Σήμερα Γιορτάζουν:

ΖΑΧΑΡΙΑΣ

5 Σεπτεμβρίου 2026

Αστυνομικοί φυλάνε κακοποιημένα παιδιά σε νοσοκομεία

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Αστυνομικοί στη Θεσσαλονίκη φυλάνε κακοποιημένα παιδιά σε νοσοκομεία για μήνες λόγω έλλειψης δομών.
  • Ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών τονίζει ότι η ΕΛ.ΑΣ. δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνική πρόνοια.
  • Η ψυχολόγος Ιωάννα Κωνσταντινίδου κάνει λόγο για βαθιά ψυχικά τραύματα στα παιδιά από την προγεννητική περίοδο.

Την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης του πλαισίου διαχείρισης περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης ανηλίκων, με ταυτόχρονη ενίσχυση των κοινωνικών δομών και την επάνδρωσή τους με εξειδικευμένο προσωπικό, ανέδειξε ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, Θοδωρής Τσαιρίδης. Μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, ο κ. Τσαιρίδης περιέγραψε με μελανά χρώματα την πραγματικότητα που βιώνουν οι αστυνομικοί της πόλης, οι οποίοι καλούνται να αναπληρώσουν τα κενά του κρατικού μηχανισμού πρόνοιας, αναλαμβάνοντας ρόλους που υπερβαίνουν κατά πολύ τα τυπικά τους καθήκοντα.

Ο κ. Τσαιρίδης αναφέρθηκε εκτενώς στο φαινόμενο αστυνομικών να φυλάσσουν ανήλικα θύματα κακοποίησης εντός νοσοκομειακών θαλάμων για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, παιδιά που έχουν υποστεί κακοποίηση παραμένουν για δύο, τρεις ή και τέσσερις μήνες σε νοσοκομεία, καθώς δεν υπάρχει διαθέσιμη δομή φιλοξενίας με το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό. Η φύλαξή τους ανατίθεται σε αστυνομικούς, συχνά της Άμεσης Δράσης, οι οποίοι αποσπώνται από την κύρια αποστολή τους, δηλαδή την περιπολία και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, για να παραμείνουν έξω από τους θαλάμους νοσηλείας.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών ήταν σαφής ως προς τα όρια της αστυνομικής παρέμβασης. Η Αστυνομία, όπως τόνισε, έχει την αρμοδιότητα να διερευνά καταγγελίες, να διαπιστώνει την τέλεση αξιόποινων πράξεων και, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, να προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για την απόδοση ευθυνών. Ωστόσο, δεν δύναται και δεν οφείλει να υποκαθιστά τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας και κοινωνικής πρόνοιας. Η έλλειψη ενός επαρκούς δικτύου δομών, που θα μπορούσαν να προσφέρουν ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον σε αυτά τα παιδιά, μετακυλίει ουσιαστικά την ευθύνη στους αστυνομικούς, επιβαρύνοντας έναν ήδη επιβαρυμένο κλάδο.

Το διαρκές έλλειμμα κοινωνικών δομών και ο αντίκτυπος στην Αστυνομία

Η απουσία ενός ολοκληρωμένου πλέγματος κοινωνικής προστασίας αναδεικνύεται ως το κεντρικότερο πρόβλημα. Ο κ. Τσαιρίδης επισήμανε ότι το ζήτημα δεν έγκειται στη διαπίστωση της κακοποίησης, αλλά στη συνέχεια. Ενώ η Αστυνομία μπορεί να τεκμηριώσει τα περιστατικά και να διενεργήσει την προανάκριση, στη συνέχεια δεν υπάρχει ο κατάλληλος μηχανισμός υποδοχής. Η απουσία αυτή έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να παραμένουν σε νοσοκομεία, σε μια συνθήκη που δεν συνάδει με τις αναπτυξιακές τους ανάγκες, ενώ οι αστυνομικοί επιφορτίζονται με το καθήκον της φύλαξής τους, σαν να επρόκειτο για κρατούμενους. Η κατάσταση αυτή, πέρα από την επιχειρησιακή επιβάρυνση, δημιουργεί και ένα βαθύτερο ζήτημα ρόλων, καθώς οι ένστολοι καλούνται να διαχειριστούν τραυματισμένα παιδιά, χωρίς να διαθέτουν την απαραίτητη ψυχολογική ή κοινωνική εξειδίκευση.

Εντούτοις, ο κ. Τσαιρίδης αναγνώρισε ότι η εικόνα αλλάζει προς το καλύτερο όταν υπάρχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες εντός της Αστυνομίας. Η δημιουργία τμημάτων με προσωπικό εκπαιδευμένο στη διαχείριση υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας έχει αποδείξει την αξία της, καθώς οι αστυνομικοί αυτοί γνωρίζουν πώς να προσεγγίσουν τα θύματα, να ενεργοποιήσουν τους κατάλληλους μηχανισμούς υποστήριξης και να συνεργαστούν αποτελεσματικότερα με άλλους φορείς. Παρόλα αυτά, η εξειδίκευση αυτή δεν αρκεί για να καλύψει το κενό που αφήνει η κοινωνική πολιτική. Η αυξημένη παρουσία της Αστυνομίας σε τέτοια περιστατικά δεν πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη ότι η ΕΛ.ΑΣ. μπορεί να αναλάβει την κοινωνική διαχείριση των υποθέσεων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η Αστυνομία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ρόλο όλων των κοινωνικών φορέων και να επιλύσει όλα τα προβλήματα.

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις στα παιδιά και η ανάγκη για άμεση παρέμβαση

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η τοποθέτηση της ψυχολόγου Ιωάννας Κωνσταντινίδου, η οποία κλήθηκε να σχολιάσει τις επιπτώσεις αυτής της παρατεταμένης αβεβαιότητας και έκθεσης στη βία για τα ανήλικα θύματα. Η ίδια εξέφρασε τον αποτροπιασμό της για τις συνθήκες που περιγράφηκαν, κάνοντας λόγο για μια πραγματικότητα που προκαλεί φρίκη. Η κ. Κωνσταντινίδου επισήμανε ότι τα παιδιά που βιώνουν κακοποίηση και διαβιούν σε ένα αποδιοργανωμένο οικογενειακό περιβάλλον φέρουν βαθιά ψυχικά τραύματα, τα οποία συχνά ξεκινούν από την προγεννητική περίοδο. Η ανάπτυξή τους, τόσο η ψυχική όσο και η σωματική, επηρεάζεται ανεπανόρθωτα από τις τραυματικές εμπειρίες, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα βασικής επιβίωσης και όχι απλώς κοινωνικής ένταξης ή εκπαίδευσης.

Η ψυχολόγος υπογράμμισε την ανάγκη για τη δημιουργία περισσότερων δομών προστασίας, εκφράζοντας την απορία της για το γεγονός ότι δεν διατίθενται οι απαραίτητοι πόροι για έναν τόσο κρίσιμο σκοπό. Η ίδια τόνισε ότι η κοινωνία δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό το ενδεχόμενο κάποια παιδιά να μην πηγαίνουν καν στο σχολείο, καθώς η αντιμετώπιση της βίας θα πρέπει να ξεκινά πολύ νωρίτερα, μέσα από ένα δίκτυο πρόληψης και έγκαιρης παρέμβρασης. Η τοποθέτησή της ανέδειξε τη διάσταση του προβλήματος, το οποίο δεν περιορίζεται στην ποινική αντιμετώπιση των δραστών, αλλά εκτείνεται στην προστασία και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση των θυμάτων, ένα πεδίο όπου το κράτος εμφανίζεται ιδιαίτερα ελλιπές.