Αλβανία και Ελλάδα: Μια σχέση εξάρτησης που μετατρέπεται σε πρόκληση
Στις διεθνείς σχέσεις καταγράφεται ένα φαινόμενο που δύσκολα εξηγείται με όρους λογικής ισχύος. Ένα κράτος με περιορισμένα οικονομικά και πολιτικά ερείσματα υιοθετεί σταθερά επιθετική ρητορική και πρακτικές απέναντι σε μια χώρα από την οποία εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται διαχρονικά η στάση του αλβανικού κράτους απέναντι στον Ελληνισμό, τόσο προς την εθνική ελληνική μειονότητα στη Βόρειο Ήπειρο όσο και προς τους πολίτες της Ελλάδας συνολικά.
Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του Έντι Ράμα περί έλλειψης σχέσης του σύγχρονου Ελληνισμού με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο πολιτικών προκλήσεων. Πρόκειται για δηλώσεις που εκφέρονται με επίγνωση του πολιτικού περιβάλλοντος και της στάσης των ελληνικών κυβερνητικών ελίτ, οι οποίες επί σειρά ετών δεν αξιοποιούν τα αντικειμενικά πλεονεκτήματα της χώρας στις διμερείς σχέσεις. Η Ελλάδα, ως γειτονικό κράτος, έχει λειτουργήσει επί δεκαετίες ως βασικός οικονομικός πνεύμονας για την Αλβανία, στοιχείο που σπανίως αναδεικνύεται στον δημόσιο διάλογο.
Η αλβανική οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εμβάσματα των μεταναστών. Σύμφωνα με διεθνείς εκθέσεις, τα εμβάσματα αντιστοιχούν σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 8% και 10% του ΑΕΠ της χώρας και αποτελούν βασικό μέσο κάλυψης του εμπορικού της ελλείμματος. Ένα σημαντικό μέρος των αλβανικών νοικοκυριών εξαρτάται άμεσα από αυτές τις χρηματικές ροές, ενώ για περίπου ένα τέταρτο αυτών συνιστούν τη μοναδική πηγή εισοδήματος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι Αλβανοί μετανάστες που εργάζονται στην Ελλάδα συνεισφέρουν σχεδόν το 40% του συνόλου των εμβασμάτων. Αντίστοιχο είναι και το ποσοστό των Αλβανών μεταναστών που διαμένουν στη χώρα μας σε σχέση με το συνολικό μεταναστευτικό δυναμικό της Αλβανίας. Παράλληλα, σχεδόν το 10% των αλβανικών εξαγωγών κατευθύνεται στην ελληνική αγορά, στοιχείο που καταδεικνύει το εύρος της οικονομικής διασύνδεσης.
Οι οικονομικές αυτές σχέσεις λειτουργούν ως βασικά κανάλια στήριξης της αλβανικής οικονομίας. Στις ίδιες δομές εντάσσονται οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις, η παρουσία ελληνικών τραπεζών και η διαχρονική ελληνική υποστήριξη στην ευρωπαϊκή πορεία της γειτονικής χώρας. Πρόκειται για παράγοντες με ουσιαστικό βάρος, οι οποίοι διαμορφώνουν το πλαίσιο σταθερότητας και χρηματοδότησης της Αλβανίας.
Οι Αλβανοί καταπιέζουν τα αδέλφια μας στη Βόρειο Ήπειρο, δημεύουν περιουσίες, δολοφονούν Έλληνες και καταφέρονται εναντίον του έθνους μας χωρίς να έχουν υποστεί αντίμετρα. Αντιθέτως, οι ελληνόφωνες ηγεσίες λειτουργούν σαν… ξεναγοί των Αλβανών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τους ανοίγουν χρηματοδοτικά πρωτόκολλα και συζητούν, μάλιστα, την ένταξη αυτής της χώρας στην Ε.Ε.! Με λίγα λόγια, επιβραβεύουν τον ανθελληνισμό.
Έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για την αλβανική οικονομία και την εξάρτησή της από τα εμβάσματα των μεταναστών εδώ
Στην οικονομική δομή της Αλβανίας, οι χρηματικές μεταβιβάσεις από μετανάστες αποτελούν έναν από τους πιο σταθερούς και κρίσιμους πυλώνες. Τα εμβάσματα συνεισφέρουν σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 8% και 10% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, κατατάσσοντας τη χώρα στις πλέον εξαρτημένες οικονομίες της Ευρώπης από εισροές εισοδήματος του εξωτερικού.
Οι ροές αυτές λειτουργούν ως βασική πηγή ξένου συναλλάγματος και καλύπτουν σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες χρηματοδότησης του εμπορικού ελλείμματος. Σε περιόδους χαμηλής παραγωγικής δραστηριότητας ή εξωτερικών πιέσεων, τα εμβάσματα διατηρούν τη στοιχειώδη ισορροπία της οικονομίας και ενισχύουν τη ρευστότητα της αγοράς.
Σε κοινωνικό επίπεδο, περίπου το ένα τέταρτο των αλβανικών νοικοκυριών εξαρτάται άμεσα από τις χρηματικές μεταβιβάσεις συγγενών που εργάζονται στο εξωτερικό. Για ένα σημαντικό ποσοστό αυτών, τα εμβάσματα αποτελούν τη μοναδική πηγή εισοδήματος, καλύπτοντας βασικές ανάγκες διαβίωσης, υγείας και εκπαίδευσης.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η Ελλάδα. Σχεδόν το 40% των συνολικών εμβασμάτων προς την Αλβανία προέρχεται από Αλβανούς μετανάστες που εργάζονται στη χώρα μας. Αντίστοιχο είναι και το ποσοστό των Αλβανών μεταναστών που διαμένουν στην Ελλάδα σε σχέση με το σύνολο της διασποράς τους.
Η οικονομική διασύνδεση δεν περιορίζεται στις χρηματικές μεταβιβάσεις. Περίπου το 10% των συνολικών αλβανικών εξαγωγών κατευθύνεται στην ελληνική αγορά, γεγονός που καταδεικνύει το βάθος των εμπορικών σχέσεων. Παράλληλα, η παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών έχει συμβάλει διαχρονικά στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας.
Οι εισροές από το εξωτερικό επηρεάζουν άμεσα τη συναλλαγματική ισορροπία και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα. Σε μια χώρα με περιορισμένη εγχώρια παραγωγική βάση, τα εμβάσματα λειτουργούν ως μηχανισμός αναπλήρωσης εισοδήματος και ενίσχυσης της κατανάλωσης.
Συνολικά, οι χρηματικές μεταβιβάσεις από μετανάστες αποτελούν δομικό στοιχείο της αλβανικής οικονομίας. Η επίδρασή τους εκτείνεται από το επίπεδο των οικογενειακών προϋπολογισμών έως τη μακροοικονομική σταθερότητα, καθιστώντας τις εξωτερικές αυτές ροές καθοριστικό παράγοντα για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα της χώρας.
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Ο περιβαλλοντισμός ως ιδεολογία κατά του ανθρώπου