Πεκίνο εγκαταλείπουν τον Μαδούρο. Είναι η κλασική τεχνική της ψυχολογικής απομόνωσης: να δείχνεις ότι κανείς δεν θα βοηθήσει το επόμενο θύμα σου. Η δημοσιογραφία ως εργαλείο πολέμου, με το προσωπείο της ενημέρωσης.

Το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Είτε στη Βενεζουέλα, είτε στην Υεμένη, είτε στο Αφγανιστάν, η αμερικανική μέθοδος είναι η ίδια: πρώτα πυροβολούμε, μετά ρωτάμε. Όπως οι επιθέσεις drones που σκότωσαν ψαράδες που «μοιάζανε με λαθρέμπορους», όπως οι γαμήλιες πομπές που βαφτίστηκαν «τρομοκρατικά κονβόι».

Ο Τραμπ, μιλώντας για τα πλοιάρια που ανατινάχθηκαν στην Καραϊβική, είχε δηλώσει με κυνισμό: «Απλά τους σκοτώνουμε. Ας πούμε, είναι σαν νεκροί». Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι το απόσταγμα ολόκληρης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: μια αυτοκρατορία που έχει χάσει κάθε αίσθηση αναλογίας, κάθε αίσθηση ενοχής.

Η Γερουσία των ΗΠΑ, που τυπικά λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στην εκτελεστική εξουσία, έχει μετατραπεί σε πειθήνιο βραχίονα του στρατιωτικού βιομηχανικού συμπλέγματος. Οι Γκράχαμ, Μακόνελ, Κότον και λοιπά γεράκι της πολιτικής, δεν φρενάρουν την επιθετικότητα του Τραμπ· την επιδοκιμάζουν. Το Σύνταγμα μιλά για «checks and balances», αλλά η πραγματικότητα μιλά για «checks and contracts»: επιταγές προς τις εταιρείες όπλων και συμβόλαια για τους δωρητές της εκστρατείας. Ο πόλεμος είναι το πιο κερδοφόρο bipartisan project στην αμερικανική ιστορία.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι επιχειρήσεις ανατροπής καθεστώτων διατηρούν απόλυτη θεσμική συνέχεια. Ο Μπάιντεν σχεδίασε την απαγωγή του Μαδούρο, ο Τραμπ την συνέχισε. Η CIA στρατολογεί πιλότους, ακτιβιστές, «αντιπολιτευόμενους» και δημοσιογράφους, επιδιώκοντας να φτιάξει ένα πραξικόπημα που θα μοιάζει με λαϊκή εξέγερση.

Το ίδιο manual εφαρμόζεται σήμερα στην Ινδία, όπου οι ΗΠΑ υποδαυλίζουν ταραχές μέσω ΜΚΟ για να πλήξουν τον εθνικιστή Μόντι, αλλά και στο Ιράν, όπου τα think tanks της Ουάσιγκτον (βλ. Foreign Affairs) μιλούν ανοιχτά για «τον σωστό δρόμο για αλλαγή καθεστώτος». Οι στόχοι έχουν κοινό παρονομαστή: Βενεζουέλα, Ιράν, Νιγηρία — χώρες πλούσιες σε ενεργειακούς πόρους και μέλη ή σύμμαχοι των BRICS. Η επίθεση είναι ταυτόχρονα οικονομική, ιδεολογική και στρατηγική.

Και όσο η αμερικανική οικονομία βυθίζεται, οι χρηματιστηριακοί δείκτες ψηφίζουν πόλεμο. Από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ, οι μετοχές των εταιρειών όπλων έχουν εκτοξευθεί κατά 121%, ενώ οι εισηγμένες στον δείκτη του Πενταγώνου έχουν ανέβει πάνω από 50%. Η Wall Street γνωρίζει ότι ο πόλεμος είναι η μόνη επένδυση χωρίς ρίσκο. Ο φόβος εξασφαλίζει ρευστότητα, οι βόμβες εξασφαλίζουν μερίσματα.

Ο Τραμπ, που αποκαλεί τον εαυτό του «Πρόεδρο της Ειρήνης», δεν μπορεί να ανεχθεί καμία ταπείνωση τύπου Σαϊγκόν ή Καμπούλ. Η ψυχολογία του είναι η ψυχολογία ενός αυτοκράτορα που δεν γνωρίζει την ήττα – κι ακριβώς γι’ αυτό την προκαλεί.

Η ρητορική του «θα κάνουμε τη Βενεζουέλα ξανά ελεύθερη» είναι το ίδιο προσωπείο που φορούσαν όλοι οι προκατόχοι του, από τον Ρίγκαν μέχρι τον Μπους. Ελευθερία, όμως, σημαίνει να σου παίρνουν το πετρέλαιο, να σε απομονώνουν οικονομικά και να σου επιβάλλουν πολιτικούς «τεχνοκράτες» με έγκριση του ΔΝΤ.

Το μόνο που μπορεί να συγκρατήσει την αμερικανική επιθετικότητα είναι η ισχύς, όχι η διπλωματία. Ούτε οι «κόκκινες γραμμές» ούτε τα ψηφίσματα του ΟΗΕ σταματούν τα αεροπλανοφόρα. Αυτό που τα σταματά είναι η ικανότητα μιας χώρας να αμυνθεί.

Η Βενεζουέλα, αν θέλει να επιβιώσει, θα χρειαστεί να επενδύσει στη δική της αποτροπή — στους υπερηχητικούς πυραύλους, στα νέα αμυντικά συστήματα που αλλάζουν την ισορροπία στη θάλασσα. Η ίδια η αμερικανική Υπηρεσία Πυραυλικής Άμυνας αναγνωρίζει πλέον ότι τα αεροπλανοφόρα δεν είναι άτρωτα. Κι αυτό, για την Ουάσιγκτον, είναι ο πραγματικός εφιάλτης.

Ο κόσμος αλλάζει. Το δολάριο δεν είναι πια απόλυτος κυρίαρχος, το ΝΑΤΟ δεν είναι πια αδιαμφισβήτητο, η Δύση δεν είναι πια το κέντρο του πλανήτη. Η Βενεζουέλα, με όλες τις αδυναμίες της, είναι απλώς το νέο μέτωπο μιας παγκόσμιας μετάβασης όπου ο πολυπολικός κόσμος παλεύει να γεννηθεί μέσα από το αίμα. Οι ΗΠΑ, εγκλωβισμένες στην αλαζονεία τους, δεν μπορούν να δεχθούν έναν κόσμο χωρίς την ηγεμονία τους. Γι’ αυτό και ο πόλεμος τους δεν είναι ποτέ «ο τελευταίος». Είναι πάντα ο επόμενος.

Ετικέτες: