Η ακρίβεια έχει πάψει να λειτουργεί ως αφηρημένη οικονομική έννοια και έχει μετατραπεί σε σταθερό στοιχείο της καθημερινότητας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζει τις καταναλωτικές επιλογές και επηρεάζει τη σχέση των πολιτών με την αγορά. Τα αποτελέσματα της πρόσφατης Έρευνας Γνώμης Καταναλωτών της εταιρείας RASS, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, καταγράφουν με σαφήνεια αυτή τη συνθήκη.
Σύμφωνα με την έρευνα, η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει ότι έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την άνοδο των τιμών. Το 74% των ερωτηθέντων αναφέρει αισθητή μείωση της αγοραστικής του δύναμης μέσα στην τελευταία διετία. Παράλληλα, το 79% έχει περιορίσει τις δαπάνες του, με σημαντικό μέρος να δηλώνει περικοπές ακόμη και σε βασικές ανάγκες, όπως τα τρόφιμα, η ενέργεια και η υγεία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι αντιλήψεις των καταναλωτών για τη λειτουργία της αγοράς. Το 71,6% εκτιμά ότι στον τομέα των τροφίμων δραστηριοποιούνται ολιγοπώλια και καρτέλ. Αντίστοιχες εκτιμήσεις καταγράφονται για την ενέργεια με ποσοστό 52,3%, για καύσιμα και τράπεζες με ποσοστά άνω του 48%, για τις τηλεπικοινωνίες με 42,6% και για τις ιδιωτικές ασφάλειες με 35%.
Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν μια κατάσταση που αφορά τόσο την οικονομία όσο και τη θεσμική λειτουργία της αγοράς. Η έρευνα καταγράφει εκτεταμένο έλλειμμα εμπιστοσύνης, καθώς μεγάλος αριθμός πολιτών θεωρεί ότι σε βασικούς τομείς, όπως τα τρόφιμα, τα καύσιμα και η ενέργεια, οι μηχανισμοί εποπτείας δεν λειτουργούν αποτελεσματικά. Η αίσθηση ανεπαρκούς ελέγχου επηρεάζει άμεσα τους καταναλωτές και ταυτόχρονα επιβαρύνει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περιβάλλον αυξημένου κόστους και έντονου ανταγωνισμού.
Η έρευνα αποτυπώνει και τη στάση των πολιτών απέναντι σε βασικούς πυλώνες της οικονομίας. Στον τομέα της υγείας, το δημόσιο σύστημα εξακολουθεί να αποτελεί βασική επιλογή λόγω κόστους και προσβασιμότητας, παρά τα χαμηλότερα επίπεδα ικανοποίησης. Στην ιδιωτική ασφάλιση καταγράφεται χαμηλή ασφαλιστική παιδεία, περιορισμένη εμπιστοσύνη και συχνή διακοπή συμβολαίων που κρίνονται οικονομικά δυσβάστακτα ή ασαφή. Στις τράπεζες, η σχέση περιγράφεται ως καθαρά λειτουργική, με επιφυλακτικότητα που συνδέεται με εμπειρίες και πρακτικές προηγούμενων ετών.
Για το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, τα στοιχεία της έρευνας συνιστούν βάση για θεσμική δράση. Αναδεικνύεται η ανάγκη ενίσχυσης των ελεγκτικών μηχανισμών, στήριξης της αγοραστικής δύναμης και διασφάλισης συνθηκών θεμιτού ανταγωνισμού. Παράλληλα, προκύπτει η σημασία συστηματικής επένδυσης στην οικονομική και ασφαλιστική παιδεία των πολιτών.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας συνδέεται με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, ουσιαστικούς ελέγχους και ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά. Σε αυτό το πλαίσιο, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών δηλώνει ότι θα συνεχίσει τη θεσμική του παρέμβαση με στόχο την προστασία της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής.