Από «νικητές» σε εκχωρητές: Πώς η Ελλάδα ξεπούλησε τα πάντα με υπογραφές και χειροκροτήματα

Κάποτε, όχι και τόσο μακριά όσο νομίζουμε, αυτή η χώρα είχε την πολυτέλεια να λέει ότι στάθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε, οι «κακοί» έχασαν, οι «καλοί» νίκησαν, οι σημαίες ανέμιζαν, τα στήθη φούσκωναν και η Ελλάδα, μέσα στα δικά της ερείπια, μπορούσε τουλάχιστον να λέει ότι ανήκε στους νικητές. Με λίγα λόγια, μπορεί να μην είχαμε λεφτά, μπορεί να μην είχαμε δρόμους, μπορεί να μη μας είχε μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, αλλά είχαμε το ηθικό πλεονέκτημα. Ταρατατζούμ.

Και ύστερα πέρασαν τα χρόνια, οι δεκαετίες, οι γενιές, τα «σχέδια ανάπτυξης», οι «εκσυγχρονισμοί», οι «μεταρρυθμίσεις», τα μνημόνια, οι αξιολογήσεις, οι αναδιαρθρώσεις και όλα εκείνα τα ωραία που λέγονται με σοβαρό ύφος στα πάνελ και σημαίνουν συνήθως ότι κάποιος άλλος θα πάρει κάτι που κάποτε ήταν δικό σου. Και κάπως έτσι, αν εμφανιζόταν σήμερα ένας ταξιδιώτης του χρόνου στην Ελλάδα, θα πίστευε ότι το τέλος του πολέμου το έγραψε κάποιος σαρκαστικός σεναριογράφος που είχε πιει τρία ουίσκια και γελούσε μόνος του.

Τα αεροδρόμια πέρασαν σε γερμανικά χέρια. Οι τηλεπικοινωνίες επίσης. Τα τρένα ιταλικά. Τα λιμάνια κινέζικα, γιατί προφανώς έπρεπε να μπει και μια γεωπολιτική πινελιά στο κάδρο, να υπάρχει μια ποικιλία, μια πολυχρωμία στην εκχώρηση, να μη λέμε ότι είμαστε και μονότονοι. Και η Βουλγαρία, που κάποτε βρέθηκε στη λάθος πλευρά της Ιστορίας και κάτω από τη σοβιετική μπότα, έρχεται τώρα με τα SUV, με τα μετρητά, με τα σαββατοκύριακα και τις διακοπές, και κρατά όρθιο τον τουρισμό της Βόρειας Ελλάδας, την ώρα που οι απόγονοι των νικητών σερβίρουν φρέντο, μοχίτο και club sandwich με χαμόγελο επαγγελματικό και βλέμμα κουρασμένο.

Και κάπου εκεί, σε ένα καφενείο, ένας παππούς σηκώνει το φρύδι, κοιτάζει αφηρημένα το τάβλι, αφήνει το πιόνι στο χέρι και λέει εκείνο το αθάνατο: «Δηλαδή πολεμήσαμε για να μας τα πάρουν μετά με τιμολόγιο και υπογραφή;». Και έχει άδικο; Δεν έχει. Όπως δεν είχαν άδικο και οι κοτζαμπάσηδες επί Καποδίστρια όταν αναρωτιούνταν αν γι’ αυτό διώχτηκε ο Τούρκος, για να συνεχίσουν να πληρώνουν χαράτσια, απλώς με διαφορετική σφραγίδα. Η ιστορία εδώ δεν επαναλαμβάνεται απλώς. Φοράει γραβάτα, μιλάει αγγλικά, έχει λογότυπο συμβουλευτικής εταιρείας και σε κοιτάει στα μάτια λέγοντας ότι όλα γίνονται για το καλό σου.

Αλλά δεν είναι μόνο τα ασημικά που άλλαξαν χέρια. Είναι και το ίδιο το πολιτικό σκηνικό που θυμίζει οικογενειακή επιχείρηση πολλών γενεών, από εκείνες που περνάνε από τον πατέρα στον γιο μαζί με τα κλειδιά, τα έπιπλα, τα χρέη και τις γνωριμίες. Η χώρα κυβερνάται ξανά από γόνο. Και όχι από έναν τυχαίο γόνο, αλλά από τον γιο πρώην πρωθυπουργού. Κάπου εδώ μπαίνει και το περίφημο «φαινόμενο Μαντέλα», δηλαδή αυτή η συλλογική αυταπάτη που κάνει τον κόσμο να θυμάται το παρελθόν σαν να ήταν πιο όμορφο, πιο τακτοποιημένο, πιο ευγενικό, πιο ανθρώπινο, λες και τότε όλα λειτουργούσαν ρολόι και οι πολίτες κυκλοφορούσαν μέσα σε ατμόσφαιρα λογικής, ανάπτυξης και γενικής ευδαιμονίας.

Μόνο που αν ξύσεις λίγο το βερνίκι της νοσταλγίας, αν ανοίξεις καμιά παλιά εφημερίδα, αν θυμηθείς λίγο πιο προσεκτικά, αρχίζουν και ξεπροβάλλουν οι γνώριμες ρωγμές. Υποκλοπές και τότε. Ξεπουλήματα και τότε. Δημόσια περιουσία σε κίνηση και τότε. Νησίδες, συμβάσεις, παρασκηνιακές διευκολύνσεις, μικρά και μεγάλα θαύματα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Αλλά ποιος κάθεται τώρα να ασχολείται με λεπτομέρειες, όταν υπάρχει η νοσταλγία που κάνει τα πάντα να φαίνονται πιο γλυκά, σαν παλιό φίλτρο φωτογραφίας που σβήνει τις ατέλειες και κρατά μόνο τα ηλιοβασιλέματα.

Έτσι ο γιος ήρθε να συνεχίσει την παράδοση και εμείς από κάτω κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα. Ή χειροκροτούμε ή βαριόμαστε. Συνήθως βαριόμαστε. Γιατί η απάθεια σε αυτή τη χώρα έχει ανέβει πλέον σε επίπεδο εθνικού αθλήματος. Άποψη έχουμε για όλα. Για την Ουκρανία, για τη Μέση Ανατολή, για τα ελληνοτουρκικά, για τον Τραμπ, για το αν το σουβλάκι πρέπει να έχει πατάτες, για το αν ο φραπές είναι ανώτερος του φρέντο, για το αν ο ΠΑΟΚ αδικήθηκε πάλι, γενικά για τα πάντα. Όταν όμως φτάνει η ώρα να κάνουμε κάτι παραπάνω από ένα οργισμένο σχόλιο στο Facebook ή από μια βαριά κουβέντα στο οικογενειακό τραπέζι, τότε κάπου κουραζόμαστε, ανοίγουμε TikTok, ακούμε τσιφτετελοπόπ και πάμε παρακάτω.

Και έτσι η χώρα προχωράει, ή μάλλον σέρνεται με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό. Μέσα στον πληθωρισμό που ανεβαίνει σαν θερμοκρασία Αυγούστου. Μέσα στις μίζες που είναι τόσο αναμενόμενες όσο ο πρωινός καφές. Μέσα στην αδιαφάνεια που είναι τόσο πυκνή που σχεδόν τη βλέπεις να αιωρείται πάνω από τα υπουργικά γραφεία. Μέσα στην ανυποληψία, στην εγκληματικότητα, στην ακρίβεια που έχει γίνει μόνιμος συγκάτοικος κάθε νοικοκυριού. Και παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα καθόλου μικρό κομμάτι του πληθυσμού που εξακολουθεί να χειροκροτεί. Άλλος γιατί βολεύτηκε. Άλλος γιατί ελπίζει να βολευτεί. Άλλος γιατί νομίζει ότι αποκλείεται, κάπου θα στρώσει το πράγμα. Και άλλος γιατί είναι πιο αναπαυτικό να πιστεύεις ότι όλα πάνε λίγο-πολύ καλά, παρά να παραδεχτείς ότι το οικοδόμημα τρίζει από παντού.

Το πιο αστείο όμως δεν είναι ότι φτάσαμε ως εδώ. Το πραγματικά εντυπωσιακό είναι ο τρόπος. Δεν χάσαμε με πόλεμο, ούτε με εισβολή, ούτε με κάποια ηχηρή εθνική τραγωδία που να γράφτηκε με κεφαλαία στα βιβλία. Χάσαμε αργά, διοικητικά, συμβολαιογραφικά, με υπογραφές, με ιδιωτικοποιήσεις, με απευθείας αναθέσεις, με φτιασιδωμένες δημοσκοπήσεις, με δελτία Τύπου που έσταζαν ευημερία και με επιδόματα που μοιράζονταν σαν παυσίπονα σε βαριά ασθενή. Σαν να κερδίσαμε τον πρώτο γύρο του παιχνιδιού και μετά, από δική μας έμπνευση, αρχίσαμε να χαρίζουμε έναν έναν τους πύργους, τα άλογα, τη βασίλισσα, το ταμπλό και στο τέλος και την ίδια την καρέκλα πάνω στην οποία καθόμασταν.

Και βέβαια συνεχίζουμε να συζητάμε για το «τις πταίει», λες και πρόκειται να βγει κάποιο φωτισμένο πόρισμα από το τίποτα. Ενώ το παιχνίδι παίζεται ακόμα. Και μάλιστα μπροστά στα μάτια μας. Και μάλιστα με όρους που μυρίζουν σικέ από χιλιόμετρα. Ίσως τελικά το μεγαλύτερο εθνικό μας χάρισμα να μην είναι ούτε η προσαρμοστικότητα ούτε η επιβίωση. Ίσως να είναι αυτή η ακατανίκητη ικανότητα να αστειευόμαστε με ό,τι μας διαλύει, να βγάζουμε λογοπαίγνια από την παρακμή, να κάνουμε χιούμορ ενώ το έργο παίζεται ξεκάθαρα εις βάρος μας.

Και τι μένει στο τέλος; Μια ελπίδα σχεδόν μεταφυσική. Να δούμε ξαφνικά σε πάνελ την Έλενα Ράπτη και να υποψιαστούμε ότι έρχονται εκλογές, άρα κάτι κινείται. Να πιαστούμε από το φαινόμενο του εκατοστού πιθήκου και να πιστέψουμε ότι κάπου, κάποτε, θα συμπληρωθεί η κρίσιμη μάζα εκείνων που θα καταλάβουν το αυτονόητο. Ότι ο γόνος-βασιλιάς είναι γυμνός. Ότι η χώρα δεν κυβερνιέται, απλώς ανακυκλώνεται. Ότι το παραμύθι τελείωσε, αλλά εμείς καθόμαστε ακόμα στις θέσεις μας περιμένοντας το διάλειμμα.

Και αν κάποτε αυτός ο εκατοστός πίθηκος εμφανιστεί, ίσως ξυπνήσει και ο υπόλοιπος λαός. Ίσως πάει μέχρι την κάλπη. Ίσως θυμηθεί ότι η αγανάκτηση χωρίς πράξη είναι απλώς θεατρική πρόβα. Γιατί αλλιώς, με τον ρυθμό που πάμε, δεν θα μείνει τίποτα όρθιο. Και στο τέλος θα ξεπουλήσουν μέχρι και το Μαξίμου. Ως κτίριο, γιατί ως σύμβολο το έχουν ήδη δώσει προ πολλού.