Βρέχει σκάνδαλα στο Μαξίμου και κανείς δεν αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πυκνό πλέγμα πολιτικών, δικαστικών και οικονομικών υποθέσεων, οι οποίες δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά. Η συσσώρευση ανοιχτών μετώπων, οι καταγγελίες για υπερκοστολογήσεις, οι βαριές αιχμές για τη διαχείριση της υπόθεσης των Τεμπών, η νέα σύγκρουση γύρω από τη Novartis και η αιφνιδιαστική παρέμβαση στον τρόπο διοίκησης των δικαστηρίων συνθέτουν μια εικόνα θεσμικής ασφυξίας.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα πρόσωπα που βρίσκονται κάθε φορά στο επίκεντρο. Αφορά τον τρόπο λειτουργίας ενός συστήματος εξουσίας που, μπροστά σε κάθε νέα αποκάλυψη, ενεργοποιεί τον ίδιο μηχανισμό: περιορισμός της πολιτικής ευθύνης, μεταφορά του ζητήματος σε άλλη υπηρεσία, επίκληση της Δικαιοσύνης όταν αυτή βολεύει και υποβάθμιση των καταγγελιών ως επικοινωνιακής επίθεσης. Η κυβέρνηση εμφανίζεται να αντιμετωπίζει τη δημόσια λογοδοσία ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί και όχι ως στοιχειώδη υποχρέωση σε μια δημοκρατία.
Το πολιτικό αποτέλεσμα είναι βαρύτερο επειδή οι υποθέσεις αυτές δεν εκτυλίσσονται σε κενό. Έρχονται μετά από μια μακρά περίοδο καταγγελιών για υποκλοπές, απευθείας αναθέσεις, διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων και περιορισμό της θεσμικής λογοδοσίας. Κάθε νέο περιστατικό προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο υπόβαθρο και ενισχύει την πεποίθηση ότι η κυβερνητική εξουσία έχει αναπτύξει υψηλή ανοχή απέναντι στην πολιτική έκθεση των στελεχών της.
Μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, τέσσερις διαφορετικές υποθέσεις επανήλθαν με ιδιαίτερη ένταση στο πολιτικό προσκήνιο. Η δικαστική εξέλιξη για τον Χρήστο Τριαντόπουλο, οι καταγγελίες του Μάριου Σαλμά κατά του Άδωνι Γεωργιάδη για τη Novartis, η έρευνα γύρω από τα «σπιτάκια ανακύκλωσης» και η παράταση της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για το Μέγαρο Μαξίμου.
Σε μια κυβέρνηση με στοιχειώδη αντανακλαστικά πολιτικής ευθύνης, τέτοια γεγονότα θα οδηγούσαν σε καθαρές εξηγήσεις, θεσμικές αποστάσεις και τουλάχιστον προσωρινή απομάκρυνση των προσώπων που βρίσκονται στο επίκεντρο. Στη σημερινή κυβερνητική πρακτική, η πρώτη αντίδραση είναι διαφορετική: επικοινωνιακή άμυνα, αμφισβήτηση των καταγγελλόντων και προσπάθεια να μετατραπεί κάθε έρευνα σε κομματική αντιπαράθεση.
Τέμπη και Novartis: Δύο υποθέσεις που πιέζουν τον πυρήνα του Μαξίμου
Η υπόθεση του Χρήστου Τριαντόπουλου αποτελεί το σοβαρότερο πολιτικό βάρος για την κυβέρνηση, επειδή συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση του τόπου της τραγωδίας των Τεμπών. Η παραπομπή του στο αρμόδιο δικαστικό όργανο για την αλλοίωση του χώρου επαναφέρει το κρίσιμο ερώτημα για το ποιος αποφάσισε, ποιος συντόνισε και ποιος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις παρεμβάσεις που ακολούθησαν τη σύγκρουση των τρένων.
Η Δικαιοσύνη θα κρίνει την ποινική διάσταση. Η πολιτική διάσταση, όμως, δεν μπορεί να εξαφανιστεί πίσω από το τεκμήριο αθωότητας. Ο Τριαντόπουλος βρέθηκε στο πεδίο ως κυβερνητικό στέλεχος και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργικού επιτελείου. Οι εργασίες απομάκρυνσης υλικών και διαμόρφωσης του χώρου πραγματοποιήθηκαν ενώ η κυβέρνηση είχε την ευθύνη του κρατικού μηχανισμού. Αυτό το γεγονός αρκεί για να θεμελιώσει την ανάγκη πλήρους πολιτικής λογοδοσίας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχείρησε να διαχωρίσει το λεγόμενο «μπάζωμα» από το αντικείμενο της δικαστικής έρευνας και υποστήριξε ότι η θεωρία μιας οργανωμένης συγκάλυψης έχει καταρρεύσει. Η συγκεκριμένη γραμμή δεν απαντά στο βασικό ζήτημα: γιατί ο τόπος μιας εθνικής τραγωδίας μεταβλήθηκε τόσο γρήγορα και με ποια διαδικασία λήφθηκαν οι αποφάσεις για τις εργασίες που ακολούθησαν.
Η κυβερνητική προσπάθεια να περιοριστεί η συζήτηση αποκλειστικά στην ύπαρξη ή όχι παράνομου φορτίου λειτουργεί ως υπεκφυγή. Η αλλοίωση ενός τόπου δυστυχήματος αποτελεί ξεχωριστό και αυτοτελές ζήτημα, ανεξάρτητα από τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για τα αίτια της πυρόσφαιρας. Το ερώτημα της ευθύνης δεν ακυρώνεται επειδή η κυβέρνηση απορρίπτει μία συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων.
Την ίδια ώρα, η δημόσια σύγκρουση του Μάριου Σαλμά με τον Άδωνι Γεωργιάδη επαναφέρει τη Novartis στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο πρώην υπουργός και πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας διατύπωσε βαριές καταγγελίες, ζητώντας να εξεταστεί ξανά η υπόθεση. Ο Άδωνις Γεωργιάδης απέρριψε τους ισχυρισμούς, μίλησε για συκοφαντία και αντεπιτέθηκε προσωπικά στον Σαλμά.
Οι εκατέρωθεν καταγγελίες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη δικαστική έρευνα. Δημιουργούν, όμως, ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση, επειδή προέρχονται από πρόσωπο που υπηρέτησε επί χρόνια τη Νέα Δημοκρατία και γνωρίζει το εσωτερικό της παράταξης. Το Μέγαρο Μαξίμου επέλεξε άμεσα να στηρίξει τον υπουργό Υγείας, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να επαναλαμβάνει ότι η υπόθεση έχει κριθεί και ότι η «σκευωρία» έχει καταρρεύσει.
Η κυβερνητική κάλυψη δεν απαντά στην ουσία των νέων καταγγελιών. Επαναφέρει ένα παλιό πολιτικό επιχείρημα και επιχειρεί να κλείσει τη συζήτηση προτού εξεταστεί εάν τα στοιχεία που επικαλείται ο Σαλμάς έχουν πραγματικό βάρος. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται η εικόνα μιας κυβέρνησης που αποφασίζει προκαταβολικά ποια υπόθεση θεωρεί λήξασα και ποια καταγγελία αξίζει να ερευνηθεί.
Η πολιτική συνοχή του κυβερνητικού στρατοπέδου μοιάζει να στηρίζεται στην αμοιβαία προστασία. Υπουργοί και στελέχη καλύπτουν ο ένας τον άλλον, επειδή η αποστασιοποίηση από ένα κεντρικό πρόσωπο θα μπορούσε να ανοίξει αλυσιδωτές ρωγμές. Αυτή η σχέση δεν αποδεικνύει ποινική συνενοχή. Αποκαλύπτει, όμως, έναν μηχανισμό πολιτικής αυτοσυντήρησης, όπου η παραίτηση έχει σχεδόν εξαφανιστεί ως έννοια ευθύνης.
Σπιτάκια ανακύκλωσης και δικαστήρια: Έρευνες, υπερκοστολογήσεις και θεσμική σκιά
Η υπόθεση των «σπιτιών ανακύκλωσης» της ΤΕΧΑΝ αποτελεί ακόμη ένα πεδίο στο οποίο οι κυβερνητικές απαντήσεις παραμένουν ανεπαρκείς. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενώ σε εγκαταστάσεις της εταιρείας πραγματοποιήθηκε έρευνα με τη συμμετοχή στελεχών των Εσωτερικών Υποθέσεων και επιθεωρητών Περιβάλλοντος. Κατασχέθηκαν έγγραφα και ηλεκτρονικά μέσα, στοιχεία που δείχνουν ότι δεν πρόκειται για μια απλή πολιτική καταγγελία.
Το πόρισμα της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου είχε ήδη εντοπίσει σοβαρά προβλήματα σε διαγωνιστικές διαδικασίες και είχε επιβάλει δημοσιονομική διόρθωση εκατομμυρίων ευρώ. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι όροι των προμηθειών, η περιορισμένη δυνατότητα ανταγωνισμού και το κόστος των εγκαταστάσεων, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις έφτανε κοντά στις 300.000 ευρώ ανά μονάδα.
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση εμφανίζεται να υιοθετεί τη γραμμή της διοικητικής άγνοιας. Υπουργοί του Περιβάλλοντος παρέπεμψαν σε άλλα υπουργεία, επικαλούμενοι το γεγονός ότι οι διαγωνισμοί χρηματοδοτήθηκαν από προγράμματα ΕΣΠΑ. Η απάντηση αυτή κατακερματίζει σκόπιμα την κρατική ευθύνη: κάθε υπουργείο δηλώνει αναρμόδιο, ενώ οι δημόσιοι πόροι έχουν ήδη δαπανηθεί και οι ευρωπαϊκοί ελεγκτικοί μηχανισμοί έχουν κινητοποιηθεί.
Η ερώτηση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργου Βλάχου απέκτησε πρόσθετη σημασία ακριβώς επειδή προήλθε από το εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης. Η επίκληση παλαιότερων κοινοβουλευτικών απαντήσεων δεν έδωσε νέα στοιχεία ούτε εξήγησε τη σύνδεση της ΤΕΧΑΝ με την Ανταποδοτική Ανακύκλωση και τις διαδικασίες αδειοδότησης που ελέγχονται πολιτικά και διοικητικά.
Το Μαξίμου δείχνει να ακολουθεί μια σταθερή τακτική: όσο μια υπόθεση βρίσκεται υπό έρευνα, δηλώνει ότι δεν μπορεί να σχολιάσει· όταν προκύπτουν πολιτικές καταγγελίες, τις αποδίδει σε κομματική σκοπιμότητα· όταν εμφανίζονται πορίσματα, μεταφέρει την αρμοδιότητα σε διαφορετικό υπουργείο. Έτσι, η ευθύνη διαχέεται μέχρι να μην ανήκει φαινομενικά σε κανέναν.
Μέσα σε αυτό το ήδη βαρύ κλίμα, η διάταξη του υπουργείου Δικαιοσύνης για την παράταση της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων έως το 2027 προκάλεσε εύλογη θεσμική ανησυχία. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν αλλάζει ο τρόπος εκλογής των διοικήσεων και ότι η παράταση εξυπηρετεί τη συνέχεια και τη σταθερότητα. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων προειδοποίησε ότι οι επαναλαμβανόμενες παρατάσεις μετατρέπουν την εξαίρεση σε κανόνα και οδηγούν σε ουσιαστική κατάργηση του αυτοδιοίκητου.
Η αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή προέρχεται από τον ίδιο τον χώρο που καλείται να εφαρμόσει τη ρύθμιση. Η επισήμανση ότι οι συνεχείς παρατάσεις αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του αυτοδιοίκητου δεν μπορεί να απορριφθεί ως κομματική αντιπολίτευση. Αποτελεί θεσμική προειδοποίηση για τη γραμμή που χωρίζει τη διοικητική διευκόλυνση από την παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας.
Το ζήτημα δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια. Το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων συνδέεται άμεσα με τη δικαστική ανεξαρτησία. Όταν η εκτελεστική εξουσία παρατείνει νομοθετικά τη θητεία συγκεκριμένων διοικήσεων και αναβάλλει τις προβλεπόμενες εκλογικές διαδικασίες, δημιουργείται αντικειμενικά σκιά πολιτικής παρέμβασης, ανεξάρτητα από τις προθέσεις που επικαλείται το υπουργείο.
Η χρονική συγκυρία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Υποθέσεις με ισχυρό πολιτικό φορτίο οδεύουν προς τις δικαστικές αίθουσες, ενώ ταυτόχρονα η κυβέρνηση μεταβάλλει τη διάρκεια της θητείας των διοικήσεων που θα έχουν κρίσιμο ρόλο στη λειτουργία των δικαστηρίων. Ακόμη και αν η ρύθμιση παρουσιαστεί ως οργανωτική αλλαγή, η θεσμική καχυποψία είναι αναπόφευκτη.
Η σημερινή κρίση εμπιστοσύνης δεν γεννήθηκε από μία υπόθεση. Είναι αποτέλεσμα της επαναλαμβανόμενης άρνησης ανάληψης πολιτικής ευθύνης. Από τα Τέμπη και τη Novartis μέχρι τα ευρωπαϊκά κονδύλια της ανακύκλωσης και το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, η κυβερνητική στάση παραμένει ίδια: πλήρης κάλυψη των κεντρικών στελεχών, επιθετική επικοινωνιακή διαχείριση και μετάθεση των κρίσιμων απαντήσεων στο απροσδιόριστο μέλλον.
Η κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ισχυρό επικοινωνιακό μηχανισμό. Δεν διαθέτει, όμως, απεριόριστο πολιτικό χρόνο. Όσο οι ανοιχτές υποθέσεις πολλαπλασιάζονται και οι θεσμικές απαντήσεις γίνονται πιο αδύναμες, τόσο ενισχύεται η εικόνα ενός συστήματος εξουσίας που ενδιαφέρεται περισσότερο για την προστασία του εαυτού του παρά για τη διαφάνεια.
Η πολιτική φθορά δεν προκαλείται μόνο από τις καταγγελίες. Προκαλείται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση τις αντιμετωπίζει. Η αλαζονεία, η άρνηση ουσιαστικής λογοδοσίας και η διαρκής επίκληση μιας βολικής θεσμικής κανονικότητας δεν μπορούν να κρύψουν ότι τέσσερις βαριές υποθέσεις παραμένουν ανοιχτές. Και όσο οι απαντήσεις περιορίζονται σε επικοινωνιακές υπεκφυγές, η απαίτηση για πραγματική διερεύνηση θα γίνεται ισχυρότερη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κορύφωση εξόδου: Αδιαχώρητο στο λιμάνι
Παραιτήθηκε ο Γενς Σπαν μετά την παρένθετη μητέρα