31 Μαΐου 2026

AI κάμερες: Το φιάσκο των προστίμων

Το μεγάλο σχέδιο για τις «έξυπνες» κάμερες Τεχνητής Νοημοσύνης στην επιτήρηση του ΚΟΚ, το οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσίασε ως τεχνολογική τομή για την οδική ασφάλεια, εξελίσσεται σε βαρύ πολιτικό και οικονομικό φιάσκο. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ένα σύστημα χαμηλής αξιοπιστίας, υψηλού κόστους και σοβαρών κινδύνων για τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών.

Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν δημοσιοποιηθεί, οι κάμερες που έχουν ήδη εγκατασταθεί ή δοκιμαστεί εμφανίζουν εξαιρετικά προβληματική απόδοση. Από τις καταγεγραμμένες παραβάσεις, το 93% απορρίπτεται ως άκυρο, γεγονός που εκθέτει τον κυβερνητικό σχεδιασμό και ακυρώνει στην πράξη το αφήγημα περί «έξυπνης» και αξιόπιστης τεχνολογικής λύσης.

Ειδικότερα, από περίπου 13.000 κλήσεις που βεβαιώθηκαν από τις αρχές Απριλίου έως τα μέσα Μαΐου 2026, ελέγχθηκαν οι 5.500. Από αυτές, μόλις 400, δηλαδή περίπου το 7%, αφορούσαν πραγματικές παραβάσεις. Οι υπόλοιπες ακυρώθηκαν λόγω σοβαρών σφαλμάτων του συστήματος.

Τα περιστατικά που καταγράφονται αποκαλύπτουν το μέγεθος της αποτυχίας. Οδηγός φέρεται να χρεώθηκε πρόστιμο 150 ευρώ επειδή το σύστημα μπέρδεψε συσκευή ατμίσματος με συνοδηγό χωρίς ζώνη. Άλλος πολίτης τιμωρήθηκε για χρήση κινητού, επειδή απλώς έξυνε το κεφάλι του. Σε άλλες περιπτώσεις, το λογισμικό φέρεται να παρερμήνευσε ρούχα, αντικείμενα ή φυσιολογικές κινήσεις μέσα στο όχημα.

Ακριβό σύστημα με ελάχιστη αξιοπιστία

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην τεχνική αποτυχία. Το οικονομικό κόστος του έργου προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη αντίδραση, καθώς κάθε κάμερα κοστολογείται περίπου 88.000 ευρώ, μαζί με την εγκατάσταση, τη συντήρηση και το λογισμικό.

Με απλά λόγια, οι φορολογούμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ένα σύστημα που, με βάση τα πρώτα δείγματα λειτουργίας, αδυνατεί να επιτελέσει αξιόπιστα ακόμη και τη βασική αποστολή του: την ορθή καταγραφή παραβάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.

Ο αρχικός διαγωνισμός των 88 εκατ. ευρώ για την προμήθεια 1.000 καμερών ακυρώθηκε μετά από προσφυγές εταιρειών. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να επανέλθει με νέο διαγωνισμό, χωρίς να έχει παρουσιάσει πειστική λύση στο κεντρικό ζήτημα της αξιοπιστίας.

Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο προβληματική, εάν κάθε κλήση πρέπει τελικά να ελέγχεται χειροκίνητα από ανθρώπινο προσωπικό, ώστε να αποφεύγονται άδικα πρόστιμα, ενστάσεις και δικαστικές εμπλοκές. Σε αυτή την περίπτωση, το σύστημα χάνει το βασικό επιχείρημα της αυτοματοποίησης και μετατρέπει την Τεχνητή Νοημοσύνη σε έναν δαπανηρό μηχανισμό που απαιτεί μαζικό ανθρώπινο έλεγχο για να μη διασύρεται καθημερινά.

Έτσι, εκατομμύρια ανθρωποώρες κινδυνεύουν να αναλωθούν στη διόρθωση λαθών ενός συστήματος που υποτίθεται ότι θα μείωνε τη γραφειοκρατία και θα ενίσχυε την οδική ασφάλεια. Το αποτέλεσμα είναι μια ακριβή τεχνολογική υποδομή, η οποία παράγει αμφισβητούμενες κλήσεις, ταλαιπωρεί πολίτες και δημιουργεί νέο διοικητικό βάρος.

Ο κίνδυνος μαζικής επιτήρησης

Πίσω από την αποτυχία στην καταγραφή παραβάσεων αναδεικνύεται ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Οι κάμερες Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι απλές φωτογραφικές συσκευές. Διαθέτουν τεχνικές δυνατότητες καταγραφής εικόνας, ανάλυσης συμπεριφοράς, αναγνώρισης προσώπων οδηγών και επιβατών, αποθήκευσης δεδομένων και πιθανής διασύνδεσης με άλλες βάσεις πληροφοριών.

Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και εάν το σύστημα αποτυγχάνει να κόψει αξιόπιστα πρόστιμα για παραβάσεις του ΚΟΚ, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαρκούς επιτήρησης της κυκλοφορίας, των διαδρομών, των συνηθειών και των κινήσεων των πολιτών.

Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με απόλυτη σαφήνεια ποια δεδομένα συλλέγονται, για πόσο χρόνο αποθηκεύονται, ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά, με ποιες εγγυήσεις προστασίας και αν υπάρχει δυνατότητα διασταύρωσης με άλλες κρατικές ή ιδιωτικές βάσεις δεδομένων.

Η επίκληση της οδικής ασφάλειας δεν μπορεί να λειτουργεί ως λευκή επιταγή για τη δημιουργία ενός πυκνού δικτύου τεχνολογικής παρακολούθησης. Η μείωση των τροχαίων δυστυχημάτων είναι εθνική ανάγκη. Η προστασία της ζωής στους δρόμους, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την κανονικοποίηση της μαζικής επιτήρησης.

Το επιχείρημα ότι «όποιος δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν έχει τίποτα να φοβηθεί» είναι επικίνδυνο και βαθιά αντιδημοκρατικό. Η ιδιωτικότητα δεν είναι προνόμιο των ενόχων. Είναι θεμελιώδες δικαίωμα των ελεύθερων πολιτών. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι πολίτες δεν οφείλουν να αποδεικνύουν καθημερινά ότι δεν είναι ύποπτοι.

Το κυβερνητικό σχέδιο για τις AI κάμερες κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία ως ένα ακόμη πανάκριβο παράδειγμα ψηφιακής προχειρότητας, διοικητικής ανεπάρκειας και αυταρχικής αντίληψης για την τεχνολογία. Όταν ένα σύστημα αποτυγχάνει να υπηρετήσει τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει δρόμο για εκτεταμένη επιτήρηση, το πρόβλημα παύει να είναι τεχνικό. Γίνεται πολιτικό, θεσμικό και βαθιά δημοκρατικό.