12 Ιουνίου 2026

Μαξίμου: Οι γραμματείς, οι παραιτήσεις και τα σκάνδαλα

Η υπόθεση των παραιτήσεων γενικών γραμματέων και οι νέες αναφορές γύρω από το σκάνδαλο της Πολεοδομίας φέρνουν ξανά στο επίκεντρο το μοντέλο διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ένα μοντέλο που από το 2019 παρουσιάστηκε ως «επιτελικό κράτος» και ως μηχανισμός αριστείας, σήμερα όμως βρίσκεται αντιμέτωπο με διαδοχικές υποθέσεις σκανδάλων, αποχωρήσεων, δικαστικών εμπλοκών και πολιτικών ερωτημάτων.

Στην καρδιά αυτής της κριτικής βρίσκεται ο ρόλος των γενικών γραμματέων. Πρόσωπα που δεν εκλέγονται, δεν λογοδοτούν άμεσα στους πολίτες και διορίζονται με κοινή απόφαση του πρωθυπουργού και του εκάστοτε αρμόδιου υπουργού. Με τον νόμο για το επιτελικό κράτος απέκτησαν αυξημένες αρμοδιότητες και κεντρική θέση στη λειτουργία των υπουργείων, λειτουργώντας ουσιαστικά ως κρίσιμος ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και διοικητικού μηχανισμού.

Το κυβερνητικό αφήγημα ήθελε τους γενικούς γραμματείς ως τεχνοκρατικούς πυλώνες αποτελεσματικότητας. Η πολιτική πραγματικότητα, όμως, εμφανίζει μια διαφορετική εικόνα. Κάθε φορά που ξεσπά σοβαρή υπόθεση, η ευθύνη δείχνει να μετατοπίζεται προς πρόσωπα του μηχανισμού, ενώ το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να διατηρεί ανέπαφη την κεντρική πολιτική εικόνα του πρωθυπουργού.

Η νέα υπόθεση με τον μέχρι πρότινος γενικό γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού, Γιώργο Διδασκάλου, έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα πολιτικών παραιτήσεων και εμπλοκών κυβερνητικών στελεχών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο αριθμός των προσώπων της διακυβέρνησης Μητσοτάκη που έχουν συνδεθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με σκανδαλώδεις υποθέσεις, παραιτήσεις ή δικαστικές διαδικασίες, φτάνει πλέον τους 46.

Το συγκεκριμένο στοιχείο, ανεξάρτητα από την ποινική αξιολόγηση κάθε υπόθεσης, δημιουργεί βαριά πολιτική εικόνα. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ούτε για απλές διοικητικές αστοχίες. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όπου πρόσωπα υψηλής εμπιστοσύνης βρίσκονται στο επίκεντρο υποθέσεων που εκθέτουν τον πυρήνα του επιτελικού κράτους.

Οι γενικοί γραμματείς και το πολιτικό κόστος

Ο πρώτος νόμος που ψήφισε η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2019 ήταν εκείνος για το επιτελικό κράτος. Παρουσιάστηκε τότε ως θεσμική τομή, ως απάντηση στην παλαιά κομματική διοίκηση και ως εγγύηση καλύτερου συντονισμού. Στην πράξη, όμως, η συγκέντρωση εξουσίας και η επιλογή κρίσιμων προσώπων από την κορυφή του κυβερνητικού μηχανισμού καθιστούν το Μαξίμου πολιτικά εκτεθειμένο για κάθε σοβαρή αποτυχία.

Οι γενικοί γραμματείς, βάσει του θεσμικού πλαισίου, προΐστανται υπηρεσιών αμέσως μετά την πολιτική ηγεσία και προσυπογράφουν κρίσιμα έγγραφα στο πεδίο των αρμοδιοτήτων τους. Δεν είναι δευτερεύοντες διοικητικοί παράγοντες. Είναι πρόσωπα με ουσιαστική συμμετοχή στη λειτουργία του κράτους και με άμεση πολιτική σχέση με την κυβέρνηση που τα επέλεξε.

Η κριτική που ασκείται πλέον είναι σαφής: οι γενικοί γραμματείς εμφανίζονται, όταν ξεσπά κρίση, ως απορροφητές πολιτικών κραδασμών. Παραιτούνται, απομακρύνονται ή τίθενται στο περιθώριο, ενώ η πολιτική ηγεσία επιχειρεί να εμφανίσει την υπόθεση ως προσωπικό ή απομονωμένο ζήτημα. Αυτό το σχήμα, όμως, φθείρεται όσο οι υποθέσεις πολλαπλασιάζονται.

Το τελευταίο διάστημα, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικές υποθέσεις που αφορούν πρώην ή νυν γενικούς γραμματείς. Η παραίτηση του Ευθύμιου Μπακογιάννη από τη Γενική Γραμματεία Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, η υπόθεση του Μάνου Λογοθέτη, πρώην γενικού γραμματέα Μεταναστευτικής Πολιτικής, και τώρα η αποχώρηση του Γιώργου Διδασκάλου από το Υπουργείο Πολιτισμού συνθέτουν μια ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα για το κυβερνητικό στρατόπεδο.

Στην περίπτωση Διδασκάλου, οι κυβερνητικές διαρροές επιχείρησαν να παρουσιάσουν την παραίτηση ως μέρος ευρύτερης ανανέωσης στις γενικές γραμματείες. Η εξήγηση αυτή προκάλεσε ειρωνικά σχόλια από την αντιπολίτευση, καθώς η χρονική σύμπτωση με τις αποκαλύψεις για το κύκλωμα των πολεοδομιών καθιστά πολιτικά δύσκολη την αποσύνδεση των γεγονότων.

Ο Γιώργος Διδασκάλου, πολιτικός μηχανικός, θεωρείται πρόσωπο του στενού κύκλου εμπιστοσύνης της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη. Είχε αναλάβει καθήκοντα γενικού γραμματέα στο Υπουργείο Πολιτισμού από τον Ιούλιο του 2019 και παρέμεινε στη θέση έως την παραίτησή του.

Ο ίδιος, με ανακοίνωσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απέρριψε κάθε εμπλοκή του σε παράνομη δραστηριότητα. Υποστήριξε ότι η παραίτησή του ζητήθηκε στο πλαίσιο ανανέωσης των γενικών γραμματειών και επικαλέστηκε την πορεία, το ήθος και την εντιμότητά του. Η δήλωση αυτή καταγράφεται ως άρνηση οποιασδήποτε προσωπικής εμπλοκής, χωρίς όμως να ακυρώνει το πολιτικό βάρος που έχει προκαλέσει η υπόθεση.

Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η υπόθεση συνδέεται με πρόσωπα που φέρονται να συμμετείχαν σε παράνομες συναλλαγές για αδειοδοτήσεις δόμησης, τακτοποιήσεις αυθαιρέτων, μειώσεις προστίμων και τροποποιήσεις αδειών έναντι υψηλών αμοιβών. Ο πυρήνας της έρευνας αφορά το αποκαλούμενο κύκλωμα των πολεοδομιών, το οποίο ήδη έχει προκαλέσει πολιτικό και δικαστικό ενδιαφέρον.

Το όνομα του Διδασκάλου φέρεται να ενεπλάκη λόγω υπόθεσης ακινήτου στα Πετράλωνα, χωρίς να προκύπτει, σύμφωνα με τις πληροφορίες του δημοσιεύματος, άμεση δική του σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντίθετα, στο επίκεντρο εμφανίζεται η αρχιτέκτονας μηχανικός Ναυσικά Χατζηδάκη, με την οποία ο ίδιος είχε επαγγελματική σχέση και η οποία είχε επίσης υπηρετήσει στον Δήμο Αμαρουσίου.

Το κύκλωμα, το ΚΑΣ και η σύγκρουση στη Βουλή

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η κυρία Χατζηδάκη εμφανίζεται στη δικογραφία του κυκλώματος, χωρίς να έχει συλληφθεί, και κατηγορείται για δωροληψία. Η εμπλοκή της φέρεται να αφορά υπόθεση κατεδάφισης ακινήτου στα Πετράλωνα, για την οποία απαιτούνταν έγκριση από το αρμόδιο αρχαιολογικό όργανο.

Η υπόθεση φέρεται να ξεκινά τον Ιανουάριο του 2026, όταν συγγενικό πρόσωπο του ιδιοκτήτη ακινήτου επικοινωνεί με πρόσωπο που συνδέεται με το κύκλωμα, αναζητώντας πρόσβαση στο Αρχαιολογικό Συμβούλιο, ώστε να δοθεί έγκριση για την κατεδάφιση κτιρίου και την ανέγερση πολυκατοικίας.

Σε επόμενη τηλεφωνική επικοινωνία, η εμπλεκόμενη μηχανικός φέρεται να ενημερώνει ότι μεσολάβησε για να δοθεί το «πράσινο φως» στην κατεδάφιση. Στη δικογραφία, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, περιλαμβάνεται και οπτικό υλικό από κρυφή κάμερα, στο οποίο πρόσωπο που σχετίζεται με το κύκλωμα φέρεται να παραλαμβάνει φακέλους με χρήματα από ιδιώτη που συνδέεται με το ακίνητο.

Πρόσθετες καταγγελίες διατύπωσε η αρχαιολόγος και πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ, Δέσποινα Κουτσούμπα. Όπως δήλωσε, υπήρχαν περιπτώσεις όπου τοπικά αρχαιολογικά συμβούλια αρνούνταν άδειες για ξενοδοχεία, πισίνες ή άλλες παρεμβάσεις σε τουριστικές περιοχές, και στη συνέχεια, με μεσολάβηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, δίνονταν οι σχετικές εγκρίσεις.

Η ίδια συνέδεσε την υπόθεση με το αποκαλούμενο «κύκλωμα της Νάνσυ», που είχε εξαρθρωθεί το 2024, υποστηρίζοντας ότι αποτελούσε παρακλάδι της εγκληματικής οργάνωσης στις πολεοδομίες. Κατά την ίδια, είχαν ζητηθεί επανέλεγχοι φακέλων αδειών που είχαν δοθεί, χωρίς όμως, όπως αναφέρει, να υπάρξει σχετική συνέχεια.

Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν έντονη αντιπαράθεση στη Βουλή. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κάλεσε την αντιπολίτευση να αφήσει τον ρόλο του εισαγγελέα στους εισαγγελείς, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δύο παραιτήσεις για προσωπικούς λόγους και ότι οποιαδήποτε άλλη διάσταση πρέπει να κριθεί από τη Δικαιοσύνη.

Από την πλευρά του, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Χρήστος Γιαννούλης, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να αθωώσει πολιτικά μια υπόθεση πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση. Υπογράμμισε ότι δύο γενικοί γραμματείς απομακρύνθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες στον απόηχο ενός μεγάλου σκανδάλου χρηματισμού, εύνοιας και τακτοποιήσεων.

Η αντιπαράθεση κλιμακώθηκε με προσωπικούς χαρακτηρισμούς και υψηλούς τόνους, αποτυπώνοντας το πολιτικό βάρος που λαμβάνει πλέον το Πολεοδομία-Gate. Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει το ζήτημα στο πεδίο της δικαστικής διερεύνησης. Η αντιπολίτευση επιμένει ότι η υπόθεση έχει καθαρό πολιτικό αποτύπωμα, καθώς αφορά πρόσωπα που επιλέχθηκαν και τοποθετήθηκαν από την ίδια τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη.

Στη δικογραφία φέρεται να περιλαμβάνεται και επικοινωνία του δικηγόρου Ευάγγελου Ντογιάκου, γιου του πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, με τον φερόμενο ως αρχηγό του κυκλώματος, Θεόδωρο Μινέσχο. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η επικοινωνία αφορούσε γνωμοδότηση για ακίνητο και αίτημα αναβολής υπόθεσης.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Ευάγγελος Ντογιάκος, με την ιδιότητα του δικηγόρου, επικοινώνησε με τον Θεόδωρο Μινέσχο τον Νοέμβριο του 2025 για λογαριασμό ιδιοκτήτη αυθαίρετης κατασκευής, ζητώντας συνάντηση προκειμένου να συζητηθεί υπόθεση ακινήτου. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, ο Μινέσχος φέρεται να μεσολάβησε σε μέλος Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων για την έκδοση θετικής γνωμοδότησης.

Το πολιτικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι ευθύ και βαρύ. Όταν πρόσωπα που κατέχουν κρίσιμες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό εμφανίζονται διαρκώς στο περιβάλλον σκανδάλων, η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται κάθε φορά άγνοια, ανανέωση ή προσωπικές επιλογές. Το επιτελικό κράτος, ακριβώς επειδή οικοδομήθηκε πάνω στη συγκέντρωση ευθύνης στο κέντρο, δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα όταν προβάλλονται επιτυχίες και ως μηχανισμός αποποίησης ευθύνης όταν ξεσπούν σκάνδαλα.

Η υπόθεση της Πολεοδομίας, η παραίτηση Διδασκάλου και οι διαδοχικές αναφορές σε κυβερνητικά στελέχη προστίθενται σε ένα ήδη βεβαρημένο πολιτικό περιβάλλον μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σωρευτική κρίση αξιοπιστίας. Κάθε νέα παραίτηση, κάθε νέα δικογραφία και κάθε νέα αποκάλυψη αποδομεί περαιτέρω το αφήγημα της «αριστείας» και επαναφέρει το ίδιο ερώτημα: ποιος τελικά έχει την πολιτική ευθύνη για τους ανθρώπους του επιτελικού κράτους;