Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΧΑΡΗΣ

ΛΕΩΝΙΔΑΣ

14 Απριλίου 2026

Βανς μετά το ναυάγιο στην Ισλαμαμπάντ: Η μπάλα τώρα στο γήπεδο της Τεχεράνης

Η Ουάσιγκτον μεταφέρει πλέον ξεκάθαρα το βάρος των επόμενων κινήσεων στην Τεχεράνη, μετά το αδιέξοδο των συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν το Σαββατοκύριακο στην Ισλαμαμπάντ. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος συμμετείχε προσωπικά στις επαφές, δήλωσε τη Δευτέρα 13 Απριλίου ότι πλέον «η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο των Ιρανών», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αμερικανική πλευρά αναμένει απτές παραχωρήσεις για να συνεχιστεί ουσιαστικά η διαδικασία. 

Σε συνέντευξή του στο Fox News, ο Βανς κατέστησε σαφές ότι μία από τις βασικές απαιτήσεις της κυβέρνησης Τραμπ αφορά την απομάκρυνση από το Ιράν του εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει η Ισλαμική Δημοκρατία, με την Ουάσιγκτον να ζητεί έλεγχο του υλικού αυτού και μηχανισμούς επαλήθευσης που θα διασφαλίζουν ότι στο μέλλον δεν θα υπάρξει παραγωγή ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού. Οι ίδιες αμερικανικές θέσεις είχαν ήδη καταγραφεί και σε προηγούμενες δημόσιες παρεμβάσεις του Λευκού Οίκου. 

Άκαρπες συνομιλίες και σκληρές απαιτήσεις

Οι επαφές στην πακιστανική πρωτεύουσα χαρακτηρίστηκαν από υψηλό επίπεδο εκπροσώπησης και ένταση, χωρίς όμως να καταλήξουν σε συμφωνία. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι δύο πλευρές έφτασαν κοντά σε ένα πλαίσιο συνεννόησης, όμως οι διαφωνίες για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, τις κυρώσεις, τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία και το καθεστώς στο Στενό του Ορμούζ αποδείχθηκαν καθοριστικές. Παρ’ όλα αυτά, δεν έκλεισε οριστικά η πόρτα του διαλόγου. 

Ο Βανς υποστήριξε ότι η ιρανική πλευρά έκανε ορισμένες κινήσεις, χωρίς όμως να φτάσει στο σημείο που ζητούσε η Ουάσιγκτον. Μίλησε για ενδείξεις προόδου, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι οι παραχωρήσεις που έγιναν δεν ήταν επαρκείς για να επιτρέψουν συμφωνία. Με αυτή τη γραμμή, η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται να συνδυάζει πίεση και περιορισμένη διατήρηση διαύλου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέου γύρου επαφών υπό αυστηρότερους όρους.

Η Τεχεράνη μιλά για μαξιμαλισμό της Ουάσιγκτον

Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη επιμένει ότι οι συνομιλίες βρέθηκαν κοντά σε συμφωνία, όμως κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι ανέβασαν συνεχώς τον πήχη με μαξιμαλιστικές απαιτήσεις. Αυτή η ιρανική αποτίμηση αποτυπώνει το μέγεθος της απόστασης που εξακολουθεί να χωρίζει τις δύο πλευρές, ιδίως σε ό,τι αφορά το πυρηνικό υλικό, τις εγγυήσεις επιθεώρησης και το χρονοδιάγραμμα των όποιων δεσμεύσεων. 

Στο επίκεντρο παραμένει και το Στενό του Ορμούζ, το οποίο, σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, βρίσκεται σε καθεστώς de facto ιρανικού ελέγχου μετά την κλιμάκωση που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου. Ο Βανς ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ αναμένουν πλήρες άνοιγμα του περάσματος ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της εύθραυστης εκεχειρίας, ενώ περιφερειακοί και διεθνείς παίκτες εκφράζουν έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Νέες απειλές Τραμπ και κλιμάκωση στη θάλασσα

Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε ακόμη περισσότερο τη ρητορική του, προειδοποιώντας ότι οποιοδήποτε ιρανικό ταχύπλοο επιτεθεί ή επιχειρήσει να προσεγγίσει αμερικανικές δυνάμεις γύρω από τον νέο ναυτικό αποκλεισμό θα καταστραφεί. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει αποκλεισμό της ιρανικής λιμενικής κίνησης, με την Τεχεράνη να καταγγέλλει την ενέργεια ως πειρατεία και να απειλεί με αντίποινα. 

Παρά τη στρατιωτική κλιμάκωση, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ αποφεύγουν να στοιχηθούν πλήρως πίσω από την αμερικανική επιλογή. Η Βρετανία έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν θα συμμετάσχει σε ανάλογο αποκλεισμό, ενώ και εντός του ΝΑΤΟ κυριαρχεί η επιμονή σε διπλωματική διέξοδο και στην ανάγκη αποκατάστασης της ελευθερίας ναυσιπλοΐας χωρίς νέα γενίκευση της σύγκρουσης. 

Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση, στην οποία οι συνομιλίες δεν έχουν καταρρεύσει οριστικά, αλλά η πίεση έχει αυξηθεί σε όλα τα επίπεδα. Η Ουάσιγκτον ζητεί παραδόσεις, επιθεωρήσεις και πλήρες άνοιγμα του Ορμούζ. Η Τεχεράνη καταγγέλλει αμερικανικό μαξιμαλισμό και απορρίπτει την ασφυκτική πίεση. Το επόμενο βήμα θα κριθεί από το κατά πόσο οι δύο πλευρές θα επιλέξουν επάνοδο στο τραπέζι ή νέα κλιμάκωση με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.