24 Μαρτίου 2026

ΑΑΔΕ: O αόρατος μηχανισμός εξουσίας που μετατρέπεται σε υπερυπουργείο

Ας αφήσουμε στην άκρη τους ευφημισμούς και ας ονομάσουμε τα πράγματα με το πραγματικό τους όνομα.

Η ΑΑΔΕ έχει πάψει προ πολλού να είναι ένας απλός φοροεισπρακτικός μηχανισμός. Έχει εξελιχθεί σε μια δομή πολύ ευρύτερη, πολύ ισχυρότερη και πολύ πιο ανησυχητική για τη δημοκρατική ισορροπία και την καθημερινότητα των πολιτών.

Πρόκειται για έναν μηχανισμό παρακολούθησης με πλήρη και αυτοματοποιημένη πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων, λογαριασμούς χορηγήσεων, επενδυτικά χαρτοφυλάκια, πιστωτικές και προπληρωμένες κάρτες, τραπεζικές θυρίδες, ακόμη και ηλεκτρονικά πορτοφόλια. Κανένα φυσικό πρόσωπο και κανένα νομικό σχήμα δεν μένει έξω από την εμβέλεια αυτού του Συστήματος.

Πρόκειται επίσης για έναν μηχανισμό πίεσης. Όταν λογαριασμοί αγροτών που συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις δεσμεύθηκαν με απόφαση που δεν προήλθε από τη δικαστική εξουσία, αλλά από την εκτελεστική, και όταν στο στόχαστρο βρέθηκαν τα γραφεία του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών, η υπερπροβολή αυτών των ενεργειών από τον φιλοκυβερνητικό Τύπο γέννησε εύλογες υποψίες ότι ο πραγματικός στόχος ήταν το επικοινωνιακό πλήγμα απέναντι σε πρόσωπα με ισχυρό αντικυβερνητικό αποτύπωμα στη δημόσια σφαίρα.

Είναι, ακόμη, μηχανισμός οικονομικής ασφυξίας. Όταν μια Αρχή διαθέτει τη δυνατότητα να δεσμεύει λογαριασμούς, να παρεμβαίνει σε επιχειρήσεις, να στέλνει φορολογικούς ελεγκτές όπου και όταν το επιλέγει, χωρίς δικαστική εντολή και χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, τότε το ζήτημα ξεφεύγει από τα στενά όρια της διοίκησης. Τότε εισερχόμαστε σε μια συνθήκη καθεστωτικής ισχύος.

Και τώρα η επέκταση αυτής της ισχύος εισέρχεται σε ακόμη πιο κρίσιμο πεδίο, καθώς η ΑΑΔΕ απορροφά και τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όσοι πίστεψαν ότι η Αρχή είχε ήδη αγγίξει τα ανώτατα όρια της δύναμής της, διαψεύδονται από τις ίδιες τις νομοθετικές εξελίξεις.

Το πρόσφατο νομοσχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση προβλέπει τη μεταφορά στην ΑΑΔΕ όλων των αρμοδιοτήτων, των πληρωμών, των ελέγχων, του προσωπικού και των περιουσιακών στοιχείων του ΟΠΕΚΕΠΕ, δηλαδή του οργανισμού που διαχειρίζεται ευρωπαϊκές γεωργικές επιδοτήσεις ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ. Την ίδια στιγμή, εγκαθιδρύεται ένα θεσμικά παράδοξο καθεστώς, στο οποίο ο διοικητής της ΑΑΔΕ εξομοιώνεται λειτουργικά με Υπουργό, καθώς κανονιστικές πράξεις και αποφάσεις σχεδιασμού θα φέρουν την κοινή υπογραφή του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και του διοικητή της Αρχής.

Το μήνυμα είναι σαφές και βαρύ. Ο διοικητής μιας υποτιθέμενα «ανεξάρτητης αρχής» συνυπογράφει με Υπουργό. Το Υπουργείο Οικονομικών έχει πάψει να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην ΑΑΔΕ. Η ΑΑΔΕ αναδεικνύεται σε ένα είδος υπερυπουργείου, σε έναν υπερσυγκεντρωτικό μηχανισμό που συσσωρεύει εξουσία χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις λογοδοσίας.

Η εξέλιξη αυτή δεν εξαντλείται στην απορρόφηση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Νέες αρχές διαμορφώνονται πλέον πάνω στο ίδιο θεσμικό καλούπι, ακολουθώντας το μοντέλο της ΑΑΔΕ, μιας δομής που έχει ήδη περιγραφεί ως παγκόσμια πρωτοτυπία στο επίπεδο της μη λογοδοσίας. Αυτό σημαίνει ότι το μοντέλο δεν αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση. Αντιθέτως, αναπαράγεται, διευρύνεται και σταδιακά καθιερώνεται ως πρότυπο κρατικής οργάνωσης.

Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το ουσιαστικό πολιτικό ζήτημα. Υπάρχει μια λέξη που χρησιμοποιείται επίμονα για να καλύψει την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου και αυτή είναι η «ανεξαρτησία».

Η ΑΑΔΕ παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη. Από το Υπουργείο Οικονομικών, ασφαλώς. Από το Κοινοβούλιο, σε σημαντικό βαθμό. Από την πρακτική δυνατότητα άμεσου δικαστικού φραγμού, σε πολλές περιπτώσεις, επίσης. Όταν όμως μια Αρχή συγκεντρώνει τόσο εκτεταμένες αρμοδιότητες χωρίς ισχυρό δημοκρατικό αντίβαρο, τότε τα ερωτήματα παύουν να είναι τεχνικής φύσεως και αποκτούν ευθέως πολιτικό χαρακτήρα.

Ποιος ελέγχει τελικά τον ελεγκτή; Σε ποιον λογοδοτεί; Ποια είναι τα πραγματικά όρια αυτής της περίφημης ανεξαρτησίας;

Διότι η ανεξαρτησία χωρίς λογοδοσία δεν αποτελεί διοικητική αρετή. Συνιστά συγκέντρωση ισχύος χωρίς φραγμούς, εξουσία χωρίς αντίβαρα, μια συνθήκη που τραυματίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου.

Το 2022 γινόταν λόγος για έναν «Εφιάλτη» και αρκετοί έσπευσαν τότε να χλευάσουν αυτή την περιγραφή. Μιλούσαν για υπερβολές, για δραματοποιήσεις, για σενάρια που υποτίθεται πως δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Σήμερα, η ίδια η δημόσια συζήτηση έρχεται να δικαιώσει εκείνες τις προειδοποιήσεις. Σήμερα, η «Εφημερίδα των Συντακτών», και όχι όσοι κατήγγειλαν εγκαίρως την εξέλιξη, γράφει για την πορεία της ΑΑΔΕ «από την ανεξαρτησία στο ανεξέλεγκτο». Σήμερα, νέες νομοθετικές ρυθμίσεις επιβεβαιώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο όσα είχαν διατυπωθεί εδώ και τέσσερα χρόνια.

Και τώρα ο ΟΠΕΚΕΠΕ, με όλο το βάρος των σκανδάλων του και με τα δισεκατομμύρια που διαχειρίζεται, περνά κάτω από την ίδια «ανεξάρτητη» ομπρέλα, ενώ για τις παλιές αμαρτίες του συστήματος ουδείς φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει την πολιτική και θεσμική ευθύνη που αναλογεί.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Ελλάδα παραμένει βυθισμένη σε μια επικίνδυνη αδράνεια.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η χώρα χρειάζεται μια αποτελεσματική φορολογική διοίκηση. Αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί έναν μηχανισμό που παρακολουθεί, πιέζει και συνθλίβει οικονομικά πολίτες και επαγγελματίες, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο.

Γιατί αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η συζήτηση δεν αφορά πλέον το κράτος δικαίου. Αφορά μια άλλη πραγματικότητα, πολύ πιο σκοτεινή, πολύ πιο επικίνδυνη και πολύ πιο κοντά σε ό,τι μια δημοκρατία όφειλε να έχει αποτρέψει.