Από το ελαιοτριβείο στο ράφι: Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει από το ελαιόλαδο;
Με έντονη αβεβαιότητα ξεκινά η νέα ελαιοκομική περίοδος στην Ελλάδα, καθώς οι χαμηλές τιμές παραγωγού στο ελαιόλαδο δημιουργούν προσδοκίες για φθηνότερα προϊόντα στα σούπερ μάρκετ, ενώ παράλληλα προκαλούν σοβαρή οικονομική πίεση στους ελαιοπαραγωγούς. Το βασικό ζήτημα παραμένει η διαφορά ανάμεσα στα ποσά που εισπράττει ο αγρότης και στην τελική τιμή που καταβάλλει ο καταναλωτής.
Με τη συγκομιδή να βρίσκεται στην αφετηρία της, η αγορά παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις. Σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ του OPEN, η τιμή παραγωγού κινείται κοντά στα 4 ευρώ το κιλό, ενώ στα καταστήματα λιανικής το ελαιόλαδο διατίθεται περίπου στα 8,50 ευρώ το λίτρο, ανάλογα με την ποιότητα, την κατηγορία και την εμπορική πολιτική κάθε επιχείρησης.
Την ίδια στιγμή, εκπρόσωποι του αγροτικού κόσμου εκτιμούν ότι οι νέες ποσότητες ελαιολάδου θα μπορούσαν να φτάσουν στα ράφια με τιμές από 6 έως 7 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για εκτίμηση που συνδέεται με τη σημερινή εικόνα της χονδρικής αγοράς, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη δέσμευση για το πότε θα εμφανιστούν αντίστοιχες τιμές στο σύνολο των καταστημάτων.
Τιμή παραγωγού κοντά στα 3 ευρώ και κόστος έως 4,50 ευρώ το κιλό
Τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι ελαιοπαραγωγοί περιέγραψε ο πρόεδρος της Ομάδας Παραγωγών Νηλέας, Γιώργος Κόκκινος, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN.
Όπως ανέφερε, η τιμή στην οποία διαθέτουν το προϊόν τους ορισμένοι παραγωγοί βρίσκεται λίγο υψηλότερα από τα 3 ευρώ ανά κιλό, την ώρα που το καλλιεργητικό κόστος, σύμφωνα με την εκτίμησή του, κυμαίνεται μεταξύ 4 και 4,50 ευρώ.
Τα συγκεκριμένα ποσά αποτυπώνουν το οικονομικό αδιέξοδο που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας παραγωγός όταν η τιμή πώλησης υπολείπεται του κόστους καλλιέργειας και συγκομιδής. Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και μια ικανοποιητική παραγωγή ενδέχεται να μην εξασφαλίζει επαρκές εισόδημα.
Ο κ. Κόκκινος εκτίμησε ότι ένα ελαιόλαδο που πωλείται από τον παραγωγό περίπου στα 3 ευρώ το κιλό θα μπορούσε να φτάσει στον τελικό αγοραστή στα 6 με 7 ευρώ το λίτρο. Η πρόβλεψη αυτή δημιουργεί προσδοκίες αποκλιμάκωσης των τιμών, απαιτεί όμως επιβεβαίωση μέσα από την πραγματική πορεία της λιανικής αγοράς.
Σημαντικό ζήτημα αποτελεί η διαφορά στην τιμολόγηση μεταξύ παραγωγής και λιανικής. Ο παραγωγός συνήθως πληρώνεται ανά κιλό, ενώ ο καταναλωτής αγοράζει το ελαιόλαδο ανά λίτρο. Οι δύο μονάδες μέτρησης αντιστοιχούν σε διαφορετικές ποσότητες, επομένως η απευθείας σύγκριση των αναγραφόμενων τιμών μπορεί να δημιουργήσει λανθασμένη εικόνα για τα εμπορικά περιθώρια.
Στην τελική τιμή προστίθενται επίσης οι δαπάνες τυποποίησης, συσκευασίας, αποθήκευσης, μεταφοράς και διάθεσης, καθώς και ο ΦΠΑ και τα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων. Η πραγματική κατανομή των επιβαρύνσεων σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας αποτελεί βασικό παράγοντα για την αξιολόγηση της διαφοράς από το ελαιοτριβείο έως το ράφι.
Η πίεση από την Ισπανία και τα αυξημένα έξοδα της νέας συγκομιδής
Καθοριστική επίδραση στις τιμές του ελληνικού ελαιολάδου ασκεί η διεθνής αγορά, με την Ισπανία να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο λόγω του μεγάλου όγκου παραγωγής και των διαθέσιμων αποθεμάτων της.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Agrocapital, η διάθεση ισπανικών ποσοτήτων ενισχύει την προσφορά και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις τιμές χονδρικής. Παράλληλα, η ζήτηση δεν εμφανίζει προς το παρόν δυναμική ανάκαμψη ικανή να απορροφήσει με ευκολία το διαθέσιμο προϊόν.
Στον ανταγωνισμό συμμετέχει και η Τυνησία, με ελαιόλαδο που προσφέρεται σε ανταγωνιστικές τιμές, επηρεάζοντας τις εμπορικές συνθήκες στην ευρωπαϊκή αγορά. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη των τιμών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ύψος της νέας σοδειάς, την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου και την πορεία των διεθνών εξαγωγών.
Στο μεταξύ, οι παραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένα έξοδα την περίοδο της συγκομιδής. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε ρεπορτάζ της ΕΡΤ και αναδημοσιεύθηκαν από την «Ύπαιθρο Χώρα», σε ορισμένες περιοχές τα ημερομίσθια των εργατών υπερβαίνουν τα 60 ευρώ, ενώ σε αυτά προστίθεται συχνά και η παροχή φαγητού.
Στο συνολικό κόστος επιβαρυντικά λειτουργούν επίσης οι δαπάνες για λιπάσματα, φυτοπροστατευτικά προϊόντα, καλλιεργητικές εργασίες και συντήρηση των ελαιώνων. Η δυσκολία εξεύρεσης διαθέσιμου εργατικού δυναμικού εντείνει την αβεβαιότητα, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου η συγκομιδή πραγματοποιείται σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Η κατάσταση αναδεικνύει ένα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα για την ελληνική ελαιοκαλλιέργεια. Οι χαμηλές τιμές παραγωγού μπορεί να ενισχύουν τις προοπτικές μείωσης των τιμών για τους καταναλωτές, όμως δημιουργούν κινδύνους για τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων όταν βρίσκονται κάτω από το πραγματικό κόστος παραγωγής.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η υποχώρηση των τιμών στη χονδρική θα μεταφερθεί ουσιαστικά στα ράφια των σούπερ μάρκετ, επιτρέποντας στα νοικοκυριά να αγοράζουν φθηνότερα ελαιόλαδο, χωρίς παράλληλα να οδηγούνται οι παραγωγοί σε οικονομική ασφυξία.
Η νέα ελαιοκομική περίοδος θα αποτελέσει επομένως σημαντική δοκιμασία τόσο για την αγορά όσο και για τους αγρότες. Η εξέλιξη της παραγωγής, η διεθνής προσφορά και η διαμόρφωση των τελικών τιμών θα καθορίσουν κατά πόσον οι καταναλωτές θα δουν πραγματική ελάφρυνση και οι ελαιοπαραγωγοί θα μπορέσουν να καλύψουν τις αυξημένες δαπάνες τους.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα