Ανδρουλάκης, Τσίπρας και η μάχη χωρίς νικητή
Το κρίσιμο ερώτημα στην πολιτική δεν είναι μόνο ποιος ηγείται ενός κόμματος. Είναι εάν το κόμμα εκφράζει πραγματικά την παράταξη στην οποία αναφέρεται ή εάν επιχειρεί απλώς να ιδιοποιηθεί το ιστορικό της βάρος.
Πολιτική παράταξη είναι ένα ευρύ κοινωνικό και ιδεολογικό σύνολο. Περιλαμβάνει ανθρώπους με συγγενείς αξίες, κοινές αντιλήψεις για την Ιστορία, παρόμοια πολιτική αίσθηση για την πορεία της χώρας, ακόμη και κοινό πολιτισμικό ή αισθητικό κώδικα.
Το κόμμα αποτελεί τον οργανωμένο πολιτικό φορέα που αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει αυτή την παράταξη. Η εκπροσώπηση αυτή, όμως, δεν είναι αυτονόητα αποκλειστική ούτε μόνιμη. Ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κόμματα που διεκδικούν τον ίδιο χώρο, επικρατεί εκείνο που μπορεί να ενοποιήσει την παράταξη και να την οδηγήσει σε εκλογική νίκη.
Αυτό συμβαίνει όταν εμφανίζεται μια ηγετική προσωπικότητα με ικανότητα σύνθεσης, επιβολής και πολιτικής διεύθυνσης. Ένας ηγέτης που μπορεί να συγκεντρώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις της παράταξης σε ένα κόμμα ή, τουλάχιστον, σε ένα πλειοψηφικό εκλογικό σχήμα.
Στην ελληνική πολιτική ζωή του τελευταίου αιώνα, τέτοιες μορφές υπήρξαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής της δεύτερης ιστορικής περιόδου του. Αυτοί δεν υπήρξαν απλώς αρχηγοί κομμάτων. Υπήρξαν εκφραστές ευρύτερων παραταξιακών ρευμάτων.
Οι υπόλοιποι που κυβέρνησαν δεν κατέκτησαν όλοι αυτόν τον ρόλο. Σε αρκετές περιπτώσεις μετέφεραν το κόμμα τους από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ή παρέλαβαν έναν ήδη εγκατεστημένο μηχανισμό εξουσίας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1955 και ο Κώστας Σημίτης το 1996 παρέλαβαν κόμματα που ήδη κυβερνούσαν. Στην ουσία παρέλαβαν το κράτος, μέσα από το οποίο εδραίωσαν την κυριαρχία τους.
Άλλο πράγμα είναι ο αρχηγός κόμματος και πρωθυπουργός και άλλο ο ηγέτης παράταξης. Τα παραδείγματα των δύο Μητσοτάκηδων και του Γιώργου Παπανδρέου δείχνουν καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στην κατοχή αξιώματος και στην ιστορική ηγεσία ενός πολιτικού ρεύματος.
Το κενό ηγεσίας στη Δημοκρατική Παράταξη
Στη Δημοκρατική Παράταξη, το πρόβλημα μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου παραμένει ανοιχτό: δεν προέκυψε διάδοχος με αντίστοιχο παραταξιακό εκτόπισμα. Δύο από τους επιγόνους του κέρδισαν συνολικά τρεις εκλογικές αναμετρήσεις με υψηλά ποσοστά, χωρίς να αναγνωριστούν ως πραγματικοί παραταξιάρχες.
Ο ένας παρέδωσε τη σκυτάλη. Ο άλλος αποχώρησε πολιτικά ταπεινωμένος και εγκλωβίστηκε στον ρόλο εκείνου που αλλοίωσε την κομματική ταυτότητα και οδήγησε σε διάσπαση. Οι επόμενοι συνεχίζουν να πληρώνουν το κόστος αυτών των επιλογών.
Έτσι, το θεμελιώδες ζητούμενο της παράταξης παραμένει η αναζήτηση ηγεσίας με κύρος, εμβέλεια και δυνατότητα ενοποίησης. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Αλέξη Τσίπρα μοιάζει καταδικασμένη να μην παράγει καθαρό νικητή.
Ο πρώτος, με το ΠΑΣΟΚ, δυσκολεύεται να υπερβεί τα όρια της ανεπαρκούς δημόσιας παρουσίας. Ο δεύτερος, με την ΕΛΑΣ και προηγουμένως με τον ΣΥΡΙΖΑ, διαθέτει σκηνική χαρισματικότητα, έχασε όμως την ιστορική ευκαιρία μετά το 2015 και το 2019. Πλέον παραπέμπει στη φράση που αποδιδόταν στην Ιταλία για τον Ανδρέοτι: είναι τόσο ικανός ώστε είναι ικανός για τα πάντα.
Ειδικά για το ΠΑΣΟΚ, προκαλεί εντύπωση η τοποθέτηση του Παύλου Γερουλάνου, ενός από τους διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος, πως το ΠΑΣΟΚ ιστορικά «φιλοξενούσε διαφορετικές απόψεις και πολιτικές προσεγγίσεις» και ότι αυτό συνιστά πολυσυλλεκτικότητα. Η ανάγνωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.
Το ΠΑΣΟΚ εκπροσώπησε διαχρονικά μία συγκεκριμένη πολιτική προσέγγιση, όπως διατυπώθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου στη Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη. Αυτή η γραμμή επιβλήθηκε στις υπόλοιπες παραταξιακές συνιστώσες και κατέληξε στην καθολική πολιτική επικράτηση του 1981.
Η πολυσυλλεκτικότητα του ΠΑΣΟΚ αφορούσε τις κοινωνικές ομάδες που εκπροσώπησε πολιτικά. Ο Ανδρέας Παπανδρέου τις περιέγραψε ως τους «μη προνομιούχους» της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δεν επρόκειτο για άθροισμα αντιφατικών πολιτικών γραμμών. Ήταν η ένταξη διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων σε ένα ενιαίο πολιτικό σχέδιο.
Η σύγχυση γύρω από την «πολυσυλλεκτικότητα»
Αυτό που ο Παύλος Γερουλάνος περιγράφει ως «σύνθεση» ήταν, στην πραγματικότητα, η ικανότητα της ηγεσίας να επιβάλλεται σε ομάδες, τάσεις και εσωκομματικούς παράγοντες. Ακριβώς αυτό λείπει από το ΠΑΣΟΚ μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο Κώστας Σημίτης λειτούργησε περισσότερο ως επικεφαλής μιας εσωτερικής ομοσπονδίας. Ο Γιώργος Παπανδρέου εξελίχθηκε σε φορέα αυτοκαταστροφής. Όσοι ακολούθησαν δεν είχαν το πολιτικό βάρος για να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος και να ξαναδώσουν στο κόμμα παραταξιακή κυριαρχία.
Η εκτίμηση Γερουλάνου ότι σήμερα υπάρχουν «τρία ΠΑΣΟΚ» που στο παρελθόν στήριξαν το κόμμα και τώρα δεν κατευθύνονται σε άλλους πολιτικούς χώρους, επειδή δήθεν τηρούν στάση αναμονής απέναντί του, αποτελεί περισσότερο πολιτικό σόφισμα παρά ανάλυση.
Εάν γνωρίζει στο σημερινό ΠΑΣΟΚ κάποιο πρόσωπο ικανό να οδηγήσει το κόμμα σε ποσοστά 40% ή 45%, οφείλει να το υποδείξει καθαρά. Η παράταξη δεν συγκροτείται με ευχές, ούτε ηγεμονεύεται με οργανωτικές περιγραφές και αριθμητικές υποθέσεις.
Αν υπήρχαν πράγματι 1,5 εκατομμύριο ψηφοφόροι σε εκλογική αδράνεια που «ανήκουν» στο ΠΑΣΟΚ και περιμένουν απλώς το κατάλληλο σήμα για να επιστρέψουν, τότε δεν θα μιλούσαμε για πολίτες με πολιτική κρίση. Θα μιλούσαμε για εκλογικούς δουλοπάροικους, κάτι που προσβάλλει και την Ιστορία της παράταξης και την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία της πολιτικής.
Πιο Δημοφιλή
Καλοί Λιμένες: Επιχείρηση διάσωσης 40 ατόμων
Ανακατατάξεις στον ΣΥΡΙΖΑ: Απομακρύνσεις και νέοι ρόλοι
Πιο Πρόσφατα
Κύμα καύσωνα στη Γαλλία με 42 βαθμούς Κελσίου
ΠΑΣΟΚ: Απάντηση στην ΕΛΑΣ για τοξικότητα
Πλωτό αντλιοστάσιο στην Υλίκη για την Κωπαϊδα