Από τη Haaretz στον Guardian: Τα ερωτήματα για ξένους συμβούλους, Palantir και ελληνικές εκλογές
Νέα ερωτήματα για τον ρόλο ξένων μηχανισμών πολιτικής επικοινωνίας στις ελληνικές εκλογές του 2023 επανέρχονται στο προσκήνιο, με αφορμή δημοσιεύματα του διεθνούς και ισραηλινού Τύπου που αναφέρονται σε πιθανές επαφές Ισραηλινών συμβούλων με στελέχη του περιβάλλοντος της Νέας Δημοκρατίας.
Οι αναφορές αυτές προκαλούν πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς τοποθετούν τη συζήτηση γύρω από την προεκλογική στρατηγική, τη χρήση ψηφιακών εργαλείων, την πολιτική στόχευση μέσω δεδομένων και τα όρια της θεμιτής επικοινωνιακής παρέμβασης σε μια εκλογική διαδικασία.
Στο επίκεντρο των ερωτημάτων βρίσκεται το κατά πόσο σύγχρονες εταιρείες ανάλυσης δεδομένων, ψηφιακής παρακολούθησης τάσεων και πολιτικής επιρροής μπορούν να λειτουργήσουν ως αόρατοι παράγοντες διαμόρφωσης εκλογικής συμπεριφοράς. Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συνδέεται με ονόματα, εταιρείες και δίκτυα που έχουν απασχολήσει διεθνώς τη δημόσια συζήτηση.
Οι αναφορές της Haaretz και οι επαφές με στελέχη της ΝΔ
Σύμφωνα με όσα έχουν αποδοθεί σε δημοσίευμα της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz, υπήρξαν επαφές ανάμεσα σε Ισραηλινούς παράγοντες της πολιτικής επικοινωνίας και στελέχη που συνδέονταν με τον προεκλογικό σχεδιασμό της Νέας Δημοκρατίας πριν από τις εκλογές του 2023.
Κατά τις ίδιες αναφορές, στο επίκεντρο των επαφών φέρεται να βρέθηκε ο Μότι Σάντερ, στενός συνεργάτης του Ισραηλινού προέδρου Ισαάκ Χέρτζογκ. Ο Σάντερ περιγράφεται ως πρόσωπο με πρόσβαση σε υψηλά πολιτικά κλιμάκια και με ρόλο άτυπου συμβούλου του Ισραηλινού προέδρου για σειρά ετών.
Από την ελληνική πλευρά, κομβικό πρόσωπο στις σχετικές αναφορές εμφανίζεται ο Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος την περίοδο εκείνη φέρεται να συμμετείχε στον γαλάζιο προεκλογικό σχεδιασμό, χωρίς να κατέχει κυβερνητική θέση. Μετά την εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Παπασταύρου ανέλαβε θέση στο Μέγαρο Μαξίμου ως υπουργός Επικρατείας και στη συνέχεια μετακινήθηκε στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Το δημοσίευμα της Haaretz φέρεται να περιγράφει επαφές που έγιναν σε κλίμα μυστικότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία στην Ελλάδα είχε ήδη ξεσπάσει το σκάνδαλο των υποκλοπών και η κυβέρνηση δεχόταν έντονη πολιτική πίεση. Η χρονική σύμπτωση αυτών των αναφορών ενίσχυσε τα ερωτήματα για το εύρος, το περιεχόμενο και τον πραγματικό σκοπό των επαφών.
Στις ίδιες πληροφορίες αναφέρεται και το όνομα του Ισραελ «Σρούλικ» Άινχορν, πρώην συμβούλου του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος έχει συνδεθεί δημόσια με υποθέσεις όπως τα Bibileaks και Qatargate. Κατά τις αναφορές, ο Άινχορν συμμετείχε σε προπαρασκευαστικές συναντήσεις, όπου παρουσιάστηκαν μέθοδοι ψηφιακής πολιτικής επιρροής, χωρίς να εμφανίζεται με επίσημο ρόλο στην ελληνική προεκλογική καμπάνια.
Το γραφείο του Ισραηλινού προέδρου αρνήθηκε κάθε εμπλοκή. Η πολιτική σημασία της υπόθεσης, ωστόσο, παραμένει, καθώς η δημόσια συζήτηση στρέφεται πλέον στο ζήτημα της διαφάνειας: ποιοι συμμετέχουν στον σχεδιασμό μιας προεκλογικής εκστρατείας, με ποια εργαλεία, με ποια δεδομένα και υπό ποιον έλεγχο.
Palantir, προσωπικά δεδομένα και πολιτική στόχευση
Στο ευρύτερο πλαίσιο αυτής της συζήτησης επανέρχεται και το όνομα της Palantir Technologies, της αμερικανικής εταιρείας που δραστηριοποιείται στην ανάλυση μεγάλων όγκων δεδομένων, στην ενοποίηση πληροφοριών από πολλαπλές πηγές και στην παροχή τεχνολογικών λύσεων σε κυβερνήσεις, υπηρεσίες ασφαλείας, στρατιωτικούς οργανισμούς και ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Η Palantir έχει βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο διεθνούς κριτικής, καθώς η τεχνολογία της επιτρέπει τον συνδυασμό τεράστιου αριθμού δεδομένων και την εξαγωγή συμπερασμάτων για πρόσωπα, ομάδες, κοινωνικές τάσεις, μετακινήσεις, προτιμήσεις και πρότυπα συμπεριφοράς. Για τους επικριτές της, πρόκειται για μια εταιρεία που ενσαρκώνει τη νέα εποχή της μαζικής ψηφιακής επιτήρησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχέση της εταιρείας με τον Πίτερ Τιλ, συνιδρυτή της Palantir και ισχυρό παράγοντα της αμερικανικής τεχνολογικής σκηνής. Ο Τιλ έχει συνδεθεί πολιτικά με τον χώρο του Ντόναλντ Τραμπ και θεωρείται μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες στη διασταύρωση τεχνολογίας, πολιτικής ισχύος και ψηφιακής οικονομίας.
Η συζήτηση για την Palantir στην Ελλάδα άνοιξε ιδίως την περίοδο της πανδημίας, όταν έγινε γνωστή η συνεργασία της εταιρείας με την ελληνική κυβέρνηση για την ανάλυση δεδομένων που σχετίζονταν με τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου είχαν αναφερθεί σε πρόγραμμα με την ονομασία «Πανοπτικόν», το οποίο φέρεται να είχε σχεδιαστεί για την παρακολούθηση δεδομένων και πιθανών κοινωνικών αντιδράσεων στα περιοριστικά μέτρα.
Μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η συνεργασία με την Palantir έληξε. Το ζήτημα, όμως, άφησε πίσω του σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιήθηκαν προσωπικά ή συγκεντρωτικά δεδομένα πολιτών, για τη θεσμική εποπτεία τέτοιων συνεργασιών και για τη διαφάνεια των συμβάσεων με εταιρείες υψηλής τεχνολογίας.
Στο ίδιο πεδίο ανησυχίας εντάσσεται και η υπόθεση της Clearview AI, εταιρείας που επίσης έχει συνδεθεί με τον χώρο του Πίτερ Τιλ. Η Clearview AI τιμωρήθηκε το 2022 από την ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με πρόστιμο 20 εκατ. ευρώ για παράνομη συλλογή και επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων. Η υπόθεση αυτή έδειξε πόσο ευάλωτα μπορούν να γίνουν τα προσωπικά δεδομένα όταν εταιρείες αντλούν φωτογραφίες και πληροφορίες από τα κοινωνικά δίκτυα και άλλες ανοιχτές πηγές.
Η ουσία του προβληματισμού βρίσκεται στη δυνατότητα τεχνολογικών εταιρειών να χαρτογραφούν πληθυσμιακές ομάδες, να αναγνωρίζουν πολιτικές τάσεις, να διαβάζουν κοινωνικές διαθέσεις και να στοχεύουν πολίτες με εξατομικευμένα μηνύματα. Σε μια εκλογική περίοδο, τέτοιες δυνατότητες μετατρέπονται σε ισχυρό εργαλείο επιρροής.
Η πολιτική επικοινωνία δεν περιορίζεται πλέον σε συνθήματα, τηλεοπτικά σποτ και δημόσιες συγκεντρώσεις. Με τη χρήση μεγάλων δεδομένων, οι καμπάνιες μπορούν να εντοπίζουν φόβους, επιθυμίες, ανασφάλειες και προτιμήσεις συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, διαμορφώνοντας μηνύματα κομμένα και ραμμένα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, είναι εάν και σε ποιο βαθμό η Νέα Δημοκρατία ή οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός φορέας είχε προεκλογική συνεργασία, άμεση ή έμμεση, με την Palantir ή με άλλα σχήματα που διαθέτουν αντίστοιχη τεχνολογική δυνατότητα πολιτικής στόχευσης. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αφορά τη διαφάνεια της δημοκρατικής διαδικασίας και την προστασία της ελεύθερης πολιτικής βούλησης των πολιτών.
Team Jorge, εκλογές και ψηφιακή χειραγώγηση
Η συζήτηση για τις ισραηλινές ομάδες πολιτικής επιρροής συνδέεται και με το διεθνές ρεπορτάζ του Guardian για τη λεγόμενη Team Jorge, μια ομάδα που φέρεται να προσέφερε υπηρεσίες μυστικής παρέμβασης σε εκλογές, με χρήση hacking, σαμποτάζ και αυτοματοποιημένης παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα.
Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, η έρευνα πραγματοποιήθηκε από δημοσιογράφους διεθνών μέσων, μεταξύ των οποίων ο Guardian, η Le Monde, το Spiegel και η El País. Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Ταλ Χανάν, πρώην μέλος ισραηλινών ειδικών δυνάμεων, ο οποίος φέρεται να χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Jorge» και να δραστηριοποιούνταν επί χρόνια στον χώρο των ιδιωτικών επιχειρήσεων πολιτικής επιρροής.
Η ομάδα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, παρουσίαζε ως βασικό εργαλείο της το λογισμικό Advanced Impact Media Solutions, γνωστό ως Aims, το οποίο φέρεται να επέτρεπε τη δημιουργία και διαχείριση μεγάλου αριθμού ψεύτικων διαδικτυακών ταυτοτήτων. Ορισμένα από αυτά τα ψηφιακά προφίλ φέρονται να διέθεταν λογαριασμούς σε πλατφόρμες, ηλεκτρονικά πορτοφόλια και στοιχεία που τα έκαναν να μοιάζουν με πραγματικούς χρήστες.
Κατά τις ίδιες αποκαλύψεις, ο Χανάν φέρεται να ισχυρίστηκε σε δημοσιογράφους που εμφανίστηκαν ως πιθανοί πελάτες ότι η ομάδα του είχε εμπλοκή σε δεκάδες εκστρατείες προεδρικού επιπέδου, με δράση σε Αφρική, Αμερική και Ευρώπη. Στις αναφορές εκείνες περιλαμβανόταν και η φράση ότι υπήρχε «ομάδα στην Ελλάδα» και «ομάδα στα Εμιράτα».
Η αναφορά στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τα δημοσιεύματα για ισραηλινές επαφές με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, τροφοδοτεί το πολιτικό ερώτημα για το εάν υπήρξε οποιαδήποτε σύνδεση ανάμεσα σε τέτοιου τύπου δίκτυα και την ελληνική εκλογική πραγματικότητα του 2023.
Η δημόσια συζήτηση χρειάζεται απαντήσεις με θεσμικό βάρος. Ποιες εταιρείες ή ομάδες συνεργάστηκαν με κόμματα στις τελευταίες εθνικές εκλογές; Ποια δεδομένα πολιτών χρησιμοποιήθηκαν; Υπήρξαν συμβάσεις, πληρωμές ή άτυποι δίαυλοι συνεργασίας; Ελέγχθηκαν οι πρακτικές αυτές από αρμόδιες αρχές; Υπήρξε οποιαδήποτε χρήση τεχνολογιών μικροστόχευσης χωρίς ενημέρωση των πολιτών;
Η δημοκρατική διαδικασία δεν εξαντλείται στην κάλπη. Προϋποθέτει ισότιμη πρόσβαση στην πληροφόρηση, διαφάνεια στις προεκλογικές πρακτικές και προστασία των πολιτών από αθέατους μηχανισμούς χειραγώγησης. Όταν η πολιτική επικοινωνία μετατρέπεται σε πεδίο αλγοριθμικής στόχευσης, η ελεύθερη επιλογή του ψηφοφόρου τίθεται υπό πίεση.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών. Εφόσον υπάρχουν διεθνή δημοσιεύματα, αναφορές και ανεξιχνίαστα σημεία γύρω από τη χρήση ξένων συμβούλων, ψηφιακών εργαλείων και μεγάλων δεδομένων, η θεσμική απάντηση οφείλει να είναι σαφής. Η χώρα χρειάζεται πλήρη διαφάνεια για το ποιοι επηρεάζουν τις εκλογικές καμπάνιες, με ποια μέσα και με ποια πρόσβαση σε προσωπικά ή κοινωνικά δεδομένα.
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: εάν τέτοιες τεχνολογικές και επικοινωνιακές μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν ή επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθούν στις εκλογές του 2023, ποιος εγγυάται ότι δεν θα επανεμφανιστούν στις επόμενες κάλπες;
Πιο Δημοφιλή
To πλεόνασμα των 12,1 και τα ψίχουλα
Απρόσωπος Λόγος, Απόντες Πολίτες