Είναι λυπηρό, αλλά κυρίως είναι βαθύτατα ανησυχητικό, μια κυβέρνηση να προκαλεί την κοινωνία με τρόπο τόσο απροκάλυπτο, ώστε κανείς πλέον να μην μπορεί να προσποιηθεί ότι δεν βλέπει. Υποθέσεις που θα έπρεπε να είχαν λειτουργήσει ως αφετηρία αυτοκριτικής, θεσμικής κάθαρσης και επανεκκίνησης του δημόσιου βίου, καταντούν τελικά να γίνονται η ταυτότητα μιας εποχής. Αντί να αποτελέσουν το εφαλτήριο για μια καλύτερη Ελλάδα, μετατρέπονται σε σύμβολα παρακμής, συγκάλυψης και θεσμικής αδιαφορίας.
Και το τραγικότερο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν από μια κυβέρνηση η οποία, με βάση την πολιτική της καταγωγή και την παραδοσιακή της ταυτότητα, θα όφειλε να είναι η πρώτη που θα καταδίκαζε τέτοια φαινόμενα. Θα όφειλε να υπερασπίζεται τους θεσμούς, τη διαφάνεια, την εθνική ασφάλεια, το κύρος της Δικαιοσύνης και την αξιοπρέπεια του πολιτεύματος. Αντιθέτως, όμως, εμφανίζεται όχι ως δύναμη θεσμικής αποκατάστασης, αλλά ως μέρος του προβλήματος. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, ως η ίδια η αιτία του.
Αναφέρομαι, φυσικά, στην υπόθεση των υποκλοπών. Σε μια υπόθεση που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ως κάτι απλό, τυπικό ή δευτερεύον. Διότι εδώ δεν μιλάμε για μια κοινή πολιτική αντιπαράθεση, ούτε για μια συνηθισμένη σύγκρουση κομμάτων. Μιλάμε για παρακολουθήσεις υπουργών, βουλευτών, δημοσιογράφων, αρχηγού κόμματος, ακόμη και του υπουργού Εθνικής Άμυνας. Μιλάμε, δηλαδή, για τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας και της κρατικής ασφάλειας.
Και όμως, αυτή η υπόθεση, αντί να διερευνηθεί μέχρι τέλους, αντί να φωτιστεί σε όλες της τις διαστάσεις, αντί να απαντηθούν τα κρίσιμα ερωτήματα που ταλαιπωρούν ακόμη τη δημόσια ζωή, εμφανίζεται να απλοποιείται με χαρακτηριστική άνεση και να οδηγείται στο αρχείο. Σαν να πρόκειται για μια ασήμαντη διοικητική εκκρεμότητα. Σαν να μην αφορά την καρδιά του κράτους. Σαν να μην αφορά τη σχέση εξουσίας και πολίτη. Σαν να μην αφορά τη δημοκρατία.
Διότι εδώ τίθεται ένα αμείλικτο ερώτημα: όταν παρακολουθούνται πολιτικά πρόσωπα, θεσμικοί παράγοντες και δημοσιογράφοι, ποιος ακριβώς κρίνει ότι όλα αυτά είναι αμελητέα; Ποιος αποφασίζει ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα εθνικής ασφάλειας; Και πώς είναι δυνατόν μια υπόθεση τέτοιας βαρύτητας να κλείνει με τρόπο που αφήνει πίσω της περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά;
Αν πράγματι ένας οποιοσδήποτε κίνδυνος εθνικής ασφάλειας μπορεί να επικαλείται τόσο εύκολα, να χρησιμοποιείται τόσο αδιαφανώς και στη συνέχεια να εξαφανίζεται μέσα σε νομικές διατυπώσεις και υπηρεσιακές σιωπές, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Είναι ζήτημα Δημοκρατίας.
Η κοινωνία δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά αλήθεια. Δεν ζητά θέαμα. Ζητά λογοδοσία. Δεν ζητά κομματική εκμετάλλευση. Ζητά να γνωρίζει αν οι θεσμοί λειτουργούν υπέρ του Συντάγματος ή υπέρ της εκάστοτε εξουσίας. Και όταν σε μια τέτοια υπόθεση μπαίνει η σφραγίδα της αρχειοθέτησης, με την υπογραφή μάλιστα της ανώτατης δικαστικής βαθμίδας, τότε η ανησυχία δεν μειώνεται. Αντιθέτως, βαθαίνει.
Διότι οι δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν μόνο από όσους τις καταλύουν φανερά. Κινδυνεύουν και από όσους τις αδειάζουν σιωπηλά από το περιεχόμενό τους. Από όσους διατηρούν τους τύπους, αλλά αλλοιώνουν την ουσία. Από όσους επικαλούνται τους θεσμούς, ενώ την ίδια στιγμή τους μετατρέπουν σε μηχανισμό νομιμοποίησης της αδιαφάνειας.
Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. Να συνηθίσει η κοινωνία ότι οι μεγάλες υποθέσεις δεν διαλευκαίνονται. Ότι οι ευθύνες χάνονται στη μετάφραση. Ότι η αλήθεια τεμαχίζεται, καθυστερεί, κουράζει και τελικά θάβεται. Να αποδεχθεί ο πολίτης πως ό,τι αφορά την εξουσία δεν θα εξηγηθεί ποτέ πλήρως. Να πιστέψει ότι η Δημοκρατία είναι απλώς μια διαδικασία χωρίς ψυχή, χωρίς έλεγχο, χωρίς λογοδοσία.
Αυτό δεν είναι κανονικότητα. Είναι παρακμή. Και όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει να περισώσουμε ό,τι ακόμη μπορεί να περισωθεί.