Όταν το κράτος βλέπει τον κίνδυνο και περιμένει τον θάνατο
Γράφει ο Νίκος Κυριακάκης
Και να που μετράμε ξανά άλλο ένα θύμα. Άλλον έναν άνθρωπο που χάθηκε όχι επειδή η κοινωνία δεν είδε, όχι επειδή δεν υπήρχαν σημάδια, όχι επειδή όλα έγιναν από το πουθενά. Χάθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου πολλοί γνώριζαν, αρκετοί ανησυχούσαν, ορισμένοι είχαν αντιληφθεί τον κίνδυνο, αλλά κανείς δεν κινήθηκε εγκαίρως με την αποφασιστικότητα που απαιτούσαν οι περιστάσεις.
Δεν θα σταθώ στους «ψευτοκαπετάνιους». Δεν είναι αυτό το ουσιαστικό ζήτημα. Ο άνθρωπος που παριστάνει τον καπετάνιο, χωρίς να έχει αίσθηση των πράξεών του, χωρίς συναίσθηση ευθύνης, χωρίς στοιχειώδη αυτοέλεγχο, μπορεί να χαρακτηριστεί ελαφρόμυαλος. Μπορεί να θεωρηθεί ανώριμος, επιπόλαιος, επικίνδυνα αφελής. Όμως εδώ το θέμα είναι πολύ βαθύτερο και πολύ σοβαρότερο.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν ο ελαφρόμυαλος γίνεται οπλισμένος. Όταν το μίσος συναντά το όπλο. Όταν η ψυχολογική αστάθεια δεν μένει πια στα λόγια, στις απειλές, στις προκλήσεις, στα ανησυχητικά επεισόδια, αλλά αποκτά υλικό μέσο. Εκεί δεν έχουμε απλώς έναν άνθρωπο που «παραφέρεται». Έχουμε έναν κίνδυνο σε κίνηση. Έναν άνθρωπο που μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατρέψει την παραφροσύνη, την εμπάθεια ή την ανοησία του σε τραγωδία.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο όφειλε να υπάρχει κοινωνία. Όφειλε να υπάρχει υπηρεσία. Όφειλε να υπάρχει κράτος. Όχι ως αφηρημένη έννοια, όχι ως γραφειοκρατική ταμπέλα, όχι ως υπηρεσιακός φάκελος που ανοίγει μόνο όταν είναι πια αργά. Όφειλε να υπάρχει ως ζωντανός μηχανισμός πρόληψης, προστασίας και ευθύνης.
Η κοινωνία βλέπει. Αντιλαμβάνεται. Παρακολουθεί. Αφουγκράζεται. Ξέρει πολλές φορές πολύ περισσότερα από όσα γράφονται σε μια υπηρεσιακή αναφορά. Βλέπει τη συμπεριφορά, τις απειλές, τις εκρήξεις, τα σημάδια. Και όμως μένει συχνά ακίνητη. Δεν παρεμβαίνει. Δεν προλαβαίνει. Δεν προνοεί. Δεν ενδιαφέρεται όσο πρέπει, μέχρι η συμφορά να χτυπήσει την πόρτα και τότε όλοι να ανακαλύπτουν, με καθυστέρηση και υποκριτική έκπληξη, ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά».
Από την άλλη, υπάρχει η παροπλισμένη κοινωνική υπηρεσία. Μια υπηρεσία την οποία το ίδιο το κράτος έχει ευνουχίσει. Της έχει αφαιρέσει προσωπικό, αρμοδιότητες, εργαλεία, κύρος και δυνατότητα άμεσης παρέμβασης. Αν δεν την καλέσεις, πολλές φορές δεν θα ασχοληθεί. Και ακόμη κι αν κάτι της έχει γνωστοποιηθεί, ακόμη κι αν υπάρχουν ενδείξεις, ακόμη κι αν έχει προηγηθεί μια αλυσίδα ανησυχητικών περιστατικών, συχνά θα χαθεί μέσα σε διαδικασίες, δικαιολογίες, υπηρεσιακούς περιορισμούς και κρατική αναλγησία.
Στο ίδιο κάδρο μπαίνει και η ΕΛ.ΑΣ. Όχι συλλήβδην, όχι ισοπεδωτικά. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν καθημερινά μάχη. Υπάρχει όμως και εκείνη η υπηρεσιακή νοοτροπία που αντιμετωπίζει την προειδοποίηση ως υπερβολή. Ζητάς βοήθεια και ακούς: «Έλα τώρα, μην τρελαίνεσαι. Δεν είναι και φονιάς». Μόνο που πριν από τη μοιραία στιγμή έχουν προηγηθεί πέντε, δέκα, δεκαπέντε σημάδια. Περιστατικά που δεν ήταν τυχαία. Συμπεριφορές που δεν ήταν αθώες. Ενδείξεις που έδειχναν καθαρά ότι το επόμενο βήμα μπορούσε να είναι ο θάνατος.
Και κάπως έτσι χάθηκε ένα αντράκι που δεν έφταιγε σε τίποτα. Αν έφταιξε κάτι, ήταν η ίδια η ζωή του που τον έφερε μπροστά σε ανθρώπους επικίνδυνους. Για όσους πιστεύουν στη μοίρα, ίσως έφταιξε η μοίρα του. Για όσους όμως πιστεύουν στην ευθύνη, στους θεσμούς και στην πρόληψη, δεν υπάρχει καμία μοίρα που να απαλλάσσει ανθρώπους και υπηρεσίες από τις ευθύνες τους.
Ντροπή σε όσους όπλισαν. Ντροπή σε όσους πυροβόλησαν. Και το λέω στον πληθυντικό, γιατί σε τέτοιες τραγωδίες σπάνια υπάρχει μόνο ένα χέρι. Άλλος μπορεί να όπλισε με πράξεις, με λόγια, με μίσος, με ανοχή, με συνενοχή. Και άλλος μπορεί να πάτησε τη σκανδάλη. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι το ίδιο: ένας άνθρωπος νεκρός και μια κοινωνία που για ακόμη μία φορά θα κάνει πως πέφτει από τα σύννεφα.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα θρηνήσουμε. Αυτό το κάνουμε κάθε φορά. Το ερώτημα είναι αν θα μάθουμε. Αν θα αποκτήσουμε κράτος που προλαβαίνει και όχι κράτος που καταγράφει πτώματα. Αν θα αποκτήσουμε κοινωνικές υπηρεσίες που παρεμβαίνουν πριν από την τραγωδία και όχι μετά την κηδεία. Αν θα αποκτήσουμε αστυνομική ανταπόκριση που παίρνει στα σοβαρά τα σημάδια κινδύνου και δεν περιμένει τον νεκρό για να βεβαιωθεί
Διότι μια οργανωμένη πολιτεία δεν κρίνεται μόνο από το πώς τιμωρεί το έγκλημα. Κρίνεται κυρίως από το αν μπορεί να το προλάβει. Και όταν τα σημάδια υπάρχουν, όταν οι άνθρωποι μιλούν, όταν οι συμπεριφορές κραυγάζουν και το κράτος αδρανεί, τότε η τραγωδία δεν είναι μόνο ατομική. Είναι θεσμική. Είναι κοινωνική. Είναι συλλογική αποτυχία.
Πιο Δημοφιλή
Κοίτα τον φίλο σου και θα δεις ποιος είσαι!...
Πιο Πρόσφατα