Α.ΒΟΡΎΛΛΑΣ: ΟΤΑΝ Η ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

Η πρόσφατη δικαστική απόφαση για την υπόθεση των υποκλοπών δεν φαίνεται να λειτουργεί ως καταληκτικό σημείο σε ένα σκάνδαλο που τραυμάτισε βαθιά τη δημόσια ζωή. Αντιθέτως, για πολλούς αποτελεί την απαρχή ενός νέου, ακόμη πιο ανησυχητικού κύκλου ερωτημάτων, ο οποίος δεν αφορά απλώς μια υπόθεση πολιτικής αντιπαράθεσης ή μια ακόμη θεσμική εκκρεμότητα, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους. Διότι όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από το αν έγιναν παρακολουθήσεις στο ποιος τις ελέγχει, ποιος τις αξιοποιεί και για ποιο σκοπό, τότε το πρόβλημα παύει να είναι νομικό ή διαδικαστικό. Γίνεται ευθέως πολιτειακό.

Στον δημόσιο διάλογο που αναζωπυρώνεται, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι μόνο η κατοχή ή η διαχείριση του επίμαχου υλικού, αλλά η ίδια η πράξη της παρακολούθησης. Αυτή ακριβώς είναι και η ουσία της κριτικής που διατυπώνεται με αυξανόμενη ένταση: ότι δηλαδή το πραγματικό σκάνδαλο δεν ξεκινά από το ποιος κρατά το «αρχείο», ποιος έχει το «μικρόφωνο» ή ποιος τελικά επεξεργάζεται τα δεδομένα, αλλά από το γεγονός ότι εγκαθίσταται ένας μηχανισμός παρακολούθησης πολιτικών, στρατιωτικών, δημοσιογράφων και κυβερνητικών στελεχών στο εσωτερικό μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Το πρώτο ερώτημα, επομένως, δεν είναι τεχνικό. Είναι θεμελιώδες: ποιος έδωσε το δικαίωμα να στηθεί ένας τέτοιος μηχανισμός επιτήρησης πάνω από το πολιτικό και θεσμικό σύστημα της χώρας;

Εδώ ακριβώς η υπόθεση προσλαμβάνει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια μιας συνηθισμένης πολιτικής κρίσης. Όταν γίνεται λόγος για παρακολουθήσεις που, κατά τις σχετικές καταγγελίες και δημόσιες αναφορές, αγγίζουν υψηλόβαθμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, αρχηγούς κομμάτων, δημοσιογράφους, ακόμη και μέλη του ίδιου του Υπουργικού Συμβουλίου, τότε η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» παύει να λειτουργεί ως αυτονόητη και επαρκής εξήγηση. Αντιθέτως, γεννά έναν δεύτερο, πολύ πιο βαρύ προβληματισμό: μήπως στο όνομα της ασφάλειας συγκροτήθηκε μια παράλληλη δομή ισχύος, ένα σύστημα γνώσης και ελέγχου με δυνατότητα παρέμβασης στο εσωτερικό της πολιτικής ζωής;

Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση αλλάζει επίπεδο. Δεν περιορίζεται πλέον στο ερώτημα αν τηρήθηκαν τυπικά οι διαδικασίες ή αν υπήρξε νομική κάλυψη συγκεκριμένων ενεργειών. Το ουσιώδες ερώτημα είναι ποιος ελέγχει ποιον. Σε μια δημοκρατία, οι μηχανισμοί ασφαλείας οφείλουν να τελούν υπό αυστηρό θεσμικό, κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο. Όταν, όμως, προκύπτει η υποψία ότι αυτοί οι μηχανισμοί είτε λειτούργησαν χωρίς επαρκή λογοδοσία είτε διοχέτευσαν κρίσιμες πληροφορίες σε αδιαφανή κέντρα, τότε η ίδια η αρχιτεκτονική του πολιτεύματος αρχίζει να τρίζει. Διότι η παρακολούθηση δεν είναι μια ουδέτερη πράξη συλλογής πληροφοριών. Είναι δύναμη. Και η δύναμη που δεν ελέγχεται μετατρέπεται σχεδόν αναπόφευκτα σε εργαλείο πίεσης.

Αυτό είναι και το πλέον σκοτεινό σημείο της υπόθεσης. Όχι μόνο αν κάποιοι παρακολουθήθηκαν, αλλά τι συνέβη με το προϊόν αυτής της παρακολούθησης. Πού κατέληξαν οι συνομιλίες, οι καταγραφές, τα στοιχεία, οι πληροφορίες; Ποιοι είχαν πρόσβαση σε αυτά; Ποιοι τα αξιολόγησαν; Ποιοι τα φύλαξαν; Ποιοι ενδεχομένως τα χρησιμοποίησαν; Και κυρίως, ποιοι μπορούσαν να τα αξιοποιήσουν όχι για λόγους δημόσιου συμφέροντος, αλλά ως μοχλό επιρροής, ελέγχου ή εκβιασμού; Μια δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν παραβιάζονται δικαιώματα. Απειλείται πολύ περισσότερο όταν δημιουργούνται αθέατα αποθέματα γνώσης για πολιτικά πρόσωπα, κρατικούς λειτουργούς και θεσμικούς παράγοντες, χωρίς σαφή λογοδοσία και χωρίς απολύτως καθαρή εικόνα για την τελική χρήση τους.

Γι’ αυτό και η έννοια του «παρακέντρου εξουσίας» επανέρχεται με επιμονή στη δημόσια συζήτηση. Όχι ως ρητορική υπερβολή, αλλά ως πολιτική περιγραφή μιας πραγματικότητας που πολλοί φοβούνται ότι έχει διαμορφωθεί: ενός σκιώδους πεδίου στο οποίο συμπλέκονται κρατικοί μηχανισμοί, ιδιωτικά λογισμικά, επιχειρηματικά συμφέροντα και πολιτικές σκοπιμότητες. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε δεν πρόκειται απλώς για διοικητική εκτροπή ή για πλημμελή εποπτεία. Πρόκειται για μια επικίνδυνη μετατόπιση ισχύος από τους επίσημους, λογοδοτούντες θεσμούς προς αδιαφανή κέντρα που αποκτούν πρόσβαση στην πιο ευαίσθητη πρώτη ύλη της εξουσίας: την πληροφορία.

Η δημοκρατία, όμως, δεν μπορεί να συνυπάρξει με το σκοτάδι. Δεν μπορεί να λειτουργήσει υπό τον φόβο ότι πολιτικοί αντίπαλοι, υπουργοί, στρατιωτικοί ή δημοσιογράφοι ενδέχεται να βρίσκονται υπό αθέατη επιτήρηση. Δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογική τη διαμόρφωση φακέλων, επισυνδέσεων και αρχείων για πρόσωπα που δρουν στον πυρήνα της δημόσιας ζωής. Και κυρίως, δεν μπορεί να αποδεχθεί ως επαρκή απάντηση μια θεσμική σιωπή απέναντι στο κρίσιμο ερώτημα της ευθύνης. Γιατί χωρίς διαφάνεια, η λογοδοσία καθίσταται προσχηματική. Και χωρίς λογοδοσία, η δημοκρατία αδειάζει από το περιεχόμενό της.

Η υπόθεση έχει και μία ακόμη διάσταση, εξίσου κρίσιμη, που συχνά υποτιμάται: την εμπορική και συμβατική πλευρά του μηχανισμού παρακολούθησης. Ένα σύστημα υποκλοπών δεν εμφανίζεται από μόνο του. Δεν είναι αφηρημένη έννοια ούτε αόριστη τεχνολογική δυνατότητα. Προϋποθέτει προμήθεια, αγορά, διάθεση, εγκατάσταση, τεχνική υποστήριξη και λειτουργία. Με απλά λόγια, προϋποθέτει συναλλαγή. Υπάρχει πωλητής, υπάρχει αγοραστής, υπάρχουν ενδιάμεσοι, υπάρχουν συμβάσεις, παραστατικά, εγκρίσεις, υπογραφές. Αυτό σημαίνει ότι πίσω από κάθε τέτοιο σύστημα υπάρχει διαδρομή. Και κάθε διαδρομή, εφόσον υπάρξει πραγματική βούληση διερεύνησης, μπορεί να ιχνηλατηθεί.

Εδώ βρίσκεται ίσως και η πιο απτή όψη της αλήθειας. Διότι όσο κι αν η πολιτική διαχείριση της υπόθεσης επιχειρεί να μεταθέσει το ενδιαφέρον σε δικονομικές λεπτομέρειες, το υλικό αποτύπωμα μιας τέτοιας επιχείρησης δεν εξαφανίζεται εύκολα. Οι τεχνολογίες παρακολούθησης δεν είναι αόρατες ως προς την προέλευσή τους. Χρειάζονται οικονομικό ίχνος, διοικητική κάλυψη, λειτουργικό σχεδιασμό και, τελικά, πολιτική ανοχή. Συνεπώς, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος παρακολουθούσε, αλλά και ποιος παρήγγειλε, ποιος πλήρωσε, ποιος παρέλαβε, ποιος ενέκρινε, ποιος γνώριζε.

Γι’ αυτό η δικαστική απόφαση, αντί να λύνει τον γόρδιο δεσμό, μοιάζει να αφήνει αναπάντητα τα πιο βαριά ερωτήματα. Και όταν τα πιο ουσιώδη ερωτήματα μένουν αναπάντητα, η κρίση εμπιστοσύνης βαθαίνει. Ο πολίτης δεν ζητά απλώς μια νομική κατάληξη. Ζητά να γνωρίζει αν η δημοκρατία του λειτουργεί με κανόνες ή με σκιές. Αν οι θεσμοί ελέγχουν την εξουσία ή αν η εξουσία έχει βρει τρόπο να δρα ανεξέλεγκτα πίσω από τους θεσμούς. Αν το κράτος δικαίου είναι πραγματικότητα ή επικοινωνιακό σύνθημα.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν θα κλείσει με τυπικές διαβεβαιώσεις, ούτε με μια επίκληση θεσμικής κανονικότητας που έρχεται σε αντίθεση με το μέγεθος των αποκαλύψεων και των υπονοιών. Θα κλείσει μόνο όταν δοθούν πλήρεις και πειστικές απαντήσεις στα απλά, σκληρά, δημοκρατικά ερωτήματα: ποιοι παρακολουθήθηκαν, ποιος έδωσε την εντολή, ποιος είχε πρόσβαση στο υλικό, πού κατέληξαν οι πληροφορίες, ποιος επωφελήθηκε και ποιος τελικά θα λογοδοτήσει. Μέχρι τότε, η υπόθεση δεν θα αποτελεί παρελθόν. Θα παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα για τη δημοκρατία και μια μόνιμη υπενθύμιση ότι το πιο επικίνδυνο για ένα πολίτευμα δεν είναι μόνο η κατάχρηση ισχύος, αλλά η αδυναμία του να τη φωτίσει.

Ετικέτες: