Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΡΣΑΜΙΑ

28 Ιανουαρίου 2026

Αυτά ζητούν οι Αμερικανοί από τον Μητσοτάκη

Το Στέιτ Ντηπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, μέσα από διαδοχικές επαφές με την ελληνική κυβέρνηση, διαμορφώνουν πλέον ένα καθαρό πλαίσιο προτίμησης: τα ζητήματα ασφάλειας, άμυνας και εξοπλισμών μεταφέρονται σταθερά στο πεδίο των διμερών διαβουλεύσεων. Οι ευρωπαϊκές διαδικασίες και οι συλλογικοί μηχανισμοί του ΝΑΤΟ παραμένουν τυπικά παρόντες, χωρίς να καθορίζουν τις εξελίξεις.

Η πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, με τη Ρωσία να έχει παγιώσει συγκεκριμένα στρατιωτικά πλεονεκτήματα παρά το υψηλό κόστος, οδηγεί σε μια νέα κατανομή ρόλων. Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ καλούνται να αναλάβουν αυτοτελώς το βάρος των συμβατικών δυνάμεων της ηπείρου.

Μετά από μια σύντομη μεταβατική περίοδο, ο αμερικανικός ρόλος συμπυκνώνεται στην πυρηνική αποτροπή. Δεν είναι τυχαίο ότι, στις συνομιλίες που είχε στην Αθήνα πριν από περίπου δύο εβδομάδες, ο αναπληρωτής βοηθός υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Ντέιβιντ Μπέικερ, άγγιξε το ουκρανικό ζήτημα σχεδόν παρεμπιπτόντως.

Ο ίδιος αξιωματούχος απέφυγε να επαναφέρει την έως πρόσφατα επίμονη αμερικανική απαίτηση για την παραχώρηση ελληνικής συστοιχίας Patriot στην ουκρανική αεράμυνα. Από την άνοιξη του 2024 έως και πριν από δύο μήνες, το θέμα παρουσιαζόταν ως σχεδόν αυτονόητο. Το επιχείρημα ήταν γνωστό: η συστοιχία είχε μεταφερθεί στη Σαουδική Αραβία από τον Δεκέμβριο του 2021 και, μετά τη «Διακήρυξη των Αθηνών» με την Τουρκία, δεν θεωρούνταν κρίσιμη για την ελληνική άμυνα.

Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ παραμένει έντονο σε άλλα πεδία. Η συμβολή της Ελλάδας στην αντιμετώπιση του ρωσικού «σκιώδους στόλου» και οι χρηματικές καταβολές στο πρόγραμμα PURL του ΝΑΤΟ εξακολουθούν να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα. Η ελληνική συμμετοχή το 2025, ύψους 20 εκατ. δολαρίων και με καθυστερημένη ενεργοποίηση τον Δεκέμβριο, αξιολογήθηκε ως περιορισμένη. Για το 2026 προδιαγράφεται αίτημα αυξημένης συμμετοχής στις διαδοχικές δέσμες του προγράμματος.

Παράλληλα, το οικονομικό και βιομηχανικό μήνυμα προς την Αθήνα διατυπώνεται με σαφήνεια. Οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι αντιλαμβάνονται τη λογική των νέων ευρωπαϊκών κανονισμών και πρωτοβουλιών άμυνας – SAFE, EDIP, ReARM Europe – στο πλαίσιο της διατλαντικής συνεργασίας. Την ίδια στιγμή, εκπέμπουν ισχυρή ενόχληση για πρακτικές που εκλαμβάνονται ως ευρωπαϊκός προστατευτισμός. Αμερικανικές εταιρείες, με μακρά παρουσία ως υπεργολάβοι ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών, διαπιστώνουν αιφνίδιους περιορισμούς ή αποκλεισμούς από νέα συμβόλαια.

Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, η Κομισιόν ευνοεί τον αποκλεισμό τους κυρίως από τα στάδια σχεδιασμού, έρευνας και ανάπτυξης, ώστε να αποτραπεί η κατοχύρωση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και η μελλοντική ανάμιξη στην υποστήριξη των συστημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα καταγράφεται ως ειδική περίπτωση. Για πρώτη φορά αμφισβητείται τόσο ανοιχτά το παραδοσιακό προβάδισμα των αμερικανικών εταιρειών στις προμήθειες των Γενικών Επιτελείων. Από το 2019 έως σήμερα, η μοναδική μεγάλη παραγγελία αφορά τα F-35, για τα οποία η έλλειψη εναλλακτικών επιλογών καθόρισε την απόφαση.

Η Ουάσινγκτον δείχνει πλέον να επενδύει συστηματικά στο διμερές κανάλι για όλα τα κρίσιμα ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και εξοπλισμών, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συλλογική ευρωπαϊκή δράση στις αμυντικές αναθέσεις. Η τακτική αυτή δεν αποτελεί καινοτομία. Παρόμοιες διμερείς συνεννοήσεις χρησιμοποιήθηκαν και πέρυσι στο ζήτημα των δασμών, με στόχο τη διάρρηξη του μετώπου των «27», μέχρι την αναστολή του εμπορικού πολέμου με την Κοινή Δήλωση Τραμπ–φον ντερ Λάιεν της 21ης Αυγούστου 2025.

Κεντρικό εργαλείο των διμερών επαφών προορίζεται να γίνει η Ανώτατη Συμβουλευτική Επιτροπή Υψηλού Επιπέδου (HLCC), η οποία επανέρχεται στο προσκήνιο μετά από πρόταση του Ντέιβιντ Μπέικερ. Η HLCC προβλέπεται από το άρθρο VI της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), που υπεγράφη τον Ιούλιο του 1990, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Οι τελευταίες συνεδριάσεις της Επιτροπής πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσινγκτον το 2016 και στην Αθήνα το 2018. Μετά το 2019, η συνέχισή τους εγκαταλείφθηκε, χωρίς επίσημη αιτιολόγηση. Στο μεταξύ, ενεργό παρέμεινε μόνο το σχήμα της Μικτής Επιτροπής, η οποία, αν και περιορίζεται τυπικά στην επίλυση διαφορών ερμηνείας της MDCA, βρέθηκε να συζητά έργα υποδομών και ομάδες εργασίας εκτός των αρμοδιοτήτων της.

Σύμφωνα με επιβεβαιωμένες πληροφορίες, η Ουάσινγκτον σχεδιάζει την αναβάθμιση της HLCC με τον ορισμό του Μπέικερ επικεφαλής της αμερικανικής αντιπροσωπείας και με τη διεύρυνση των συναντήσεων σε επίπεδο υπουργείων Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας. Το εύρος και η συχνότητα αυτών των συναντήσεων παραμένουν ασαφή, όπως και το ενδεχόμενο μετεξέλιξης της Επιτροπής σε όργανο διαρκούς λειτουργίας.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προοπτική ένταξης της Ελλάδας στο State Partnership Program της Εθνικής Φρουράς των ΗΠΑ, με στόχο τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τις συνεκπαιδεύσεις και τη διαλειτουργικότητα. Η επιστολή ελληνικού ενδιαφέροντος, που απεστάλη τον Οκτώβριο του 2024, παραμένει αναπάντητη.

Αντίστοιχα, παραμένει αδιευκρίνιστο το χρονοδιάγραμμα του 6ου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ, σχεδόν δύο χρόνια μετά τον 5ο γύρο της 9ης Φεβρουαρίου 2024. 

Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, θεωρούσε δεδομένη την οργάνωση του 6ου γύρου στις αρχές του 2025 και, αργότερα, έκρινε ως βέβαιο τον προγραμματισμό της για το φθινόπωρο ή τα τέλη του έτους μαζί με επίσκεψη στην Αθήνα του ομολόγου του, Μάρκο Ρούμπιο. Ως συνήθως, δεν επιβεβαιώθηκαν οι εκτιμήσεις του…

Ετικέτες: