Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

Ύβρις και πτώση: Η αλαζονεία που σαρώνει τον κόσμο του 2025

Η ρήση του Ηράκλειτου «ὕβριν χρὴ σβεννύναι μᾶλλον ἢ πυρκαϊήν» παραμένει εκκωφαντικά επίκαιρη, όχι μόνο ως φιλοσοφική υπενθύμιση, αλλά ως διαγνωστικό εργαλείο ενός κόσμου που βυθίζεται αθόρυβα στην αποσάθρωση. Η ύβρις –όχι απλώς ως αλαζονεία των ισχυρών αλλά ως συστημική τύφλωση μπροστά στα όρια της ισχύος– δεν είναι πλέον εξαίρεση ή ιστορικό ατύχημα· είναι η νέα παγκόσμια νόρμα. Δεν απειλεί απλώς την ισορροπία των δυνάμεων, αλλά διαβρώνει την ίδια την έννοια του Ανθρώπου, της κοινότητας, της ευθύνης.

Το 2025, η ύβρις είναι πανταχού παρούσα, ως γυμνή και ανυπόκριτη άσκηση εξουσίας χωρίς φραγμούς. Η Γάζα αιμορραγεί κάθε μέρα, με τέτοια ένταση και συστηματικότητα, ώστε ο όρος “ανθρωπιστική κρίση” ακούγεται σαν άσφαιρη λέξη. Στην Ουκρανία, η παράταση μιας σύγκρουσης που ξεκίνησε με πρόσχημα την άμυνα έχει μετατραπεί σε γεωπολιτικό πείραμα επιβολής, σε διαρκές γήπεδο σύγκρουσης στρατηγικών και μηχανισμών. Η Συρία, σχεδόν ξεχασμένη από την επικαιρότητα, συνεχίζει να βιώνει μια πολυεθνική κατοχή, με Ρώσους, Ιρανούς, Αμερικανούς και Τούρκους να αναπαράγουν το χάος ως σταθερότητα.

Και η Τουρκία –το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα– συνεχίζει, απτόητη, να συντηρεί κατοχικό στρατό στην Κύπρο για περισσότερο από μισό αιώνα. Με ρητορική επιθετική, σχεδόν αυτοκρατορική, με ρητές απειλές εναντίον γειτονικών χωρών, και με προκλητική περιφρόνηση κάθε διεθνούς απόφασης ή θεσμικής κύρωσης. Εδώ, η ύβρις παύει να είναι μεμονωμένη συμπεριφορά. Γίνεται αρχή διακυβέρνησης, στρατηγική, δόγμα. Κι όπως κάθε δόγμα που καταργεί το μέτρο, έχει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Η φωτιά, είτε μεταφορική είτε κυριολεκτική, δεν είναι πια κίνδυνος. Είναι αναμονή.

Η εποχή μας κυριαρχείται από ηγεσίες που προσωποποιούν αυτή τη μεταμοντέρνα ύβρι. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – αλλά και λιγότερο προβεβλημένοι παράγοντες, από τον Άσαντ μέχρι τον Αλ Τζολάνι, που από καταζητούμενος τρομοκράτης μετατράπηκε σε “πολιτικό συνομιλητή” – λειτουργούν στο ίδιο πεδίο: της εξουσίας χωρίς κανόνες. Σε ένα τόξο που εκτείνεται από τη Βαλτική μέχρι τη Μεσόγειο και από τον Καύκασο ως τη Συρία, η αλαζονεία δεν είναι ατύχημα. Είναι μοντέλο. Και η απουσία ορίων, ο αναθεωρητισμός, η απορρύθμιση του διεθνούς δικαίου, δεν είναι παρενέργειες· είναι στόχοι.

Σε αυτό το τοπίο, ο λαός δεν είναι πλέον κυρίαρχο υποκείμενο. Είναι θεατής. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στις παρυφές της κοινωνικής αξιοπρέπειας, σε καθεστώς διαρκούς αβεβαιότητας. Οι θεσμοί λογοδοσίας παρακάμπτονται, η ενημέρωση έχει μετατραπεί σε υπνωτιστική προπαγάνδα, και η αλήθεια έχει αντικατασταθεί από ένα καθεστώς μετα-αλήθειας, όπου όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν αποδεικνύεται. Η βία δεν είναι πάντα ορατή, αλλά είναι πάντα παρούσα – άλλοτε θεσμική, άλλοτε οικονομική, άλλοτε στρατιωτική, πάντοτε πειθαρχική.

Τα μέσα ενημέρωσης –έντυπα, τηλεοπτικά, διαδικτυακά– δεν είναι απλώς παρόντα σε αυτή τη συνθήκη. Είναι οργανικά της τμήματα. Δρουν ως ενδιάμεσοι μεταφορείς και ταυτόχρονα ως δημιουργοί της αφήγησης της εξουσίας. Δεν αναμεταδίδουν γεγονότα, παράγουν ερμηνείες. Δεν εκπαιδεύουν συνείδηση, διαμορφώνουν αντανακλαστικά. Ο φόβος και η σιωπή είναι τα βασικά προϊόντα τους. Η σκέψη λογοκρίνεται πριν ακόμη διατυπωθεί. Η ιστορική μνήμη αντικαθίσταται από αποσπασματική πληροφορία. Η συνείδηση, υπνωτίζεται.

Μέσα σε αυτό το δυστοπικό μωσαϊκό, η φαινομενική κανονικότητα είναι το πιο επικίνδυνο ψεύδος. Πίσω από τις εικόνες «ανάπτυξης», «επενδύσεων», «διπλωματικών εξισορροπήσεων» και «δημοκρατικής νομιμότητας», υπάρχει ένας βαθύς ριζωμένος κυνισμός. Οι κοινωνίες έχουν αποσυνδεθεί από τους μηχανισμούς απόφασης, οι πολιτικοί λόγοι έχουν γίνει κενά περιτυλίγματα, και η εξουσία, είτε δημοκρατική είτε αυταρχική, ομογενοποιείται ως προς τον στόχο: τον έλεγχο. Όποιος αποκλίνει, στιγματίζεται. Όποιος αντιστέκεται, απομονώνεται. Κι όποιος ελπίζει, συκοφαντείται ως ουτοπιστής.

Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν όλα αυτά οδηγούν στην κατάρρευση. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια μορφή θα πάρει αυτή η κατάρρευση. Διότι κάθε κρίση έχει τέλος – και κάθε τέλος φέρνει λογαριασμό. Όταν η ύβρις γίνεται καθεστώς, η Νέμεσις δεν είναι πια μύθος. Είναι ορατή, χειροπιαστή, ιστορικά προαναγγελθείσα.

Κανείς δεν γνωρίζει αν αυτό το τέλος θα είναι κατακλυσμικό ή αργό και βασανιστικό. Αν θα έρθει με κραυγή ή με ψίθυρο. Αν θα είναι προϊόν πολεμικής ανάφλεξης, κοινωνικής εξέγερσης ή απλής αποσύνθεσης. Όμως έρχεται. Και τότε, οι κοινωνίες θα βρεθούν αντιμέτωπες όχι με την “ιστορία”, αλλά με τον ίδιο τους τον εαυτό – με όσα αποδέχτηκαν, με όσα υπέμειναν, με όσα δεν τόλμησαν να πουν. Γιατί σε έναν κόσμο που φλέγεται από ύβριν, δεν τίθεται το ερώτημα αν έρχεται η πυρκαγιά. Το ερώτημα είναι μόνο πότε.

Η ύβρις της εθνικής υποχώρησης

Από τη στιγμή που το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκατέλειψε το ιστορικό του βάθος και απαρνήθηκε το εθνικό του όραμα, η χώρα άρχισε να μετρά ήττες. Μικρές και μεγάλες. Ήττες ηθικές, πολιτικές, γεωστρατηγικές. Η «Μεγάλη Ιδέα», ανεξαρτήτως του πώς ορίζεται σήμερα, δεν είναι ένα απομεινάρι της ιστορίας, αλλά το κέντρο βάρους κάθε πολιτικής που σέβεται το έθνος και την αξιοπρέπεια των πολιτών του. Η απουσία στρατηγικού οράματος οδηγεί νομοτελειακά στη συρρίκνωση. Όχι μόνο εδαφική, αλλά υπαρξιακή – στη συρρίκνωση της ψυχής και του ήθους του λαού.

Η θέση μας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη αποδυναμώνεται χρόνο με τον χρόνο. Όταν παύεις να διεκδικείς αυτά που ιστορικά, πολιτισμικά και ηθικά σου ανήκουν, ο κόσμος δεν σου αναγνωρίζει δικαιώματα. Σου υπενθυμίζει μόνο τις υποχρεώσεις σου – και συχνά σε εξαναγκάζει να πληρώσεις για την ανοχή σου.

Η πολιτική της διαρκούς υποχώρησης απέναντι στην Τουρκία είναι η επιτομή αυτής της αποτυχίας. Πενήντα χρόνια «διπλωματικής ωριμότητας», «κατευνασμού» και «ευρωπαϊκής προοπτικής» δεν έφεραν ούτε ειρήνη, ούτε πρόοδο, ούτε ισοτιμία. Έφεραν αναθεωρητισμό, στρατηγική αποθράσυνση και καθημερινή προσβολή του διεθνούς δικαίου. Η Άγκυρα απειλεί ανοιχτά, μιλά για «γαλάζιες πατρίδες», αμφισβητεί νησιά και βραχονησίδες, θέτει ζήτημα Θράκης και αρνείται κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας. Και το κάνει διότι έχει απέναντί της μια Ελλάδα χωρίς πυγμή, χωρίς ηγεσία με ιστορική συνείδηση, χωρίς γεωπολιτική αυτοπεποίθηση.

Η πολιτική του φόβου, του ραγιαδισμού και της εθνικής ενοχής πρέπει να τελειώσει. Ο ελληνισμός, σε Ελλάδα και Κύπρο, έχει την ιστορική υποχρέωση να επιλέξει ηγέτες που θα υπηρετήσουν ένα νέο εθνικό σχέδιο – μια σύγχρονη εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας, θεμελιωμένη όχι στη φαντασίωση του παρελθόντος, αλλά στην ενεργητική οικοδόμηση του μέλλοντος: με έμφαση στη γεωστρατηγική ενδυνάμωση, στην εθνική κυριαρχία, στην οικονομική αυτάρκεια, στην κοινωνική ενότητα και στη διεθνή αξιοπιστία.

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα απέτυχε παταγωδώς. Του δόθηκαν αμέτρητες ευκαιρίες. Δεν παρήγαγε έργο. Παρήγαγε χρέος, ύφεση, θεσμική υποβάθμιση, πολιτική διαφθορά, αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας και, το χειρότερο, μια βαθιά αίσθηση παραίτησης στον λαό. Γι’ αυτό και η κάλπη πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο εθνικής αφύπνισης. Όχι ως ρουτίνα ή ανάθεση.

Η ανάταξη του ελληνισμού απαιτεί βαθιά τομή. Απαιτεί πρώτα απ’ όλα εσωτερική κάθαρση. Δεν μπορεί να υπάρξει εθνική επανεκκίνηση χωρίς την απομάκρυνση των τοπικών παραγόντων που υπηρετούν αλλότρια συμφέροντα. Χωρίς δήμευση περιουσιών από όσους καταχράστηκαν δημόσιο χρήμα και ταπείνωσαν την κοινωνία. Χωρίς αποκατάσταση του αισθήματος δικαιοσύνης. Χωρίς απομάκρυνση όλων όσοι δρουν εντός της χώρας ως πράκτορες αποσταθεροποίησης.

Κεντρική προτεραιότητα πρέπει να είναι η ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής, της βιομηχανίας, της πρωτογενούς οικονομίας, της τεχνολογικής αυτάρκειας. Η χώρα δεν μπορεί να βασίζεται διαρκώς στις εισαγωγές, στους δανεισμούς και στα πακέτα των ξένων. Έχει ανθρώπους ικανούς, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με επαγγελματικό ήθος και πατριωτική ευθύνη. Το πρόβλημα δεν είναι ο λαός· το πρόβλημα είναι η ηγεσία.

Αυτός ο λαός δεν γεννήθηκε για να σκύβει το κεφάλι. Δεν είναι καταδικασμένος να ζει ως ενοικιαστής στη δική του πατρίδα. Οφείλουμε να αποτινάξουμε το σύνδρομο του “υπόδουλου ραγιά”, να αποκαταστήσουμε την εθνική μας αξιοπρέπεια, να γίνουμε αυστηροί με όσους μας υπονομεύουν και γενναιόδωροι με όσους μας σέβονται.

Είμαστε σε ιστορικό σταυροδρόμι. Παίζουμε κορώνα-γράμματα την ίδια μας την εθνική υπόσταση. Ή θα αποκτήσουμε πολιτική συνείδηση, θα πράξουμε το αναγκαίο και θα επιβιώσουμε με τιμή – ή θα σβήσουμε από τον χάρτη ως διχασμένος και αποχαυνωμένος λαός. Η ιστορία είναι αμείλικτη με εκείνους που ξεχνούν το χρέος τους.

Η αναγέννηση του ελληνικού οράματος πρέπει να γίνει χωρίς βία, χωρίς μίσος, χωρίς ακρότητες – αλλά με αποφασιστικότητα, δημοκρατική εγρήγορση και πνευματική ανανέωση. Αναίμακτα, όπως διδαχθήκαμε από τους Αγίους μας. Με γνώμονα την πίστη, την εθνική ενότητα και την πνευματική δύναμη. Με ανθρώπους που αγαπούν τον Χριστό, σέβονται το Σύνταγμα και τιμούν τον Ελληνισμό.

Η εθνική αφύπνιση δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Η Ιστορία μάς καλεί. Και η σιωπή, από εδώ και πέρα, δεν είναι επιλογή. Είναι συνενοχή.

Ετικέτες: