Ανάπτυξη με επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες: Τι δείχνουν τα τελευταία στοιχεία για την ελληνική οικονομία
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας, όπως αποτυπώνεται στα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, σκιαγραφεί ένα περιβάλλον ήπιας μεγέθυνσης, δημοσιονομικής προσαρμογής και ταυτόχρονα επίμονων διαρθρωτικών αδυναμιών, οι οποίες συνεχίζουν να περιορίζουν τη δυναμική της χώρας σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε σταθερές τιμές 2020 καταγράφει για το 2024 θετικό ρυθμό μεταβολής, επιβεβαιώνοντας τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας μετά το σοκ της πανδημίας, χωρίς ωστόσο να καλύπτεται πλήρως το παραγωγικό έλλειμμα που δημιουργήθηκε κατά τη δεκαετία της κρίσης.
Η μεγέθυνση της οικονομίας στηρίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση και στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, με τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου να εμφανίζουν μεν ανάκαμψη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά να παραμένουν χαμηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα. Η εγχώρια ζήτηση κινείται θετικά, ωστόσο η συμβολή της στο ΑΕΠ παραμένει εύθραυστη, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Στο πεδίο των τιμών, ο πληθωρισμός παρουσιάζει αποκλιμάκωση σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών, τόσο στον εθνικό δείκτη τιμών καταναλωτή όσο και στον εναρμονισμένο δείκτη. Παρά τη μείωση των πληθωριστικών πιέσεων, ο πυρήνας του πληθωρισμού παραμένει θετικός, υποδηλώνοντας ότι οι αυξήσεις τιμών δεν περιορίζονται αποκλειστικά στην ενέργεια και τα τρόφιμα, αλλά διαχέονται σε ευρύτερο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών. Η εξέλιξη αυτή συνεχίζει να συμπιέζει την αγοραστική δύναμη των μισθών, παρά τη σταδιακή αύξηση των ονομαστικών αποδοχών.
Η αγορά εργασίας εμφανίζει βελτίωση σε ποσοτικούς όρους, με το ποσοστό ανεργίας να υποχωρεί σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, πλησιάζοντας τα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ωστόσο, η ποιοτική διάσταση της απασχόλησης παραμένει προβληματική, καθώς σημαντικό μέρος των νέων θέσεων εργασίας αφορά ευέλικτες ή χαμηλής προστιθέμενης αξίας μορφές απασχόλησης, με περιορισμένες προοπτικές παραγωγικής αναβάθμισης.
Στα δημόσια οικονομικά, τα στοιχεία δείχνουν βελτίωση του πρωτογενούς ισοζυγίου και συγκράτηση των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, σε συνδυασμό με αύξηση των δημοσίων εσόδων. Το δημόσιο χρέος, αν και παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, ακολουθεί καθοδική πορεία, κυρίως λόγω της ονομαστικής μεγέθυνσης της οικονομίας και όχι λόγω ουσιαστικής απομείωσης. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει μεν τους άμεσους κινδύνους, δεν αναιρεί όμως τη μακροχρόνια εξάρτηση της χώρας από ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το εξωτερικό ισοζύγιο, καθώς το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών παραμένει δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Παρά την αύξηση των εξαγωγών, οι εισαγωγές συνεχίζουν να κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα, αντανακλώντας τη χαμηλή εγχώρια παραγωγική βάση και την εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και ενέργεια. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση παραμένει αρνητική, στοιχείο που υπογραμμίζει τη διαχρονική ανισορροπία στις σχέσεις της χώρας με το εξωτερικό.
Συνολικά, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σκιαγραφούν μια οικονομία που έχει εξέλθει από τη φάση της οξείας κρίσης και κινείται σε τροχιά σταθεροποίησης, χωρίς όμως να έχει επιτύχει την αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση. Η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη, εξαρτώμενη από την κατανάλωση, τον τουρισμό και τις υπηρεσίες, ενώ οι διαρθρωτικές αδυναμίες στην παραγωγή, τις επενδύσεις και το εμπορικό ισοζύγιο εξακολουθούν να λειτουργούν ως φραγμός σε μια βιώσιμη και κοινωνικά ισορροπημένη αναπτυξιακή πορεία.
Πιο Δημοφιλή
Μπροστά στον Ήλιο: Η εικόνα που δείχνει πόσο μικρός είναι ο κόσμος μας
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Ψηφιακή στοχοποίηση και ποιότητα του δημόσιου πολιτικού λόγου