22 Μαΐου 2026

Υποκλοπές: Ο Φλωρίδης υπερασπίζεται τον Άρειο Πάγο και επιτίθεται στην αντιπολίτευση

Υπερασπιστική γραμμή υπέρ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ανέλαβε από το βήμα της Ολομέλειας ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, απαντώντας στη σφοδρή κριτική που έχει προκαλέσει η απόφαση να μην ανασυρθεί από το αρχείο ο φάκελος των υποκλοπών.

Η παρέμβασή του έγινε μέσα σε ιδιαίτερα φορτισμένο πολιτικό κλίμα, καθώς η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να κλείσει οριστικά ένα από τα βαρύτερα θεσμικά σκάνδαλα της μεταπολίτευσης, ενώ η κυβερνητική πλευρά επιμένει ότι η Δικαιοσύνη έχει ήδη αποφανθεί για τον κρίσιμο πυρήνα της υπόθεσης.

Ο κ. Φλωρίδης κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι αντιμετωπίζουν τη Δικαιοσύνη επιλεκτικά, χειροκροτώντας τις αποφάσεις που εξυπηρετούν την πολιτική τους γραμμή και αποδοκιμάζοντας όσες δεν επιβεβαιώνουν το αφήγημά τους.

«Όλα καταλήγουν στο να διαλέγετε ποιο τμήμα της Δικαιοσύνης δεν σας αρέσει και ανάλογα χειροκροτείτε ή αποδοκιμάζετε», ανέφερε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι ορισμένοι έφτασαν ακόμη και στο σημείο να ζητούν τη βίαιη προσαγωγή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Η υπεράσπιση του Αρείου Πάγου και το αρχείο των υποκλοπών

Ο υπουργός Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι η υπόθεση των υποκλοπών έχει ήδη περάσει από τη θεσμική κρίση της Δικαιοσύνης, υπενθυμίζοντας ότι την έρευνα είχε αναλάβει αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος εξέδωσε δύο πορίσματα.

Σύμφωνα με τον κ. Φλωρίδη, τα πορίσματα αυτά κατέληξαν σε δύο διακριτά συμπεράσματα. Το πρώτο αφορούσε την εμπλοκή ιδιωτών σε παράνομες πράξεις, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό, με την υπόθεση να εκκρεμεί πλέον στο Εφετείο.

Το δεύτερο σκέλος, όπως ανέφερε, αφορούσε τη διερεύνηση πιθανής εμπλοκής κρατικών ή μυστικών υπηρεσιών σε παράνομες παρακολουθήσεις. Εκεί, κατά την κυβερνητική θέση που παρουσίασε ο υπουργός, δεν προέκυψε εμπλοκή της ΕΥΠ ή άλλης κρατικής υπηρεσίας.

Με βάση αυτή τη συλλογιστική, ο κ. Φλωρίδης υποστήριξε ότι όσοι επικαλούνται την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ως απόδειξη λειτουργίας της Δικαιοσύνης, οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι η ίδια δικαστική διαδρομή στηρίχθηκε στην έρευνα του Αρείου Πάγου.

Η κατασκοπεία, τα νέα στοιχεία και η άρνηση ανάσυρσης

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός Δικαιοσύνης στο σκέλος της υπόθεσης που αφορά το ενδεχόμενο κατασκοπείας, το οποίο έχει τεθεί από την αντιπολίτευση ως κρίσιμο ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Όπως είπε, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο σημείωσε στην απόφασή του ότι ενδεχομένως πρέπει να διερευνηθούν ζητήματα ψευδομαρτυρίας, καθώς και ζητήματα κατασκοπείας, εφόσον προκύπτουν σχετικές ενδείξεις.

Κατά τον κ. Φλωρίδη, το σκέλος που αφορά πιθανές ψευδομαρτυρίες διαβιβάστηκε στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και έχει ήδη διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση.

Αντίθετα, ως προς το ενδεχόμενο κατασκοπείας, η υπόθεση διαβιβάστηκε στον Άρειο Πάγο, όπου ο Εισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι από τη μελέτη της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο που δεν είχε ήδη εξεταστεί στα προηγούμενα πορίσματα.

Με αυτό το σκεπτικό, σύμφωνα με τον υπουργό, ο φάκελος δεν ανασύρθηκε από το αρχείο. Ο κ. Φλωρίδης επέμεινε ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν έθεσε ο ίδιος την υπόθεση στο αρχείο, αλλά αποφάνθηκε πως δεν υπάρχει νέο υλικό που να δικαιολογεί την ανάσυρσή της.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία, ωστόσο, δεν αίρει το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Το σκάνδαλο των υποκλοπών εξακολουθεί να αφορά τον πυρήνα της θεσμικής εμπιστοσύνης, την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, τη λειτουργία της ΕΥΠ και τα όρια της πολιτικής ευθύνης σε ένα κράτος δικαίου.

Το επιχείρημα για τους κοινούς στόχους ΕΥΠ και ιδιωτών

Ο Γιώργος Φλωρίδης απάντησε και στο επιχείρημα της αντιπολίτευσης ότι η ύπαρξη έντεκα κοινών στόχων ανάμεσα στις νόμιμες επισυνδέσεις της ΕΥΠ και τις παράνομες παρακολουθήσεις ιδιωτών δείχνει κοινό κέντρο ή συντονισμό.

Ο υπουργός απέρριψε αυτή τη σύνδεση με ειρωνικό ύφος, υποστηρίζοντας ότι η ΕΥΠ παρακολουθούσε νόμιμα, ενώ οι ιδιώτες παράνομα. Κατά τη θέση του, το γεγονός ότι κάποιοι στόχοι ήταν κοινοί δεν αποδεικνύει από μόνο του κοινό επιχειρησιακό κέντρο.

«Εάν η ΕΥΠ παρακολουθεί νόμιμα, γιατί πρέπει να παρακολουθεί παράνομα τους ίδιους;», ανέφερε, επιχειρώντας να αποδομήσει το επιχείρημα περί διασύνδεσης κρατικών και ιδιωτικών μηχανισμών παρακολούθησης.

Παράλληλα, ο υπουργός Δικαιοσύνης επιχείρησε να απαντήσει στο ερώτημα γιατί η Νέα Δημοκρατία άλλαξε στάση σε σχέση με το 2022 ως προς την απαιτούμενη πλειοψηφία για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές.

Υποστήριξε ότι από την πρώτη εξεταστική μέχρι σήμερα μεσολάβησε η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, η οποία κατά την κυβέρνηση άλλαξε τα θεσμικά δεδομένα. Η αντιπολίτευση, από την άλλη πλευρά, βλέπει σε αυτή την αλλαγή στάσης πολιτική μεθόδευση για να αποτραπεί νέα κοινοβουλευτική έρευνα.

Η σύγκρουση γύρω από τις υποκλοπές παραμένει βαθιά πολιτική και θεσμική. Η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει το ζήτημα επικαλούμενη τα πορίσματα της Δικαιοσύνης, ενώ η αντιπολίτευση καταγγέλλει συγκάλυψη και ζητά πλήρη διερεύνηση. Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση εξακολουθεί να λειτουργεί ως πληγή για τη θεσμική αξιοπιστία της χώρας, όσο παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για το ποιος γνώριζε, ποιος αποφάσιζε και ποιος τελικά λογοδότησε.