Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

25 Ιανουαρίου 2026

Αλβανία: Ο Ράμα «χάρισε» τη Σάσωνα στον γαμπρό του Τραμπ για θέρετρα και πετρέλαιο

Ιστορικές μνήμες που δύσκολα αμβλύνονται επανήλθαν με αφορμή τις εικόνες του Έντι Ράμα σε δείπνο εργασίας στη Βλόρα, σε εμφανώς εγκάρδιο κλίμα με την Ιβάνκα Τραμπ, παρουσία αρχιτεκτόνων από διάφορες χώρες, με αντικείμενο τον σχεδιασμό της αξιοποίησης της νήσου Σαζάν. Τα αισθήματα αυτά δεν συνδέονται μόνο με τον συμβολισμό των συγκεκριμένων επαφών, αλλά και με τον ρόλο που αποδίδεται στο νησί σε μια περίοδο κατά την οποία το παγκόσμιο ενεργειακό παίγνιο έχει εισέλθει σε νέα φάση, ιδίως μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Σάσων, γνωστή σήμερα με την αλβανική ονομασία Sazan ή Sazani, αποτελεί ελληνικό νησί από την αρχαιότητα και καταγράφεται σε όλες τις διεθνείς Συνθήκες ως τμήμα του συμπλέγματος των Διαποντίων νήσων. Παραχωρήθηκε μαζί με τα Επτάνησα στο ελληνικό κράτος το 1864. Το 1914, ωστόσο, με πολιτική απόφαση της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, το νησί αποδόθηκε στην Αλβανία, σε μια ενέργεια που αμφισβητήθηκε ήδη από τότε, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε νομικό επίπεδο.

Το ενδιαφέρον του Τζάρεντ Κούσνερ και της Ιβάνκα Τραμπ για την περιοχή, σύμφωνα με το γαλλικό περιοδικό «Le Point», εκδηλώθηκε πριν από τέσσερα χρόνια, κατά τη διάρκεια διακοπών και θαλάσσιας περιήγησής τους στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, μόλις τον Δεκέμβριο του 2024, έναν μήνα μετά την επανεκλογή Τραμπ, η κυβέρνηση Ράμα προχώρησε στην υπογραφή προκαταρκτικής συμφωνίας, παραχωρώντας τη Σάσων με τη μορφή μίσθωσης 99 ετών και υπό το καθεστώς «στρατηγικής επένδυσης» σε εταιρικό σχήμα που συνδέεται με την οικογένεια του νέου προέδρου των ΗΠΑ.

Το ορατό σκέλος της συμφωνίας αφορά την ανάπτυξη υπερπολυτελούς τουριστικού θερέτρου, με επένδυση που εκτιμάται σε 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια. Πίσω από αυτή την τουριστική διάσταση, όμως, αναδεικνύεται ένας πολύ ευρύτερος σχεδιασμός. Η περιοχή γύρω από τη Σάσων συγκαταλέγεται στις πλέον πλούσιες σε υδρογονάνθρακες στη λεκάνη της Αδριατικής και του Ιονίου. Στο χερσαίο τμήμα της Αλβανίας βρίσκεται ήδη το κοίτασμα Patos–Marinza, ενώ επιστημονικές μελέτες συγκλίνουν στο ότι αντίστοιχης κλίμακας κοίτασμα εντοπίζεται και στη θαλάσσια περιοχή που περιβάλλει το νησί, παραμένοντας μέχρι σήμερα ανεξερεύνητο.

Τα συγκεκριμένα αποθέματα καταγράφονται ως από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης, με εκτιμήσεις που αγγίζουν ή και υπερβαίνουν τα πέντε δισεκατομμύρια βαρέλια το καθένα. Πρόκειται για μεγέθη που, σύμφωνα με ειδικούς, επιτρέπουν συγκρίσεις ακόμη και με χώρες όπως η Βενεζουέλα. Το κοίτασμα Patos–Marinza έχει επιβεβαιωθεί επισήμως ήδη από το 2014, με αφορμή τις συμβάσεις υδρογονανθράκων στη δυτική Ελλάδα, όταν στελέχη της Energean Oil and Gas επισήμαναν ότι τα γεωλογικά συστήματα της Αλβανίας συνεχίζονται και στον ελλαδικό χώρο, καθώς η γεωλογία δεν υπακούει σε πολιτικά σύνορα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα πολυσέλιδα υπομνήματα, οι χάρτες και οι γεωλογικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί εδώ και χρόνια από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Ο καθηγητής Γεωλογίας Αβραάμ Ζεληλίδης έχει επιβεβαιώσει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών, διευκρινίζοντας ότι το χερσαίο κοίτασμα περιλαμβάνει βαρύ πετρέλαιο, αντίστοιχο με εκείνο της Βενεζουέλας, για την επεξεργασία του οποίου τα αμερικανικά διυλιστήρια διαθέτουν εξειδικευμένη τεχνολογία, ενώ το θαλάσσιο κοίτασμα χαρακτηρίζεται από ελαφρύτερα και καθαρότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Το σχετικό υλικό είχε παραδοθεί σε αρμόδιους υπουργούς ήδη από την περίοδο μετά το 2009, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική ανταπόκριση.

Παράλληλα, η εκκρεμότητα οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας προβάλλεται διαχρονικά ως λόγος για τον οποίο η ελληνική πλευρά δεν προχωρεί σε γεωτρήσεις στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, η αλβανική πλευρά κινείται με σταθερά βήματα προς την αξιοποίηση των ενεργειακών της αποθεμάτων. Οι εξορύξεις στην Αλβανία ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 1930, με ιταλικές εταιρείες να ελέγχουν πετρελαϊκές και μεταλλευτικές δραστηριότητες, προετοιμάζοντας το έδαφος για την πλήρη προσάρτηση της χώρας το 1939. Ακολούθησε η περίοδος απομόνωσης επί Χότζα, ενώ το διεθνές ενδιαφέρον αναθερμάνθηκε μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Στο σημερινό περιβάλλον, η τουριστική επένδυση στη Σάσων εκλαμβάνεται από αναλυτές ως όχημα για τη συγκρότηση ευρύτερης στρατηγικής παρουσίας στην περιοχή. Η γεωγραφική θέση του νησιού, ακριβώς στον άξονα που συνδέει τις δύο όχθες της Αδριατικής και ελέγχει τη φυσική δίοδο προς το Ιόνιο, του προσδίδει ρόλο-κλειδί τόσο για την εποπτεία ενεργειακών κοιτασμάτων όσο και για τον έλεγχο θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών. Δεν είναι τυχαίο ότι δυτικά της νήσου, προς την πλευρά της Αδριατικής, τα υπεράκτια οικόπεδα παραμένουν μέχρι σήμερα γεωτρητικά παρθένα.

Η γεωλογική σημασία της Σάσων ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι βρίσκεται πάνω στο τεκτονικό όριο της λεγόμενης Απουλικής Πλατφόρμας, ενός εκτεταμένου ανθρακικού σχηματισμού που εκτείνεται από τη νότια Ιταλία έως τις ακτές της Αλβανίας και της δυτικής Ελλάδας. Το όριο αυτό δεν έχει μόνο επιστημονική αξία, αλλά αποκτά και σαφή στρατηγική διάσταση, καθώς συμπίπτει με ζώνες αυξημένου ενεργειακού ενδιαφέροντος.

Η ιστορία της Σάσων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Από τις αναφορές του Στράβωνα και του Πολύβιου έως τις Συνθήκες του Καμποφόρμιο, της Κωνσταντινούπολης, της Αμιένης και των Παρισίων, το νησί ανήκε σταθερά στα Επτάνησα. Το 1914, με νόμο δύο άρθρων, παραχωρήθηκε στην Αλβανία, ενώ η αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων συνοδεύτηκε από δραματικά γεγονότα για τον τοπικό ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος έμεινε απροστάτευτος και υπέστη βίαιες επιθέσεις.

Σήμερα, η Σάσων προβάλλεται ως «επίγειος παράδεισος» και ταυτόχρονα ως κόμβος υψηλής γεωπολιτικής και ενεργειακής αξίας. Η μετατροπή της σε πεδίο διεθνών επενδύσεων και στρατηγικών σχεδιασμών αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία, η Ενέργεια και η ισχύς συμπλέκονται σε ένα μικρό νησί της Αδριατικής, επαναφέροντας στο προσκήνιο ερωτήματα που για δεκαετίες έμεναν ανοιχτά.