Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ

ΙΟΥΝΙΑ

ΝΕΦΕΛΗ

ΣΟΛΩΝ

Βόρεια Εύβοια: Data Centers σε καμένη γη προκαλούν αντιδράσεις και περιβαλλοντικά ερωτήματα

Η Βόρεια Εύβοια, που το 2021 βίωσε μία από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο έντονης συζήτησης. Η πυρκαγιά εκείνης της χρονιάς κατέκαψε 512.031 στρέμματα, με περίπου το 74% της πληγείσας έκτασης να αφορά παρθένο δάσος. Σήμερα, μέσα από το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Μαντουδίου - Λίμνης - Αγίας Άννας, επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα του πραγματικού προσανατολισμού της ανασυγκρότησης της περιοχής.

Στο υπό διαμόρφωση σχέδιο, το οποίο συνδέεται με το πρόγραμμα ανασυγκρότησης της Βόρειας Εύβοιας μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές, περιλαμβάνεται πρόβλεψη για τη δυνατότητα δημιουργίας Data Centers στον συγκεκριμένο δήμο. Η πρόβλεψη αυτή έχει προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις σε κατοίκους και τοπικούς φορείς, καθώς αφορά μια περιοχή όπου το φυσικό περιβάλλον παραμένει τραυματισμένο και η αναγέννηση του δάσους βρίσκεται ακόμη σε κρίσιμη φάση.

Η ένταξη χρήσεων όπως «Κέντρα Δεδομένων και τεχνολογικής υποστήριξης επιχειρήσεων» σε οργανωμένους υποδοχείς δεν σημαίνει ότι υπάρχει ήδη ώριμο ή αδειοδοτημένο έργο. Ανοίγει, όμως, θεσμικά και πολεοδομικά τον δρόμο για τέτοιου τύπου επενδύσεις. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που προκαλεί ανησυχία: μια περιοχή που παρουσιάστηκε ως τόπος αποκατάστασης και αναγέννησης μετά τη φωτιά εντάσσεται πλέον σε σενάρια βαριάς ψηφιακής υποδομής.

Η πληγωμένη Βόρεια Εύβοια απέναντι στα Data Centers

Το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Μαντουδίου - Λίμνης - Αγίας Άννας είχε αρχικά συνδεθεί με την ανάγκη προστασίας, ορθολογικής ανασυγκρότησης και αποκατάστασης μιας περιοχής που έχασε τεράστιο μέρος του φυσικού της κεφαλαίου. Η πρόβλεψη για χωροθέτηση Data Centers μέσα σε ένα τόσο ευαίσθητο περιβαλλοντικά τοπίο θεωρείται από πολλούς κατοίκους ως κίνηση αντίθετη προς το ίδιο το πνεύμα της ανασυγκρότησης.

Οι αντιδράσεις εστιάζουν κυρίως στον κίνδυνο αλλοίωσης της φυσιογνωμίας της περιοχής. Η εγκατάσταση βιομηχανικού τύπου ψηφιακών υποδομών, σε συνδυασμό με πιθανές εγκαταστάσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και συνοδά έργα, δημιουργεί φόβους για νέες παρεμβάσεις στο δάσος, διάνοιξη δρόμων, κατασκευή γραμμών μεταφοράς ενέργειας, υποσταθμών και άλλων τεχνικών εγκαταστάσεων.

Το βασικό επιχείρημα των κατοίκων είναι σαφές: ένας τόπος που ακόμη αναγεννάται από τη φωτιά δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διαθέσιμο πεδίο για ενεργοβόρες και βαριές υποδομές. Η Βόρεια Εύβοια έχει ανάγκη από αναδάσωση, προστασία των φυσικών πόρων, στήριξη των παραδοσιακών επαγγελμάτων και αποκατάσταση της παραγωγικής της βάσης, ιδιαίτερα στη μελισσοκομία, τη ρητινοσυλλογή, την κτηνοτροφία και τον ήπιο τουρισμό.

Η ενσωμάτωση τέτοιων προβλέψεων στο πλαίσιο της λεγόμενης «Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης» δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να εμφανίζεται ως σύνθημα που νομιμοποιεί κάθε παρέμβαση. Χρειάζεται να αποδεικνύεται ότι υπηρετεί τον τόπο, τους κατοίκους και το περιβάλλον, χωρίς να μετατρέπει μια πυρόπληκτη περιοχή σε υποδοχέα σχεδιασμών που δεν έχουν πρώτα συζητηθεί ουσιαστικά με την τοπική κοινωνία.

Ενεργοβόρες υποδομές σε αναδασωτέο τοπίο

Τα Data Centers αποτελούν κρίσιμες ψηφιακές υποδομές για τη σύγχρονη οικονομία, τις υπηρεσίες cloud, την τεχνητή νοημοσύνη, τα δίκτυα 5G και τη συνεχή αύξηση της χρήσης δεδομένων. Η παγκόσμια ζήτηση ισχύος για τέτοιες εγκαταστάσεις αναμένεται να τριπλασιαστεί έως το 2034, από 18 GW σε 58 GW, καθώς η ψηφιακή οικονομία επεκτείνεται με ταχύτητα.

Η Ελλάδα προσελκύει ήδη έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον στον τομέα αυτό. Τα αιτήματα για ανάπτυξη Data Centers ξεπερνούν το 1 GW, δηλαδή περισσότερο από είκοσι φορές τη σημερινή εγκατεστημένη ισχύ που βρίσκεται σε λειτουργία. Καταγράφονται περισσότερα από 35 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα, με περίπου το 35% να έχει ήδη λάβει όρους σύνδεσης.

Το μεγαλύτερο μέρος των αιτημάτων αφορά την Αττική, ενώ ενδιαφέρον υπάρχει επίσης για Θεσσαλονίκη, Δυτική Μακεδονία, Βοιωτία, Κόρινθο, Μεγαλόπολη και Κρήτη. Οι επενδύσεις προέρχονται από μεγάλους παρόχους τεχνολογίας, hyperscalers, εταιρείες Data Centers, ενεργειακούς ομίλους, δημόσιους φορείς και επενδυτές υποδομών.

Αυτή η δυναμική δεν αναιρεί τις σοβαρές απαιτήσεις του κλάδου. Τα Data Centers καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και χρειάζονται συνεχή συστήματα ψύξης, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις συνεπάγονται αυξημένη χρήση νερού ή άλλων τεχνικών πόρων. Σε μια περιοχή όπως η Βόρεια Εύβοια, όπου το φυσικό ισοζύγιο έχει διαταραχθεί από τη μεγάλη πυρκαγιά, οι απαιτήσεις αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως τεχνική λεπτομέρεια.

Η εγκατάσταση τέτοιων υποδομών μπορεί να επιφέρει αλλαγή χαρακτήρα στον τόπο. Η ανησυχία των κατοίκων είναι ότι η περιοχή, αντί να στηριχθεί ως φυσικό και παραγωγικό οικοσύστημα, οδηγείται σταδιακά σε βιομηχανική και τεχνολογική ζώνη. Η μετάβαση αυτή, εφόσον δεν ελεγχθεί αυστηρά, μπορεί να υπονομεύσει την αναδάσωση, την τοπική οικονομία και την κοινωνική συνοχή.

Ανάπτυξη με σχεδιασμό ή νέα περιβαλλοντική υποχώρηση

Η διεθνής συγκυρία πράγματι ευνοεί την ανάπτυξη νέων περιφερειακών αγορών Data Centers. Οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί κόμβοι εμφανίζουν πληρότητα που ξεπερνά το 90%, ενώ αντιμετωπίζουν περιορισμούς στα ενεργειακά δίκτυα και καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις. Αυτό στρέφει επενδύσεις προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και καθιστά την Ελλάδα ελκυστικό προορισμό.

Η ανάπτυξη του κλάδου, όμως, προϋποθέτει αυστηρό και διαφανή σχεδιασμό. Η ίδια η μελέτη για τις ψηφιακές υποδομές επισημαίνει τη γεωγραφική ανισοκατανομή ανάμεσα στις περιοχές υψηλής ζήτησης, κυρίως την Αττική, και στις περιοχές όπου υπάρχει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος για νέες εγκαταστάσεις. Η συνολική δυναμικότητα του ηλεκτρικού συστήματος εκτιμάται σε περίπου 1,9 GW το 2025 και προβλέπεται να φτάσει τα 2,9 GW έως το 2034 βάσει ΕΣΕΚ.

Τα κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη οι επενδυτές είναι η συνδεσιμότητα, η πρόσβαση σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, τα οικονομικά και αδειοδοτικά κίνητρα, η εγγύτητα σε αστικά και επιχειρηματικά κέντρα και η προσβασιμότητα. Αυτά τα κριτήρια εξυπηρετούν την επενδυτική λογική, όμως δεν αρκούν για την προστασία μιας περιοχής με τόσο μεγάλο περιβαλλοντικό τραύμα.

Η Βόρεια Εύβοια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λευκός χάρτης μετά την πυρκαγιά. Η απώλεια πάνω από 511.000 στρεμμάτων γης δεν δημιουργεί χώρο για ανεξέλεγκτη αναδιάταξη χρήσεων, αλλά υποχρέωση αυξημένης προστασίας. Το κράτος οφείλει να εξηγήσει με σαφήνεια ποια είναι η περιβαλλοντική λογική πίσω από την πρόβλεψη για Data Centers, ποια ακριβώς χωροθέτηση εξετάζεται, ποιες εγγυήσεις υπάρχουν για το νερό και την ενέργεια και ποια θα είναι η συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων.

Η σύγκρουση στη Βόρεια Εύβοια δεν αφορά την τεχνολογία ως έννοια. Αφορά το αν η τεχνολογική ανάπτυξη θα υπηρετεί έναν τόπο ή αν θα επιβάλλεται πάνω στα ερείπια μιας οικολογικής καταστροφής. Η ανασυγκρότηση μιας πυρόπληκτης περιοχής χρειάζεται εμπιστοσύνη, διαφάνεια και σεβασμό στη φυσική της ταυτότητα. Χωρίς αυτά, κάθε επίκληση της ανάπτυξης μοιάζει περισσότερο με νέα περιβαλλοντική υποχώρηση παρά με σχέδιο πραγματικής αναγέννησης.