Βορύλλας: «Το νέο κεφάλαιο των υποκλοπών απειλεί την κυβέρνηση»

Η πρόσφατη εξέλιξη στην υπόθεση των υποκλοπών, με αφορμή την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν αποτελεί το τέλος μιας κρίσης, αλλά την αρχή μιας βαθύτερης αποκάλυψης. Αντί να κλείνει τον κύκλο των ερωτημάτων, τον διευρύνει επικίνδυνα, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα που αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους.

Οφείλω να τονίσω ότι η επιχειρούμενη διάκριση μεταξύ συλλογής και διαχείρισης του παρακολουθούμενου υλικού δεν είναι απλώς ατυχής,  είναι βαθιά παραπλανητική. Πρόκειται για έναν τεχνητό διαχωρισμό που επιχειρεί να μεταθέσει ευθύνες και να θολώσει την ουσία. Διότι η παρακολούθηση αυτή καθαυτή, ανεξαρτήτως του ποιος κρατά το «μέσο» και ποιος το «αρχείο», συνιστά ευθεία προσβολή των ατομικών ελευθεριών. Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι η συλλογή ενός τέτοιου υλικού μπορεί να αποσυνδεθεί από τη χρήση του. Είναι δύο αλληλένδετες όψεις μιας ενιαίας πρακτικής. Όποιος εγκρίνει ή ανέχεται τη συλλογή, φέρει ακέραια ευθύνη και για τη μετέπειτα διαχείριση. Και όποιος διαχειρίζεται το υλικό χωρίς αυστηρή θεσμική εποπτεία, συμμετέχει ενεργά σε μια σκοτεινή διαδικασία που δεν συνάδει με το κράτος δικαίου.

Η κυβέρνηση επιλέγει να καταφύγει σε νομικισμούς και τεχνικές ερμηνείες. Όμως η κοινωνία δεν ζητά περίπλοκες νομικές αναλύσεις· ζητά καθαρές απαντήσεις. Ζητά διαφάνεια, λογοδοσία και ευθύνη. Και αυτά δεν μπορούν να υποκατασταθούν από επικοινωνιακές διαχειρίσεις.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών έχει κρίσιμο ρόλο στην προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, όταν προκύπτουν ενδείξεις ότι παρακολουθούνται όχι μόνο πρόσωπα με πιθανή εμπλοκή σε ζητήματα ασφάλειας, αλλά και πολιτικοί αρχηγοί, δημοσιογράφοι ή ακόμα και κρατικοί αξιωματούχοι, τότε η κατάσταση παύει να είναι θεσμικά ανεκτή.Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό αλλά θεμελιώδες: ποιος ελέγχει ποιον; Όταν η εκτελεστική εξουσία φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί κρίσιμους θεσμικούς παράγοντες, τότε τίθεται ζήτημα θεσμικής εκτροπής. Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί υπό καθεστώς φόβου ή καχυποψίας.

Επιπλέον, αν οι επίμαχες ενέργειες δεν εντάσσονται πλήρως σε ένα σαφές και αυστηρό νομικό πλαίσιο, τότε αλλοιώνεται και ο ίδιος ο ρόλος της ΕΥΠ. Μια υπηρεσία που λειτουργεί εκτός ορίων δεν προστατεύει τη χώρα, την εκθέτει. Υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και πλήττει την αξιοπιστία των θεσμών.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το ερώτημα της πρόσβασης στο υλικό. Ποιος είχε τελικά τον έλεγχο; Ποιος μπορούσε να αξιοποιήσει αυτές τις πληροφορίες; Αν δεν υπάρξει σαφής απάντηση, τότε ανοίγει ο δρόμος για φαινόμενα εκβιασμού, πίεσης και θεσμικής υπονόμευσης.

Οι δηλώσεις προσώπων που συνδέονται με τεχνολογίες παρακολούθησης, όπως ο Ταλ Ντίλιαν, εντείνουν ακόμη περισσότερο την ανησυχία. Όταν αφήνονται υπαινιγμοί για ευρύτερα δίκτυα ή δυνατότητες πρόσβασης, τότε το ζήτημα αποκτά διεθνείς και εξαιρετικά σοβαρές διαστάσεις.Τέλος, η συζήτηση περί ενός ενδεχόμενου «υβριδικού συστήματος» παρακολουθήσεων δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αν πράγματι υπήρξε ένας μηχανισμός που λειτουργούσε παράλληλα με τους θεσμούς ή και πέρα από αυτούς, τότε μιλάμε για μια επικίνδυνη διολίσθηση. Η δημοκρατία δεν αντέχει «παράκεντρα» εξουσίας.

Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: απαιτείται πλήρης διερεύνηση, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς φόβο. Αν υπάρχουν ευθύνες, πρέπει να αποδοθούν όπου κι αν οδηγούν. Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν αποκαθίσταται με σιωπή, αλλά με αλήθεια. Και αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να περιμένει.

Του Ανδρέα Βορύλλα
Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ