24 Οκτωβρίου 2026

Ακρίβεια και χρέη γονατίζουν τα νοικοκυριά – Στα 6,2 δισ. τα «κόκκινα» δάνεια

Νέα ανησυχητικά δεδομένα καταγράφονται στην ελληνική οικονομία, καθώς τα «κόκκινα» δάνεια επιστρέφουν σε ανοδική τροχιά, παρά την πολυετή προσπάθεια εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών. Η συνεχιζόμενη ακρίβεια, η φορολογική επιβάρυνση και το αυξημένο κόστος καθημερινής διαβίωσης συμπιέζουν τις οικονομικές αντοχές νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δημιουργώντας νέες δυσκολίες στην αποπληρωμή δανειακών υποχρεώσεων.

Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν την επιδείνωση: τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά 529 εκατομμύρια ευρώ μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026, φτάνοντας τα 6,2 δισ. ευρώ στα τέλη Ιουνίου, έναντι περίπου 5,7 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025.

Η αύξηση διαμορφώνεται στο 9,3%, επαναφέροντας στο προσκήνιο το πρόβλημα της υπερχρέωσης, την ώρα που μεγάλο μέρος των παλαιότερων προβληματικών δανείων έχει ήδη μεταβιβαστεί σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.

Η εξέλιξη προκαλεί προβληματισμό για τη δυνατότητα χιλιάδων δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Για όσους συσσωρεύουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, αυξάνεται ο κίνδυνος να βρεθούν αντιμέτωποι με διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης, κατασχέσεις ή πλειστηριασμούς, ανάλογα με την οικονομική και νομική κατάσταση κάθε περίπτωσης.

Στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια: Η μεγαλύτερη πίεση στα νοικοκυριά

Τη σημαντικότερη ποσοστιαία επιδείνωση παρουσίασαν τα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια, με αύξηση 14,8%, φτάνοντας συνολικά τα 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η μεταβολή αποκτά ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα, καθώς τα στεγαστικά δάνεια συνδέονται άμεσα με την κατοικία και τη μακροχρόνια οικονομική ασφάλεια των οικογενειών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι μέρος της αύξησης επηρεάστηκε από τις πρόσφατες ρυθμίσεις για δάνεια σε ελβετικό φράγκο, αλλά και από τραπεζικές πρωτοβουλίες που αφορούν ήδη ρυθμισμένα στεγαστικά δάνεια ευάλωτων νοικοκυριών.

Ανοδική πορεία ακολούθησαν και τα προβληματικά καταναλωτικά δάνεια, τα οποία αυξήθηκαν κατά 11,7%, φτάνοντας περίπου τα 600 εκατομμύρια ευρώ.

Συνολικά, οι μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις των νοικοκυριών στους τραπεζικούς ισολογισμούς ανήλθαν στα 2,9 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 8,6% των αντίστοιχων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων.

Η εικόνα αυτή καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και υπηρεσίες περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ οι δανειακές υποχρεώσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικό αριθμό οικογενειακών προϋπολογισμών.

Μικρές επιχειρήσεις σε πίεση – Δάνεια 1,7 δισ. ευρώ πέρασαν στα «κόκκινα»

Αντίστοιχη επιδείνωση εμφανίζεται στην επιχειρηματική χρηματοδότηση, όπου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά 5,4%, φτάνοντας τα 3,2 δισεκατομμύρια ευρώ.

Τη μεγαλύτερη πίεση καταγράφουν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι ατομικές επιχειρήσεις και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, στις οποίες τα προβληματικά δάνεια σημείωσαν αύξηση 12,5%.

Στις μεγάλες επιχειρήσεις η αντίστοιχη άνοδος περιορίστηκε στο 3,8%, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 1,2%. Αντίθετα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ναυτιλιακού κλάδου παρουσίασαν υποχώρηση 7,3%.

Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, το ενεργειακό κόστος, οι φορολογικές υποχρεώσεις και οι ασφαλιστικές εισφορές περιορίζουν τα διαθέσιμα κεφάλαια για την εξυπηρέτηση του δανεισμού.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η μετακίνηση δανείων από την κανονική εξυπηρέτηση στην κατηγορία των προβληματικών απαιτήσεων.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, δάνεια συνολικού ύψους 1,7 δισ. ευρώ έπαψαν να εξυπηρετούνται κανονικά. Την ίδια περίοδο, μόλις 388 εκατομμύρια ευρώ επέστρεψαν σε κατάσταση ομαλής αποπληρωμής, ενώ οι διαγραφές περιορίστηκαν στα 73 εκατομμύρια ευρώ.

Η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των νέων προβληματικών δανείων και εκείνων που επανέρχονται σε κανονική εξυπηρέτηση αποτελεί ένδειξη επίμονης οικονομικής πίεσης σε σημαντικό τμήμα των δανειοληπτών.

Από τον Μάρτιο του 2016, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που διατηρούν οι τράπεζες έχουν μειωθεί συνολικά κατά περίπου 101 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή κατά 94%.

Ωστόσο, η θεαματική αυτή υποχώρηση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη μεταφορά παλαιών δανειακών απαιτήσεων εκτός τραπεζικών ισολογισμών, μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια.

Τα συγκεκριμένα χρέη εξακολουθούν σε πολλές περιπτώσεις να βαρύνουν τους δανειολήπτες, ενώ η δημιουργία νέων καθυστερήσεων αναδεικνύει τα όρια της τραπεζικής εξυγίανσης ως απάντησης στο ευρύτερο πρόβλημα της υπερχρέωσης.

Η αύξηση των «κόκκινων» δανείων κατά 529 εκατομμύρια ευρώ σε έξι μήνες αποτελεί προειδοποιητικό σήμα για την οικονομική κατάσταση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ουσιαστικές δυνατότητες βιώσιμης ρύθμισης των οφειλών και αξιολόγηση της πραγματικής δυνατότητας αποπληρωμής, ιδιαίτερα για όσους αντιμετωπίζουν κίνδυνο απώλειας της κατοικίας τους.

Τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου δείχνουν ότι, παρά τη μείωση των παλαιών προβληματικών χαρτοφυλακίων, η δημιουργία νέων «κόκκινων» δανείων παραμένει ενεργή απειλή για την οικονομική σταθερότητα των πιο ευάλωτων δανειοληπτών.