Απόφαση-φωτιά για τις υποκλοπές: Κοινό κέντρο ΕΥΠ–Predator και σκιές κατασκοπείας, σε θέση μάχης ο Ντίλιαν
Σε νέα, ιδιαίτερα αιχμηρή δημόσια παρέμβαση προχώρησε ο ιδρυτής της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος δηλώνει αποφασισμένος να προσβάλει την καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το σκάνδαλο των υποκλοπών που συγκλόνισε την Ελλάδα το 2022 και ταυτόχρονα να ανοίξει μέτωπο σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Ο Ισραηλινός πρώην στρατιωτικός και επιχειρηματίας, μέσα από το Mega Stories και το Inside Story, εγκαταλείπει τη μέχρι σήμερα σιωπή του, απορρίπτει τον ρόλο του «αποδιοπομπαίου τράγου» και επιμένει πως ο όμιλός του παρείχε τεχνολογία αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και νόμιμες αρχές επιβολής του νόμου.
Με ευθεία αναφορά στον Ρίτσαρντ Νίξον και το Watergate, ο Ντίλιαν επιχειρεί να μεταφέρει το επίκεντρο της συζήτησης από την Intellexa σε ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες, υποστηρίζοντας ότι στην Ελλάδα επιχειρήθηκε να στηθεί μια βολική κατασκευή ενοχής γύρω από το πρόσωπό του και τη σύζυγό του. Όπως τονίζει, το 2022 διατυπώθηκαν σοβαροί ισχυρισμοί ότι η κυβέρνηση παρενέβαινε παράνομα σε τηλέφωνα πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων, όμως η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη, κατά τον ίδιο, υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε βάρος κυβερνητικών στελεχών ή της ΕΥΠ και αντιθέτως παρέπεμψε σε δίκη εκείνον και τη σύζυγό του με βάση «ενδείξεις». Ο Ντίλιαν υποστηρίζει ότι όσα αποκαλύφθηκαν στο ακροατήριο κατέρριψαν αυτή την ανάλυση, καθώς, όπως λέει, δεν παρουσιάστηκε ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει την προσωπική του εμπλοκή στις επίμαχες παρεμβάσεις.
Στην τοποθέτησή του επιμένει ότι η δικαστική απόφαση δεν προσδιορίζει ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο ούτε τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να απεστάλησαν οι σύνδεσμοι παγίδευσης, ούτε επικαλείται τεχνικό πόρισμα που να αποδεικνύει ότι ο ίδιος ή πρόσωπα που ενεργούσαν κατ’ εντολή του πραγματοποίησαν τις παρακολουθήσεις. Αντιθέτως, όπως σημειώνει, μάρτυρες κατέθεσαν για πιθανή εμπλοκή της ΕΥΠ, ενώ ακόμη και η ίδια η απόφαση κάνει αναφορά σε ταυτότητες συνδεόμενες με ανώτερα κυβερνητικά στελέχη, χωρίς να έχει υπάρξει, κατά τον ισχυρισμό του, πλήρης διερεύνηση αυτής της κατεύθυνσης.
Ο Ντίλιαν επαναλαμβάνει με έμφαση ότι ο όμιλος Intellexa ανέπτυξε λογισμικό «προληπτικής άμυνας» και ότι το χορηγούσε νόμιμα μόνο σε εξουσιοδοτημένες κυβερνητικές και αστυνομικές αρχές, με στόχο την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου και των νομικών προτύπων. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία δεν λειτουργούσε η ίδια τα συστήματα, ούτε διεξήγε επιχειρήσεις παρακολούθησης. Επιμένει δε ότι το λογισμικό είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε μόνον η αρμόδια κρατική υπηρεσία να γνωρίζει τους στόχους και να είναι σε θέση να εκτελεί τις επιχειρήσεις, χωρίς η Intellexa να έχει γνώση των επιμέρους ενεργειών. «Δεν γνωρίζουμε ποιος πραγματοποίησε τις παρεμβάσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι θεωρεί έγκλημα την παρέμβαση ιδιωτών στις επικοινωνίες, ακόμη σοβαρότερο όμως θεωρεί ένα οργανωμένο σχέδιο ενοχοποίησης αθώων προσώπων, με σκοπό να καλυφθούν πολιτικές αρχές.
Η φράση που δίνει το στίγμα της νέας του γραμμής είναι απολύτως καθαρή: «Παρέμεινα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν θα γίνω αποδιοπομπαίος τράγος». Με αυτή τη δήλωση προαναγγέλλει ότι θα φέρει την υπόθεσή του ενώπιον εθνικών, περιφερειακών και διεθνών θεσμών, φθάνοντας ακόμη και σε αίτημα παρέμβασης του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Η νέα αυτή τοποθέτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος επειδή έρχεται σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το τοπίο στην υπόθεση των υποκλοπών αλλάζει ξανά ριζικά. Η πρώτη του δημόσια παραδοχή ότι οι πελάτες της Intellexa ήταν κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου θεωρείται ήδη κρίσιμο στοιχείο για τη συνέχεια της υπόθεσης. Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με τη δημοσίευση της εκτενούς, καθαρογραμμένης δικαστικής απόφασης του προέδρου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Νίκου Ασκιανάκη, μιας απόφασης 1.930 σελίδων που εκδόθηκε σε λιγότερο από έναν μήνα από την απαγγελία της και η οποία αποδομεί αναλυτικά τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των τεσσάρων καταδικασθέντων επιχειρηματιών.
Η απόφαση αφορά τον Ταλ Ντίλιαν, τη σύζυγό του Σάρα-Αλεξάνδρα Χάμου, τον Γιάννη Λαβράνο και τον Φέλιξ Μπίτζιο, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε συνολικές ποινές 126 ετών φυλάκισης, με εκτιτέα τα 8, για πλημμεληματικές πράξεις. Το δικαστικό σκεπτικό, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, δεν περιορίζεται σε μια απλή αποτύπωση των περιστατικών, αλλά επεκτείνεται σε πλήρη χαρτογράφηση του τρόπου λειτουργίας του μηχανισμού παρακολουθήσεων, των εταιρικών διασυνδέσεων, των τεχνικών μέσων, των υποδομών και της εσωτερικής διάρθρωσης του ομίλου Intellexa.
Στην απόφαση περιλαμβάνονται αναλυτικά τα επίμαχα μηνύματα παγίδευσης, οι ώρες αποστολής και τα θύματα, ενώ αποτυπώνονται με συγκεκριμένες αναφορές τα αποδεικτικά ευρήματα, οι καταθέσεις δεκάδων μαρτύρων και τα τεχνικά στοιχεία που αξιολογήθηκαν. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο ότι το Predator χαρακτηρίζεται ως ένα από τα κορυφαία μισθοφορικά κατασκοπευτικά λογισμικά διεθνώς, με δυνατότητες που, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το καθιστούν σχεδόν παντού παράνομο, εκτός από ειδικά θεσμικά και κρατικά πλαίσια χρήσης. Η δικαστική απόφαση περιγράφει το μοντέλο πώλησης της Intellexa ως ολοκληρωμένη προσφορά «one stop shop» προς υπηρεσίες επιβολής του νόμου και υπηρεσίες πληροφοριών, με υποδομή, εκπαίδευση, τεχνογνωσία, διαρκή υποστήριξη και, κυρίως, πρόσβαση σε δεδομένα.
Στο ίδιο σκεπτικό υπογραμμίζεται ότι ο όμιλος προσέφερε μια πλήρη σουίτα παρακολούθησης και ανάλυσης δεδομένων, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μόνιμη εξάρτηση των πελατών του από τις υπηρεσίες του. Παράλληλα, η απόφαση αποδίδει βαρύτατες ευθύνες και στον τρόπο με τον οποίο κινήθηκαν οι θεσμικοί μηχανισμοί ελέγχου, κρίνοντας ότι οι έρευνες της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και της ίδιας της ΕΥΠ υπήρξαν επιφανειακές.
Η δικαστική κρίση απορρίπτει πλήρως τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, την αναληθή μεταχρονολογημένη αποχώρηση του Φέλιξ Μπίτζιου από την εταιρεία, την πραγματική διαχείριση της Krikel από τον Γιάννη Λαβράνο και τον κομβικό ρόλο του Ταλ Ντίλιαν και της Σάρας-Αλεξάνδρας Χάμου στη συνολική επιχειρησιακή δραστηριότητα. Κατά το δικαστήριο, η συναλλαγή με το κράτος ενδέχεται να έχει αποκρυβεί μέσα από άλλες, φαινομενικά άσχετες νόμιμες συμβάσεις, ακόμη και εκτός του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ή της Προεδρίας της Κυβέρνησης, στην οποία υπάγεται η ΕΥΠ.
Ιδιαίτερα βαριά είναι τα σημεία της απόφασης που αφορούν την περαιτέρω διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας. Στην τελευταία σελίδα της απόφασης διατυπώνεται ρητά η ανάγκη να διερευνηθεί η τυχόν τέλεση του αδικήματος αυτού, τετελεσμένου ή σε απόπειρα, τόσο από τους καταδικασθέντες όσο και από τυχόν τρίτους συμμέτοχους, ιδίως για το διάστημα μετά τις 9 Δεκεμβρίου 2022. Το δικαστήριο συνδέει άμεσα το ζήτημα με τον τρόπο λειτουργίας του λογισμικού, αλλά και με τις ιδιότητες των θυμάτων, πολλά από τα οποία κατείχαν κρίσιμα χαρτοφυλάκια, είχαν πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα και χειρίζονταν ευαίσθητες πληροφορίες.
Στο σκεπτικό επισημαίνεται ρητά ότι μεταξύ των αποδεκτών των μολυσμένων μηνυμάτων συγκαταλέγονταν ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Μιχάλης Καραμαλάκης και άλλα πρόσωπα που χειρίζονταν απόρρητες και μυστικές πληροφορίες. Το δικαστήριο δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στα ηλεκτρονικά μηνύματα που διατηρούσε στο κινητό του ο Χρήστος Σπίρτζης και τα οποία αφορούσαν, μεταξύ άλλων, ευαίσθητες διαπραγματεύσεις για την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, την αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος στήριξης από τον ESM και διπλωματική επικοινωνία της ελληνικής πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι. Για το δικαστήριο, τα δεδομένα αυτά αρκούν ώστε να τεθεί ανοιχτά και σοβαρά το ζήτημα της κατασκοπείας.
Από τα πλέον εκρηκτικά τμήματα της απόφασης είναι εκείνα που περιγράφουν ένα κοινό κέντρο δράσης ανάμεσα στους χειριστές του Predator και την ΕΥΠ. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαπίστωση παίζει η υπόθεση της προπληρωμένης κάρτας του Αιμίλιου Κοσμίδη, από την οποία πληρώθηκαν servers που συνδέονταν με την αποστολή μολυσμένων SMS. Η απόφαση εστιάζει στις αντιφάσεις των καταθέσεών του, αλλά και στη σύνδεσή του με τον Κωνσταντίνο Πετρίση, εργαζόμενο σε κατάστημα Cosmote, ο οποίος, κατά τα αναφερόμενα, φερόταν να κάνει αμειβόμενες «εξυπηρετήσεις» για την ΕΥΠ. Η ίδια κάρτα, όπως διαπιστώθηκε, φορτίστηκε από ΑΤΜ στην Αγία Παρασκευή, πολύ κοντά στις εγκαταστάσεις του ΚΕΤΥΑΚ, της επίμαχης τεχνολογικής δομής της ΕΥΠ, ενώ στην ίδια περιοχή εντοπίστηκε και όχημα της Krikel μέσα σε απόρρητη εγκατάσταση.
Το δικαστήριο κρίνει ότι όλα αυτά μόνον τυχαία δεν μπορούν να θεωρηθούν και γι’ αυτό ζητεί τη διερεύνηση της συμμετοχικής δράσης όχι μόνο των ήδη καταδικασθέντων αλλά και τρίτων προσώπων. Σε άλλο σημείο, το σκεπτικό απορρίπτει ευθέως τον ισχυρισμό ότι τα προϊόντα της Intellexa χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για εμπορική δραστηριότητα προς κυβερνητικές αρχές, καθώς, κατά την κρίση του δικαστηρίου, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι έδρασαν από κοινού με εργαζόμενους και στελέχη συνδεόμενων εταιρειών, αλλά και ότι ακόμη και μάρτυρες που μίλησαν για συμμετοχή της ΕΥΠ κατέθεσαν για ύπαρξη ενιαίου κέντρου συντονισμού, το οποίο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη συνδρομή των κατηγορουμένων.
Σημαντική θεωρείται και η αναφορά του εισαγγελέα της έδρας Δημήτρη Παυλίδη στην απροθυμία πολλών υψηλά ιστάμενων στόχων του Predator να παραδώσουν τα κινητά τους για εξέταση, να καταθέσουν εγκλήσεις ή ακόμη και να εμφανιστούν ως μάρτυρες. Στην εισαγγελική πρόταση επισημαίνεται ότι αρκετοί από αυτούς ενδέχεται να είχαν πατήσει τα σχετικά links και κατά συνέπεια να είχαν μολυνθεί. Το δικαστήριο μάλιστα δέχθηκε ότι, πέραν των ήδη γνωστών περιπτώσεων του Θανάση Κουκάκη και της Άρτεμις Σίφορντ, υπήρξαν και άλλοι αποδέκτες, όπως η Μαρία Σάκαλη-Ζώη, ο Ιωάννης Φυτιλής και η Πηνελόπη Μηνιάτη, που κατέθεσαν με σαφήνεια ότι άνοιξαν τους μολυσμένους συνδέσμους, γεγονός που οδηγεί σε μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού από απόπειρα σε τετελεσμένη πράξη.
Ανάλογη βαρύτητα έχει και η αποδόμηση του πορίσματος του πρώην αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση σε σχέση με τη σύμπτωση των στόχων μεταξύ νόμιμων επισυνδέσεων της ΕΥΠ και μολύνσεων με Predator. Κατά την εισαγγελική ανάλυση, η κρίσιμη μεταβλητή δεν είναι η σύγκριση του συνολικού αριθμού των 15.000 νομίμων παρακολουθήσεων με τις 87 επιβεβαιωμένες επιμολύνσεις Predator, αλλά η ουσιαστική σύμπτωση στόχων ανάμεσα στις παράνομες παρακολουθήσεις και στις κρατικές επισυνδέσεις. Μάλιστα σημειώνεται ότι, αν ελεγχθούν και άλλοι δίαυλοι κρατικών παρακολουθήσεων, το ποσοστό αυτής της σύμπτωσης μπορεί να αποδειχθεί ακόμη μεγαλύτερο.
Η απόφαση περιγράφει ακόμη πώς οι κατηγορούμενοι, ήδη από το καλοκαίρι του 2020, έστησαν στην Αθήνα την επιχειρηματική και επιχειρησιακή τους δραστηριότητα με τη συνδρομή του Γιάννη Λαβράνου και της Krikel. Τεκμηριώνεται ότι η ελληνική Intellexa είχε μισθώσει από την εταιρεία Hostmein υπηρεσίες συνεγκατάστασης εξοπλισμού και πρόσβασης στο διαδίκτυο, οι οποίες στη συνέχεια επεκτάθηκαν, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η αυξημένη υποδομή που απαιτούσε η λειτουργία του λογισμικού. Το δικαστήριο δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού και με κοινό δόλο, κατασκεύαζαν links επιμόλυνσης, έστελναν μαζικά SMS και προχωρούσαν σε παράνομη επέμβαση σε κινητές συσκευές, αποκτώντας πρόσβαση σε συνομιλίες, αρχεία και προσωπικά δεδομένα.
Στο σκεπτικό γίνεται ειδική μνεία στην αποστολή μαζικών μηνυμάτων στα τέλη Ιανουαρίου 2021, ανάμεσά τους και σε ένα ευχαριστήριο SMS που εμφανιζόταν να έχει αποσταλεί από τον τηλεφωνικό αριθμό του τότε γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη σε έντεκα αποδέκτες. Την ίδια περίοδο, όπως διαπιστώνει το δικαστήριο, έγιναν αναβαθμίσεις στην τεχνική υποδομή της Intellexa, οι οποίες κρίνονται ενδεικτικές προετοιμασίας για την εφαρμογή του επιχειρησιακού σχεδίου παρακολουθήσεων. Εξίσου αποκαλυπτικό θεωρείται το γεγονός ότι αμέσως μετά τις αποκαλύψεις των Citizen Lab και Meta στις 16 Δεκεμβρίου 2021, εργαζόμενοι της Intellexa έσπευσαν να αφαιρέσουν άτακτα όλο τον εγκατεστημένο εξοπλισμό από τις εγκαταστάσεις της Lamda Helix, φτάνοντας μάλιστα να πάρουν μαζί τους και υλικό που ανήκε στην Hostmein.
Το ίδιο σκηνικό αποτυπώνεται και στην περιγραφή της πατρότητας του Predator. Η απόφαση θεωρεί σαφώς αποδεδειγμένο ότι το λογισμικό ανήκε αρχικά στην Cytrox, η οποία στη συνέχεια περιήλθε στην επιχειρηματική σφαίρα του ομίλου Intellexa μέσω της Wispear και άλλων μεταβιβάσεων. Γίνεται αναφορά όχι μόνο στις έρευνες του Citizen Lab, της Meta, της Διεθνούς Αμνηστίας, της Google, της Apple, της Cisco Talos, της Recorded Future, της Sekoia και του Atlantic Council, αλλά και στο εμπιστευτικό έγγραφο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών για τις αμερικανικές κυρώσεις σε Intellexa και Cytrox. Ιδιαίτερο βάρος αποδίδεται επίσης στη νέα έρευνα «Intellexa Leaks» των Inside Story, Haaretz και WAV Research Collective, η οποία παρουσίασε στοιχεία για δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης της Intellexa ακόμη και σε εγκαταστάσεις κυβερνητικών πελατών.
Το δικαστήριο απορρίπτει και τον ισχυρισμό ότι η ελληνική Intellexa ήταν αποκομμένη από τον υπόλοιπο όμιλο. Αντιθέτως, περιγράφει ένα ενιαίο πλέγμα εταιρειών με κοινή μητρική, κοινά πρόσωπα και ενιαία εμπορική ταυτότητα. Παράλληλα, κρίνει ότι η σχέση της Intellexa με το Predator επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τις διεθνείς έρευνες, αλλά και από τους ίδιους τους τιμοκαταλόγους της εταιρείας, από προτάσεις σε ξένες υπηρεσίες πληροφοριών, από ταξίδια εργαζομένων στη Βόρεια Μακεδονία και από τις ίδιες τις άδειες εξαγωγής ειδών διττής χρήσης που είχαν αιτηθεί η Intellexa και η Krikel. Η απόφαση αποτυπώνει ακόμη την ύπαρξη αυστηρών ρητρών εμπιστευτικότητας για τους εργαζομένους, ώστε να διασφαλιστεί η απόλυτη μυστικότητα της δραστηριότητας.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η νέα δήλωση του Ταλ Ντίλιαν αποκτά χαρακτήρα όχι απλώς υπερασπιστικής γραμμής, αλλά ανοιχτής αντεπίθεσης. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως πρόσωπο στο οποίο φορτώθηκαν ευθύνες που, κατά τον ίδιο, ανήκουν αλλού, επαναφέρει στο τραπέζι τη συζήτηση για πιθανό κρατικό ή παρακρατικό πυρήνα πίσω από τις υποκλοπές και, ταυτόχρονα, ετοιμάζεται να μεταφέρει τη μάχη πέρα από τα ελληνικά δικαστήρια. Το αν η αντεπίθεση αυτή θα οδηγήσει σε νέες αποκαλύψεις ή σε ακόμη βαθύτερη σύγκρουση γύρω από ένα από τα σκοτεινότερα σκάνδαλα της μεταπολιτευτικής περιόδου, θα φανεί σύντομα. Εκείνο που ήδη είναι σαφές είναι ότι η υπόθεση των υποκλοπών όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά εισέρχεται σε μια νέα, πολύ πιο εκρηκτική φάση.
Πιο Δημοφιλή
Η κυβέρνηση της αταξίας: Σκάνδαλα, ακρίβεια, ΕΣΥ
Διώξεις των Χριστιανών ακόμη και στην Ευρώπη
Ο μεγαλύτερος πατριώτης είσαι εσύ — αν το τολμάς
Πιο Πρόσφατα