Ατμοσφαιρική ρύπανση: Πώς μπορεί να επηρεάζει τα γονίδια του σπέρματος

Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία γονιδίων στο σπέρμα, ανοίγοντας νέο πεδίο προβληματισμού για τις πιθανές επιπτώσεις της στην ανδρική γονιμότητα.

Η έρευνα, μία από τις μεγαλύτερες που έχουν πραγματοποιηθεί στο συγκεκριμένο αντικείμενο, παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας στο Λονδίνο. Οι επιστήμονες εξέτασαν πώς κοινοί ατμοσφαιρικοί ρύποι επιδρούν κατά την περίοδο ανάπτυξης των σπερματοζωαρίων.

Στο επίκεντρο της μελέτης βρέθηκαν το όζον και το διοξείδιο του αζώτου, δύο ρύποι που συνδέθηκαν με λεπτές επιγενετικές μεταβολές στο DNA του σπέρματος. Οι αλλαγές αυτές δεν μεταβάλλουν τη γενετική αλληλουχία, επηρεάζουν όμως τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται συγκεκριμένα γονίδια.

Σπέρμα, DNA και επιγενετικές αλλαγές

Η διαδικασία που μελέτησαν οι ερευνητές είναι γνωστή ως μεθυλίωση του DNA και αποτελεί βασικό μηχανισμό ρύθμισης της γονιδιακής έκφρασης. Με απλά λόγια, δεν αλλάζει το ίδιο το γενετικό υλικό, αλλά μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αυτό λειτουργεί.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε περισσότερους από 2.000 άνδρες στο Σολτ Λέικ Σίτι των Ηνωμένων Πολιτειών, την περίοδο 2013–2017. Οι συμμετέχοντες έδωσαν δείγματα σπέρματος στην αρχή της μελέτης και στη συνέχεια ύστερα από δύο, τέσσερις και έξι μήνες.

Παράλληλα, οι επιστήμονες υπολόγισαν την έκθεση κάθε συμμετέχοντα σε διάφορους ατμοσφαιρικούς ρύπους κατά τους τρεις μήνες πριν από τη λήψη κάθε δείγματος. Το διάστημα αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς αντιστοιχεί στον κύκλο παραγωγής του σπέρματος.

Η ανάλυση των δειγμάτων έδειξε 39 διαφορετικές επιγενετικές αλλαγές που συνδέθηκαν με την έκθεση σε συνδυασμούς ατμοσφαιρικών ρύπων. Το όζον και το διοξείδιο του αζώτου φάνηκε να έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στα ευρήματα της μελέτης.

Τι δείχνουν τα ευρήματα για τη γονιμότητα

Ένα από τα γονίδια που επηρεάστηκαν ήταν το GNAS, το οποίο έχει συσχετιστεί σε προηγούμενες μελέτες με χαμηλότερη ποιότητα σπέρματος και με την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Το εύρημα αυτό ενισχύει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, καθώς η επίδραση της ρύπανσης μπορεί να μην περιορίζεται μόνο στην ποιότητα του σπέρματος.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι περισσότερες επιγενετικές μεταβολές συνήθως εξαφανίζονται στα πρώτα στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Ωστόσο, ορισμένες ενδέχεται να διατηρηθούν και να επηρεάσουν τη φυσιολογική πορεία ανάπτυξης του εμβρύου.

Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται νέες μελέτες, ώστε να διαπιστωθεί αν οι συγκεκριμένες αλλαγές οδηγούν πράγματι σε μειωμένη γονιμότητα ή σε προβλήματα κατά την αναπαραγωγή. Προς το παρόν, τα ευρήματα δείχνουν συσχέτιση και όχι οριστική απόδειξη αιτιότητας.

Ανεξάρτητοι επιστήμονες χαρακτήρισαν τα αποτελέσματα σημαντικά, καθώς ενισχύουν τις ενδείξεις ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να επιβαρύνει την ποιότητα του σπέρματος. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι δεν μπορεί ακόμη να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το αν οι μεταβολές αυτές προκαλούν κλινικά σημαντική ανδρική υπογονιμότητα.

Η μελέτη προσθέτει νέα δεδομένα στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία και αναδεικνύει τη σύνδεση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης με την αναπαραγωγική υγεία. Η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν επηρεάζει μόνο το αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό σύστημα, αλλά φαίνεται πως μπορεί να αγγίζει και πιο σύνθετες βιολογικές λειτουργίες, όπως η γονιδιακή ρύθμιση στο σπέρμα.

Τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για περιορισμό των ατμοσφαιρικών ρύπων και για πιο συστηματική παρακολούθηση των συνεπειών τους στην ανθρώπινη υγεία. Η προστασία της αναπαραγωγικής υγείας συνδέεται πλέον ακόμη πιο καθαρά με την ποιότητα του περιβάλλοντος και με τις πολιτικές για καθαρότερο αέρα.