Αυτοκτονίες στην Ελλάδα: 448 θάνατοι και 995 απόπειρες το 2025 – Τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ.

Σταθερά υψηλός παραμένει ο αριθμός των αυτοκτονιών στη χώρα, με τα στοιχεία της Ελληνική Αστυνομία να αποτυπώνουν τουλάχιστον μία αυτοχειρία ημερησίως. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα για το 2025, καταγράφηκαν 448 αυτοκτονίες και 995 απόπειρες σε όλη την επικράτεια.

Η πλειονότητα των θυμάτων ήταν άνδρες. Από το σύνολο των αυτοχείρων, οι 374 ήταν άνδρες και οι 74 γυναίκες. Οι περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν άτομα άνω των 41 ετών, που ανήλθαν σε 344. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 29 αυτοκτονίες νέων κάτω των 22 ετών. Οι μήνες με τη μεγαλύτερη συχνότητα περιστατικών ήταν ο Ιούνιος και ο Ιούλιος.

Σε 353 από τις 448 περιπτώσεις δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί το αίτιο που οδήγησε στην αυτοχειρία. Σε 66 περιστατικά το κίνητρο αποδόθηκε σε λόγους υγείας. Δώδεκα περιπτώσεις συνδέθηκαν με αισθηματικά ζητήματα, εννέα με οικογενειακά προβλήματα και οκτώ με οικονομικούς λόγους.

Στις απόπειρες αυτοκτονίας, 101 άτομα φέρονται να επιχείρησαν να θέσουν τέλος στη ζωή τους για λόγους ασθένειας, 99 για αισθηματικούς λόγους, 64 για οικογενειακούς και 32 για οικονομικούς.

Ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στις 448 αυτοκτονίες, 195 άτομα επέλεξαν τον απαγχονισμό, 86 έκαναν χρήση όπλου και 37 έπεσαν από ύψος. Δεκατέσσερις περιπτώσεις αφορούσαν χρήση μαχαιριού, εννέα πνιγμό, εννέα δηλητηρίαση, ενώ 98 άτομα χρησιμοποίησαν άλλους τρόπους.

Η Αττική συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό αυτοκτονιών, με 132 καταγεγραμμένες περιπτώσεις. Στη Θεσσαλονίκη σημειώθηκαν 36 αυτοχειρίες, ενώ η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας ακολουθεί με 37. Η Θεσσαλονίκη καταγράφει τον υψηλότερο αριθμό αποπειρών, με 245 περιστατικά, ξεπερνώντας την Αττική. Οι λιγότερες αυτοκτονίες και απόπειρες εντοπίστηκαν στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.

Εντός Αττικής, οι περισσότερες αυτοκτονίες σημειώθηκαν στον Δήμο Αθηναίων με 37 περιστατικά. Ακολουθούν η βορειοανατολική Αττική με 32, η δυτική Αττική με 21, ο Πειραιάς με 18 και η νοτιοανατολική Αττική με 15.

Κατά το 2025 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά τόσο αναλυτική και συστηματική καταγραφή των περιστατικών από την Ελληνική Αστυνομία, με ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Τα στοιχεία αυτά συγκροτούν πλέον μια ολοκληρωμένη βάση δεδομένων, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί για επιστημονική μελέτη του φαινομένου και για τον σχεδιασμό παρεμβάσεων πρόληψης.