Ανθεκτικές οι ΜμΕ παρά την αβεβαιότητα

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Δείκτης Επενδυτικής Διάθεσης των ΜμΕ υποχώρησε οριακά στις 45 μονάδες, με το 78% να σχεδιάζει επενδύσεις.
  • Η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα, με το 1/3 των ΜμΕ να τη χρησιμοποιεί ήδη.
  • Για πρώτη φορά, η χρήση ΑΙ είναι ανεξάρτητη από το μέγεθος της επιχείρησης, συμπιέζοντας το ψηφιακό χάσμα.
  • Οι πρώτοι χρήστες ΑΙ αναφέρουν βελτίωση στη λήψη αποφάσεων και μείωση κόστους.

Παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις που σημάδεψαν το πρώτο εξάμηνο του 2026, η επενδυτική διάθεση των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με νέα έρευνα της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, ο σχετικός Δείκτης Επενδυτικής Διάθεσης σημείωσε οριακή πτώση, με την επενδυτική βάση να παραμένει διευρυμένη και την αυξημένη αβεβαιότητα να οδηγεί κυρίως σε αναβολή, παρά σε ματαίωση, των επενδυτικών σχεδίων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ψηφιακή αναβάθμιση αναδεικνύεται σε κεντρική προτεραιότητα, με την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) να αποτελεί ένα πεδίο με χαμηλό αρχικό κόστος εισόδου, αλλά με αυξημένες απαιτήσεις για την ουσιαστική της αξιοποίηση.

Η αβεβαιότητα καθυστερεί, αλλά δεν ακυρώνει τα επενδυτικά σχέδια

Η έρευνα της Εθνικής Τράπεζας, η οποία διενεργήθηκε τον Απρίλιο, στη δυσμενέστερη φάση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καταγράφει οριακή υποχώρηση του Δείκτη Επενδυτικής Διάθεσης στις 45 μονάδες, από 46,5 μονάδες το προηγούμενο εξάμηνο. Παρά τη μικρή αυτή κάμψη, το 78% των επιχειρήσεων εξακολουθεί να σχεδιάζει κάποιας μορφής επένδυση. Η μείωση του δείκτη δεν οφείλεται σε συρρίκνωση της επενδυτικής βάσης, αλλά σε εντονότερη πόλωση των προσδοκιών. Συγκεκριμένα, το ποσοστό όσων σχεδιάζουν μείωση επενδύσεων αυξήθηκε από 9% σε 15%, ενώ το ποσοστό όσων σχεδιάζουν αύξηση ανήλθε από 24% σε 27%, περιορίζοντας έτσι το θετικό ισοζύγιο. Παράλληλα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που έχουν επενδύσεις σε φάση υλοποίησης μειώθηκε στο 13%, από 21% το προηγούμενο εξάμηνο, ενώ ενισχύθηκε σημαντικά το λιγότερο ώριμο στάδιο της απλής σκέψης, το οποίο αφορά πλέον το 54% του τομέα, έναντι 43% προηγουμένως. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει προηγούμενα ευρήματα ότι η κρίση επιβάρυνε κυρίως το κλίμα, χωρίς να μεταβάλει ουσιαστικά τα θεμελιώδη μεγέθη των επιχειρήσεων.

Η τεχνητή νοημοσύνη συμπιέζει για πρώτη φορά τα παραδοσιακά ψηφιακά χάσματα

Σε ό,τι αφορά τις επενδυτικές προτεραιότητες, η ψηφιακή αναβάθμιση παραμένει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, προσελκύοντας το 1/3 του συνόλου των ΜμΕ και σχεδόν το 1/2 των επιχειρήσεων που επενδύουν. Στο πλαίσιο αυτό, η τεχνητή νοημοσύνη ξεχωρίζει ως μια επένδυση που συνδυάζει σχετικά εύκολη πρώτη επαφή, όπως ένας απλός ψηφιακός βοηθός, με ταχεία διεύρυνση των δυνατοτήτων της, καθώς ενσωματώνεται προοδευτικά στη λειτουργία της επιχείρησης, για παράδειγμα μέσω συστημάτων υποστήριξης αποφάσεων. Το χαμηλό κατώφλι εισόδου αποτυπώνεται ήδη στην έρευνα, καθώς το 1/3 των ΜμΕ δηλώνει ότι χρησιμοποιεί εργαλεία ΑΙ στην καθημερινή του λειτουργία. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι, για πρώτη φορά μεταξύ των ψηφιακών τεχνολογιών, η χρήση της ΑΙ εμφανίζεται σχεδόν ανεξάρτητη από το μέγεθος της επιχείρησης. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα δεν παρουσιάζει στην ΑΙ τη συνήθη υστέρηση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όσον αφορά την επαγγελματική χρήση από αυτοαπασχολούμενους και εργαζόμενους. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στην εύκολη και χαμηλού κόστους πρόσβαση σε απλές εφαρμογές. Συνεπώς, η ΑΙ, τουλάχιστον στο επίπεδο της αρχικής χρήσης, αναδεικνύεται στην πρώτη ψηφιακή τεχνολογία που φαίνεται να συμπιέζει ταυτόχρονα το χάσμα μεταξύ μικρών και μεγαλύτερων επιχειρήσεων, καθώς και την απόσταση της Ελλάδας από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Οι πρώτοι χρήστες καταγράφουν ήδη οφέλη

Η δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύεται περαιτέρω, καθώς ένα επιπλέον 41% των ΜμΕ χρησιμοποιεί εφαρμογές ΑΙ σε προσωπικό επίπεδο, θέτοντας τις βάσεις για μια σταδιακή μετάβαση και στην επαγγελματική χρήση. Παράλληλα, ένα επιπλέον 17% του τομέα σχεδιάζει ήδη να υιοθετήσει επαγγελματική χρήση στο μέλλον. Η ανοδική αυτή τάση τροφοδοτείται από τις σημαντικές ακάλυπτες ανάγκες που αναγνωρίζουν οι επιχειρήσεις. Η δυνητική ζήτηση που θα μπορούσε να καλύψει η ΑΙ είναι κατά κανόνα δύο έως τρεις φορές υψηλότερη από τη σημερινή χρήση. Η μεγαλύτερη απόσταση εντοπίζεται στη διαχείριση πελατών, όπου το 47% του τομέα αναγνωρίζει πεδίο αξιοποίησης, ενώ μόλις το 14% χρησιμοποιεί ήδη σχετικές εφαρμογές, αναδεικνύοντας την εμπορική λειτουργία ως πιθανό πρώτο σημείο ουσιαστικής ενσωμάτωσης. Οι πρώτοι χρήστες εργαλείων ΑΙ αναφέρουν ήδη απτά αποτελέσματα. Περίπου οι μισοί διαπιστώνουν βελτίωση στη λήψη αποφάσεων, ενώ περίπου το 1/3 καταγράφει οφέλη στο κόστος. Η χρήση φαίνεται να αποκτά αυτοενισχυόμενη δυναμική: το 75% των ΜμΕ που χρησιμοποιούν έξι εφαρμογές ΑΙ σχεδιάζει περαιτέρω εμβάθυνση το επόμενο έτος, έναντι 47% όσων χρησιμοποιούν μία. Η σωρευτική αυτή δυναμική συνδέεται με τον χαρακτήρα της ΑΙ ως τεχνολογίας γενικού σκοπού. Η αξία της δεν εξαντλείται στο ίδιο το εργαλείο, αλλά χτίζεται μέσα από συμπληρωματικές επενδύσεις σε δεδομένα, δεξιότητες, διαδικασίες και οργάνωση. Συνεπές με αυτή τη λογική είναι ότι οι επιχειρήσεις με εντατικότερη χρήση ΑΙ εμφανίζουν Δείκτη Επενδυτικής Διάθεσης 63 μονάδων, έναντι 50 για τους περιορισμένους χρήστες και 40 για τις επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν ΑΙ.

Το στοίχημα είναι η έγκαιρη οικοδόμηση οργανωτικής ικανότητας

Συνολικά, το κρίσιμο ζήτημα για τις ΜμΕ δεν είναι ποιο εργαλείο ΑΙ θα επιλέξουν, αλλά πόσο έγκαιρα θα αρχίσουν να χτίζουν την ικανότητα αξιοποίησής του. Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος των μη χρηστών εξακολουθεί να αναμένει έτοιμες εφαρμογές (36%) ή οικονομικά κίνητρα (28%), μεταθέτοντας ουσιαστικά τη διαδικασία μάθησης στο μέλλον. Ωστόσο, η οργανωτική ικανότητα δεν αγοράζεται έτοιμη, αλλά χτίζεται σταδιακά, μέσα από μικρά και ελεγχόμενα πειράματα: εξοικείωση με έναν ψηφιακό βοηθό, εντοπισμός χρονοβόρων επαναλαμβανόμενων εργασιών, χρήση μη ευαίσθητων δεδομένων και οργάνωση της γνώσης που ήδη διαθέτει η επιχείρηση. Αυτά τα βήματα δημιουργούν το άυλο κεφάλαιο, όπως εμπειρία, δεδομένα, διαδικασίες και δεξιότητες, στο οποίο θα στηριχθεί η βαθύτερη αξιοποίηση της ΑΙ. Τελικά, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα δεν θα ανήκει σε όποιον περιμένει το τέλειο εργαλείο, αλλά σε όποιον μαθαίνει νωρίτερα να συνεργάζεται με αυτό.