Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών δεν κλείνει το σκάνδαλο. Το βαθαίνει. Διότι άλλο πράγμα είναι μια δικογραφία να μην επανεξετάζεται με βάση την αυστηρή ποινική τυπικότητα και άλλο η πολιτική εξουσία να εμφανίζεται δικαιωμένη επειδή ένα από τα μεγαλύτερα θεσμικά τραύματα της μεταπολίτευσης παραμένει χωρίς πλήρη απάντηση. Η πράξη της 27ης Απριλίου 2026 έκρινε ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν συνιστούν «νέα στοιχεία» κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο.
Αυτό που προκύπτει, όμως, είναι βαθύτερο από μια δικονομική κρίση. Έχουμε μια υπόθεση στην οποία υπήρξαν καταδίκες για το Predator, πολιτικά πρόσωπα και κρατικοί αξιωματούχοι τέθηκαν στο στόχαστρο, δημοσιογράφοι παρακολουθήθηκαν, ενώ το δημόσιο ερώτημα για τη σχέση παράνομου λογισμικού και κρατικών μηχανισμών δεν απαντήθηκε ποτέ με τρόπο πειστικό. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο, επιβάλλοντας σε καθέναν συνολική ποινή φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών, με εκτιτέα τα 8 έτη και αναστολή έως την εκδίκαση της έφεσης. Άρα το αφήγημα ότι «δεν υπήρχε τίποτα» έχει ήδη καταρρεύσει. Κάτι υπήρχε. Κάποιοι το έστησαν. Κάποιοι το χειρίστηκαν. Κάποιοι το χρησιμοποίησαν. Το ερώτημα είναι ποιοι το κάλυψαν πολιτικά.
Εδώ αρχίζει η βαριά ευθύνη της κυβέρνησης. Από την πρώτη στιγμή, το Μέγαρο Μαξίμου προσπάθησε να εγκλωβίσει την υπόθεση σε δύο τεχνικές γραμμές άμυνας: πρώτον, ότι οι «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ είναι άλλο πράγμα από το Predator· δεύτερον, ότι η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί και, μέχρι τότε, κάθε πολιτική κριτική συνιστά εργαλειοποίηση. Η γραμμή αυτή είναι βολική, αλλά ανεπαρκής. Διότι όταν παρακολουθείται ο αρχηγός ενός κόμματος, όταν στοχοποιούνται δημοσιογράφοι και όταν εμφανίζονται επικαλύψεις στόχων ανάμεσα σε κρατικές επισυνδέσεις και παράνομο λογισμικό, το ζήτημα δεν είναι απλώς ποινικό. Είναι ζήτημα δημοκρατικής τάξης.
Η πρώτη πιθανή παρατυπία —ή, ακριβέστερα, το πρώτο μείζον θεσμικό κενό— είναι η απόρριψη της ανάγκης ουσιαστικής επανεξέτασης, παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί δικαστική κρίση που δεν άφηνε την υπόθεση στην αοριστία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών. Η απόφασή του οδήγησε στη διαβίβαση σκέλους της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση ποινικών ευθυνών. Όταν λοιπόν ένα δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, βλέπει λόγους περαιτέρω διερεύνησης, η ταχεία επιστροφή στο αρχείο δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως θεσμική κανονικότητα χωρίς πολιτικό κόστος. Μπορεί να είναι δικονομικά αιτιολογημένη. Δεν είναι όμως πολιτικά καθαρή.
Η δεύτερη σοβαρή σκιά αφορά το πρόσωπο του Ταλ Ντίλιαν και όσα καταγγέλλονται για τη μη εξέτασή του. Ο Νίκος Ανδρουλάκης υποστήριξε ότι ο άνθρωπος που, κατά την πολιτική του διατύπωση, «εκβίαζε» δημόσια τον πρωθυπουργό και μιλούσε για συνεργασία με το κράτος, δεν κλήθηκε να καταθέσει από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αν αυτό ισχύει στο εύρος που καταγγέλλεται, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς διαδικαστικό. Είναι πολιτικά εκρηκτικό. Πώς γίνεται σε μια υπόθεση όπου το κεντρικό ερώτημα είναι η διασύνδεση ιδιωτικού μηχανισμού παρακολούθησης με κρατικούς ή παρακρατικούς βραχίονες, να μη φωτίζεται μέχρι τέλους η διαδρομή του βασικού επιχειρησιακού κρίκου;
Η τρίτη σκιά είναι η διάσταση της κατασκοπείας. Όταν παρακολουθούνται πρόσωπα με πρόσβαση σε ευαίσθητες κρατικές, στρατιωτικές ή πολιτικές πληροφορίες, η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν μια συνηθισμένη παραβίαση απορρήτου. Η Νέα Αριστερά, διά του Γαβριήλ Σακελλαρίδη, μίλησε για συγκάλυψη που περνά σε άλλο επίπεδο, ακριβώς επειδή, όπως υποστήριξε, δεν εξετάζεται επαρκώς η διάσταση της κατασκοπείας και η πιθανή σχέση ΕΥΠ–Predator. Ο Ανδρουλάκης, από την πλευρά του, δήλωσε ότι με την απόφαση «ενταφιάζονται» η διάσταση της κατασκοπείας και η σύνδεση κρατικών αρχών με το Predator. Αυτές οι τοποθετήσεις δεν είναι απλές κομματικές υπερβολές. Πατούν πάνω σε ένα αυτονόητο ερώτημα: αν μια ιδιωτική τεχνολογία υποκλοπών χρησιμοποιήθηκε εναντίον θεσμικών προσώπων, ποιος είχε συμφέρον, ποιος είχε πρόσβαση και ποιος είχε κάλυψη;
Η κυβέρνηση απαντά με το γνωστό δόγμα: «σεβασμός στη Δικαιοσύνη». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν σχολιάζει δικαστικές αποφάσεις και κατηγόρησε το ΠΑΣΟΚ για «επιλεκτική αντιμετώπιση» της Δικαιοσύνης. Όμως εδώ υπάρχει μια βολική αντιστροφή. Σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει σιωπή απέναντι στα αναπάντητα ερωτήματα. Δεν σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία απαλλάσσεται από την υποχρέωση λογοδοσίας. Και, κυρίως, δεν σημαίνει ότι κάθε θεσμική αμφισβήτηση μιας εισαγγελικής κρίσης ισοδυναμεί με επίθεση στη Δικαιοσύνη. Η Δημοκρατία δεν απαιτεί τυφλή αποδοχή. Απαιτεί αιτιολογημένη εμπιστοσύνη. Και εδώ η εμπιστοσύνη έχει τραυματιστεί.
Η τέταρτη πιθανή παρατυπία είναι η ίδια η πολιτική αρχιτεκτονική της συγκάλυψης: η μετατροπή ενός σκανδάλου εξουσίας σε τεχνικό φάκελο. Η υπόθεση των υποκλοπών δεν γεννήθηκε στο κενό. Συνδέθηκε εξαρχής με την ΕΥΠ, η οποία είχε υπαχθεί απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Συνδέθηκε με παραιτήσεις, θεσμικές σιωπές, επικλήσεις απορρήτου, αρνήσεις πρόσβασης σε κρίσιμα δεδομένα και ένα διαρκές παιχνίδι ευθυνών όπου όλοι δήλωναν αναρμόδιοι, αμέτοχοι ή ανενημέρωτοι. Αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό φορτίο που καμία αρχειοθέτηση δεν μπορεί να εξαφανίσει.
Η πέμπτη σκιά είναι η επιλεκτική χρήση του χρόνου. Σε μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους, κάθε καθυστέρηση, κάθε περιορισμένη ανακριτική ενέργεια, κάθε μη κλήση κρίσιμου προσώπου, κάθε μη διερεύνηση πιθανών διαδρομών χρήματος, λογισμικού και εντολών, λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ της λήθης. Ο συνήγορος θυμάτων Ζαχαρίας Κεσσές χαρακτήρισε την πράξη «προκλητική πράξη συγκάλυψης» και υποστήριξε ότι δεν έγιναν ουσιαστικές προανακριτικές ενέργειες, όπως εξέταση μαρτύρων ή αναζήτηση συνδρομής υπηρεσιών. Ακόμη και αν η εισαγγελική κρίση θεωρεί ότι δεν υπήρχαν νέα στοιχεία, η πολιτική εντύπωση είναι καταλυτική: η υπόθεση δεν ερευνήθηκε μέχρι εκεί που θα έπρεπε για να πειστεί η κοινωνία.
Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν κατηγορείται απλώς ότι απέτυχε να αποτρέψει ένα σκάνδαλο. Κατηγορείται πολιτικά ότι επέτρεψε να διαμορφωθεί ένα σύστημα θεσμικής αδιαφάνειας γύρω από αυτό. Η απάντηση «μιλά η Δικαιοσύνη» δεν αρκεί όταν η ίδια η υπόθεση αφορά τους μηχανισμούς που ελέγχουν, φιλτράρουν ή εμποδίζουν την πρόσβαση στην αλήθεια. Όταν το κράτος ελέγχει τις πληροφορίες, όταν η κυβέρνηση ελέγχει την πολιτική αφήγηση και όταν η Δικαιοσύνη εμφανίζεται να κλείνει τον φάκελο χωρίς να απαντώνται τα θεμελιώδη ερωτήματα, τότε ο πολίτης δεν βλέπει θεσμική κανονικότητα. Βλέπει σύστημα αυτοπροστασίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ μίλησε για νέο «κουκούλωμα» και για πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας. Το ΚΚΕ ενέταξε την εξέλιξη στη δική του ανάλυση περί κρατικών μηχανισμών παρακολούθησης και συγκάλυψης. Η ΝΙΚΗ υπογράμμισε ότι «Δημοκρατία και Δικαιοσύνη δεν μπαίνουν στο αρχείο», επιμένοντας ότι το σκάνδαλο αγγίζει τον πυρήνα του πολιτεύματος. Αυτές οι αντιδράσεις, παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η υπόθεση δεν έχει τελειώσει πολιτικά. Αντιθέτως, η αρχειοθέτηση την επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση.
Η κυβέρνηση θα ήθελε να παρουσιάσει την απόφαση Τζαβέλλα ως τελεία. Δεν είναι τελεία. Είναι άνω τελεία σε ένα κείμενο θεσμικής παρακμής. Διότι η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν γίνονται παρακολουθήσεις. Απειλείται κυρίως όταν οι παρακολουθήσεις μένουν χωρίς καθαρή απάντηση. Όταν οι υπεύθυνοι περιορίζονται σε ιδιώτες χειριστές, ενώ το πολιτικό κέντρο εξουσίας μένει εκτός ουσιαστικού ελέγχου. Όταν η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» μετατρέπεται σε πέπλο αδιαφάνειας. Όταν η κυβέρνηση ζητά σεβασμό στους θεσμούς, ενώ η ίδια δεν έχει προσφέρει πλήρη θεσμική λογοδοσία.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν ο Άρειος Πάγος μπορούσε ή δεν μπορούσε να ανασύρει τη δικογραφία. Το ερώτημα είναι αν μια ευρωπαϊκή δημοκρατία μπορεί να θεωρεί κανονικό ότι ο αρχηγός κόμματος, δημοσιογράφοι και κρατικοί αξιωματούχοι παρακολουθήθηκαν, αλλά η πολιτική αλυσίδα ευθύνης παραμένει θολή. Αν μπορεί να θεωρεί κανονικό ότι καταδικάζονται πρόσωπα για το Predator, αλλά δεν αποκαλύπτεται πειστικά ποιος ωφελήθηκε από τη χρήση του. Αν μπορεί να θεωρεί κανονικό ότι η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από τη Δικαιοσύνη, ενώ το σκάνδαλο αφορά ακριβώς τη λειτουργία του κράτους που η ίδια διοικεί.
Η απάντηση είναι όχι. Όχι, δεν είναι κανονικό. Δεν είναι θεσμικά υγιές. Δεν είναι πολιτικά ανεκτό. Και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως άλλη μία υπόθεση που «μπήκε στο αρχείο». Διότι στο αρχείο μπορεί να μπει μια δικογραφία. Δεν μπορεί να μπει το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν αν το κράτος που τους κυβερνά λειτουργεί ως δημοκρατικός θεσμός ή ως μηχανισμός επιτήρησης.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να πανηγυρίζει σιωπηλά. Μπορεί να επικαλείται τον σεβασμό στη Δικαιοσύνη. Μπορεί να κατηγορεί την αντιπολίτευση για επιλεκτική ανάγνωση δικαστικών αποφάσεων. Όμως το πολιτικό αποτύπωμα μένει: επί των ημερών της, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σύστημα παρακολουθήσεων που χτύπησε τον πυρήνα της πολιτικής ζωής. Και επί των ημερών της, η πλήρης αλήθεια δεν αποκαλύφθηκε.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο. Όχι μόνο οι υποκλοπές. Αλλά η θεσμική μηχανή που, αντί να τις ξεσκεπάσει μέχρι τέλους, μοιάζει να τις οδηγεί βήμα βήμα στη λήθη. Και αυτή η λήθη δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική πράξη. Είναι προστασία της εξουσίας. Είναι προσβολή της Δημοκρατίας.
Πιο Δημοφιλή
To πλεόνασμα των 12,1 και τα ψίχουλα
Πιο Πρόσφατα
Στο φως το γαλάζιο πάρτι στην Υγείας