Συμβαίνει Τώρα: Χολαργός: «Τη ζήλευε υπερβολικά» λένε πρόσωπα από το περιβάλλον του ζευγαριού

Συμβαίνει Τώρα: Άδωνις Γεωργιάδης: Σκληρό σχόλιο για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη

Συμβαίνει Τώρα: Σοβαρό τροχαίο στη λεωφόρο Πεντέλης: ΙΧ πέρασε στο αντίθετο ρεύμα και κατέληξε σε δέντρο

Συμβαίνει Τώρα: Κάμερες στους δρόμους: Επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού μετά τις ενστάσεις

Συμβαίνει Τώρα: ΟΠΕΚΕΠΕ: Στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οι 17 συλληφθέντες για τις παράνομες επιδοτήσεις

Συμβαίνει Τώρα: Ανδρουλάκης: Μήνυση κατά Γεωργιάδη για συκοφαντική δυσφήμιση και εξύβριση

Συμβαίνει Τώρα: Καμμένος για κόμμα Τσίπρα: Ανάρτηση με «ΕΔΕΣ» και αιχμές για την ΕΛΑΣ

Συμβαίνει Τώρα: Σχολεία: Τελευταίο κουδούνι σήμερα στα γυμνάσια – Πότε αρχίζουν οι εξετάσεις

Συμβαίνει Τώρα: Ανταγωνιστικότητα: Η Ελλάδα χάνει έδαφος παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση

Συμβαίνει Τώρα: Κρήτη: Επιχείρηση του Λιμενικού για λέμβο με λαθρομετανάστες νότια της Ιεράπετρας

Συμβαίνει Τώρα: Καρατζαφέρης για κόμμα Τσίπρα: «Το πολιτικό σκηνικό οδεύει προς το γελοίο»

Συμβαίνει Τώρα: CHP, Ιμάμογλου και νέο Σύνταγμα: Το σχέδιο Ερντογάν για το 2028

Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΛΥΠΙΟΣ

27 Μαΐου 2026

CHP, Ιμάμογλου και νέο Σύνταγμα: Το σχέδιο Ερντογάν για το 2028

Σύνοψη Άρθρου

Η Τουρκία εισέρχεται σε άτυπη προεκλογική περίοδο, με τον Ερντογάν να επιχειρεί αναδιάταξη του πολιτικού παιχνιδιού πριν από τις κάλπες.

Η δικαστική επίθεση στο CHP, η αποδυνάμωση Ιμάμογλου και η επιστροφή Κιλιτσντάρογλου δείχνουν μεταφορά της σύγκρουσης από την κάλπη στους θεσμούς.

Νέο Σύνταγμα, κουρδικό ζήτημα, MHP, θρησκευτικά δίκτυα και «Γαλάζια Πατρίδα» συγκροτούν το πλέγμα της επόμενης μάχης εξουσίας.

Η Τουρκία δεν κινείται σαν χώρα που αναμένει απλώς την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Κινείται σαν καθεστώς που επιχειρεί να τη διαμορφώσει εκ των προτέρων, να περιορίσει τους αντιπάλους, να ελέγξει τους όρους του παιχνιδιού και να μετατρέψει την κάλπη σε τελικό στάδιο μιας διαδικασίας που έχει ήδη αρχίσει πολύ νωρίτερα.

Η απόφαση του εφετείου της Άγκυρας να ακυρώσει το συνέδριο του CHP του 2023, να απομακρύνει τον Οζγκιούρ Οζέλ και να επαναφέρει στην ηγεσία του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου δεν μπορεί να διαβαστεί ως ένα απλό εσωκομματικό επεισόδιο. Αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η πολιτική αντιπαράθεση στην Τουρκία μεταφέρεται από την κοινωνία στους θεσμικούς μηχανισμούς, από την προεκλογική εκστρατεία στις δικαστικές αίθουσες και από την πολιτική αντιπαράθεση στη διοικητική και αστυνομική πίεση.

Το πλήγμα στο CHP δεν είναι συγκυριακό. Ο Οζγκιούρ Οζέλ δεν υπήρξε απλώς ένας νέος αρχηγός. Ήταν το πρόσωπο που έβγαλε το κόμμα από τη βαριά αδράνεια μετά την ήττα του 2023 και το οδήγησε στη νίκη των δημοτικών εκλογών του 2024, όταν το CHP επικράτησε σε μεγάλους δήμους και έδωσε για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες στο κυβερνών AKP την αίσθηση ότι μπορεί να χάσει την κοινωνική πρωτοβουλία.

Αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό πρόβλημα για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δεν τον απειλεί απλώς ένα κόμμα με ιδεολογικές αντιφάσεις ή οργανωτικές αδυναμίες. Τον απειλεί η δυνατότητα του CHP να αποκτήσει ρυθμό, πολιτική αυτοπεποίθηση, γλώσσα σύγκρουσης και έναν προεδρικό διεκδικητή με πραγματική εκλογική απήχηση: τον Εκρέμ Ιμάμογλου.

Η ακύρωση του συνεδρίου του 2023 λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Αποκεφαλίζει τη σημερινή ηγεσία του κόμματος, επαναφέρει ένα πρόσωπο που έχει ήδη ηττηθεί από τον Ερντογάν και δημιουργεί βαθύ εσωτερικό ρήγμα ανάμεσα στη βάση, στους βουλευτές, στους δημάρχους και στο παλαιό κεμαλικό κατεστημένο, το οποίο δεν αποδέχθηκε ποτέ πλήρως τη δυναμική που ανέπτυξε ο Οζέλ.

Το CHP έκανε λόγο για «δικαστικό πραξικόπημα». Ως πολιτικός χαρακτηρισμός, δεν είναι υπερβολικός. Στη σύγχρονη Τουρκία, η επιβολή δεν χρειάζεται πάντοτε τανκς. Μπορεί να περάσει μέσα από δικαστικές αποφάσεις, οικονομική πίεση, αστυνομικές επιχειρήσεις και επιλεκτική ποινικοποίηση πολιτικών προσώπων. Η κρίση κορυφώθηκε με επέμβαση της αστυνομίας στην έδρα του CHP στην Άγκυρα, χρήση δακρυγόνων και βίας για την απομάκρυνση στελεχών που στήριζαν τον Οζέλ.

Πίσω από την απομάκρυνση Οζέλ βρίσκεται ο πραγματικός στόχος: ο Εκρέμ Ιμάμογλου. Αν ο Οζέλ ήταν ο πολιτικός οργανωτής της νέας αντιπολιτευτικής φάσης, ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης ήταν το πρόσωπο που μπορούσε να μετατρέψει αυτή τη δυναμική σε προεδρική απειλή.

Ο Ιμάμογλου είχε ήδη αποδείξει κάτι που ο Ερντογάν δεν ξεχνά: ότι μπορεί να νικήσει στο πιο φορτισμένο συμβολικά πεδίο της τουρκικής πολιτικής, την Κωνσταντινούπολη. Η σύλληψη και προφυλάκισή του το 2025, οι κατηγορίες για διαφθορά, τρομοκρατία και κατασκοπεία, καθώς και η αμφισβήτηση του πανεπιστημιακού του τίτλου δεν αποτελούν απλές δικαστικές υποθέσεις. Αποτελούν πολιτική εξουδετέρωση με νομικό περίβλημα.

Ο Ιμάμογλου παραμένει φυλακισμένος, αρνείται τις κατηγορίες και βρίσκεται αντιμέτωπος με πρόσθετες υποθέσεις. Η ακύρωση του πτυχίου του τον καθιστά, βάσει των τουρκικών κανόνων, μη επιλέξιμο για την προεδρία. Το μήνυμα προς την αντιπολίτευση είναι ωμό: ακόμη και αν βρει υποψήφιο, μπορεί να ακυρωθεί. Αν βρει ηγέτη, μπορεί να καθαιρεθεί. Αν βρει δήμαρχο με λαϊκή νομιμοποίηση, μπορεί να φυλακιστεί. Αν κερδίσει δήμους, μπορούν να ανοίξουν φάκελοι.

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα της τουρκικής πολιτικής. Οι εκλογές παραμένουν τυπικά παρούσες, όμως ο πραγματικός ανταγωνισμός γύρω από αυτές αποδυναμώνεται πριν φτάσει η κοινωνία στην κάλπη.

Η δικαστική μηχανή, το συνταγματικό παράθυρο και το κουρδικό παζάρι

Στο κέντρο της νέας θεσμικής αρχιτεκτονικής βρίσκεται ο Ακίν Γκιουρλέκ. Δεν πρόκειται για ένα απλό πρόσωπο της δικαστικής ιεραρχίας. Συμβολίζει τη μετάβαση της δικαστικής πίεσης από το επίπεδο της εισαγγελικής πρωτοβουλίας στο επίπεδο της κρατικής στρατηγικής.

Ως επικεφαλής εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης, ο Γκιουρλέκ συνδέθηκε με τις μεγάλες έρευνες κατά του Ιμάμογλου και του CHP. Τον Φεβρουάριο του 2026 ο Ερντογάν τον διόρισε υπουργό Δικαιοσύνης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και οργανώσεις δικαιωμάτων. Οι διαδοχικές του τοποθετήσεις ενισχύουν τις καταγγελίες για κυβερνητική επιρροή στους διορισμούς και στις δικαστικές αποφάσεις.

Ο διορισμός του δεν είναι απλώς υπουργική αλλαγή. Είναι πολιτικό σήμα. Η Δικαιοσύνη μετατρέπεται σε βασικό μηχανισμό προεκλογικής διαχείρισης. Εκεί όπου το AKP στηριζόταν άλλοτε κυρίως στη λαϊκή κινητοποίηση, στα θρησκευτικά δίκτυα και στον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης, σήμερα προσθέτει έναν ψυχρότερο μηχανισμό: το δικαστικό ξεκαθάρισμα των αντιπάλων.

Το ερώτημα είναι γιατί αυτή η επιτάχυνση συμβαίνει τώρα, ενώ οι εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2028. Η απάντηση βρίσκεται στο τουρκικό Σύνταγμα και στο όριο των προεδρικών θητειών. Με βάση το άρθρο 101, ο πρόεδρος μπορεί να εκλεγεί το πολύ για δύο θητείες. Το άρθρο 116, όμως, ανοίγει ένα κρίσιμο παράθυρο: αν η τουρκική Εθνοσυνέλευση αποφασίσει πρόωρη ανανέωση των εκλογών κατά τη δεύτερη θητεία του προέδρου, τότε ο ίδιος μπορεί να είναι ξανά υποψήφιος.

Η απόφαση αυτή απαιτεί πλειοψηφία τριών πέμπτων, δηλαδή 360 βουλευτές σε σύνολο 600. Εκεί αρχίζει το μεγάλο παζάρι. Το AKP διαθέτει 275 έδρες, το MHP 46, το HÜDA PAR 4 και το Yeniden Refah 4. Υπάρχουν μικρότερα κόμματα και ανεξάρτητοι που μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη αξία σε μια κρίσιμη ψηφοφορία, όμως το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν φτάνει μόνο του στο όριο των 360.

Ο Ερντογάν έχει μπροστά του τρεις βασικές επιλογές. Μπορεί να επιδιώξει πρόωρες εκλογές με ψήφους πέρα από τον παραδοσιακό του συνασπισμό. Μπορεί να προωθήσει συνταγματική αλλαγή ή νέο Σύνταγμα. Μπορεί να αποδυναμώσει τόσο την αντιπολίτευση, ώστε ακόμη και μια νομικά δύσκολη υποψηφιότητα να εμφανιστεί πολιτικά ως τετελεσμένο.

Η συζήτηση για νέο Σύνταγμα παρουσιάζεται από τον Ερντογάν ως προσπάθεια απαλλαγής από το θεσμικό αποτύπωμα του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1980. Η αφήγηση αυτή πατά πάνω σε ένα πραγματικό δεδομένο: το ισχύον τουρκικό συνταγματικό πλαίσιο φέρει τη σφραγίδα της μεταπραξικοπηματικής περιόδου.

Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι θα γράφει ένα νέο Σύνταγμα. Είναι ποιος θα το γράψει, σε ποια συγκυρία, με ποιες συμμαχίες και με ποιο πολιτικό αντάλλαγμα. Ο Ερντογάν έχει ήδη διορίσει ομάδα νομικών για τη σύνταξη νέου Συντάγματος, ενώ οι επικριτές του φοβούνται ότι η διαδικασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεσμικός διάδρομος για την παράταση της παραμονής του στην εξουσία πέρα από το 2028.

Το σχέδιο δεν χρειάζεται να διατυπώνει ευθέως την ανάγκη νέας θητείας Ερντογάν. Αρκεί να αλλάξει τους κανόνες με τρόπο που θα τον παρουσιάζει ξανά ως αναγκαίο υποψήφιο: για τη σταθερότητα, για την ειρήνη με τους Κούρδους, για την οικονομία, για την Ανατολική Μεσόγειο, για τη Συρία, για την ασφάλεια. Στην Τουρκία, η θεσμική γλώσσα συχνά λειτουργεί ως ένδυμα της εξουσίας. Το νέο Σύνταγμα μπορεί να εξελιχθεί σε εργαλείο ανανέωσης της ερντογανικής ηγεμονίας.

Το πιο λεπτό τμήμα του παζαριού είναι το κουρδικό. Το DEM είναι το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα στη Βουλή, με 56 έδρες. Χωρίς ανοχή, συνεννόηση ή ρήγμα στο κουρδικό μπλοκ, ο Ερντογάν δυσκολεύεται να συγκεντρώσει τον αριθμό που χρειάζεται για μια εκλογική ή συνταγματική κίνηση υψηλής έντασης.

Η καταδίκη του DEM για την απομάκρυνση Οζέλ δείχνει ότι το κουρδικό κόμμα δεν προτίθεται να προσφέρει εύκολη νομιμοποίηση σε μια ανοικτά αντιδημοκρατική εξέλιξη. Το DEM χαρακτήρισε την επέμβαση στο CHP πλήγμα στη δημοκρατία και προειδοποίησε ότι τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν και τις προσπάθειες ειρήνευσης με το PKK.

Η Άγκυρα γνωρίζει, πάντως, ότι το κουρδικό ζήτημα είναι ταυτόχρονα κίνδυνος και ευκαιρία. Το PKK ανακοίνωσε το 2025 την απόφαση να διαλυθεί και να τερματίσει τον ένοπλο αγώνα μετά την έκκληση του Αμπντουλάχ Οτζαλάν, ενώ το 2026 τουρκική κοινοβουλευτική επιτροπή ενέκρινε οδικό χάρτη νομικών μεταρρυθμίσεων για τη διαδικασία ειρήνευσης.

Εδώ διαμορφώνεται το βαθύτερο παραπολιτικό παιχνίδι. Ο Ερντογάν μπορεί να επιχειρήσει να προσφέρει στους Κούρδους ένα πακέτο ειρήνης, δικαιωμάτων, ένταξης και νομικών εγγυήσεων. Στους εθνικιστές του MHP θα το παρουσιάσει ως τέλος της τρομοκρατίας. Στη Δύση ως σταθεροποίηση της Τουρκίας. Στο εσωτερικό του AKP ως ιστορική αποστολή του ηγέτη.

Το ερώτημα είναι αν οι Κούρδοι θα δεχθούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα για νέα θητεία Ερντογάν. Το DEM γνωρίζει ότι μια λευκή επιταγή μπορεί να θεωρηθεί από τη βάση του ανταλλαγή της δημοκρατίας με υποσχέσεις. Αν μείνει πλήρως εκτός, μπορεί να χάσει τη δυνατότητα να επηρεάσει το μοναδικό θεσμικό παράθυρο που ανοίγει μετά από δεκαετίες σύγκρουσης.

Το MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί παραμένει ο βασικός εταίρος του Ερντογάν, χωρίς να είναι απλός ακόλουθος. Είναι ο εγγυητής της εθνικιστικής γραμμής στο κράτος. Χωρίς το MHP, το AKP χάνει κρίσιμες γέφυρες προς τμήματα της ασφάλειας, της γραφειοκρατίας και του υπερ-εθνικιστικού ακροατηρίου.

Το παράδοξο είναι ότι ο Μπαχτσελί, ο σκληρότερος εθνικιστής σύμμαχος του Ερντογάν, άνοιξε δημόσια τη συζήτηση για νέο δρόμο στο κουρδικό, ακόμη και με αναφορές στον Οτζαλάν υπό προϋποθέσεις. Αυτό δεν δείχνει ιδεολογική μεταστροφή. Δείχνει κρατική λογική. Αν η ειρήνευση με το PKK μπορεί να προσφέρει στον Ερντογάν συνταγματικό δρόμο, το MHP θα προσπαθήσει να τη βαφτίσει εθνική νίκη.

Δίπλα στους εθνικιστές υπάρχουν και οι σκληρότερες ισλαμιστικές δυνάμεις. Το HÜDA PAR λειτουργεί ως γέφυρα προς ένα συντηρητικό κουρδικό ισλαμικό ακροατήριο, διαφορετικό από το κοσμικό ή αριστερό περιβάλλον του DEM. Το Yeniden Refah του Φατίχ Ερμπακάν πιέζει το AKP από τα δεξιά και ισλαμιστικά, υπενθυμίζοντας στον Ερντογάν ότι η παράδοση του Milli Görüş δεν του ανήκει αποκλειστικά.

Ο Ερντογάν, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζει μόνο την αντιπολίτευση. Αντιμετωπίζει και διαρροές από τη δική του κοινωνική δεξαμενή. Η ακρίβεια, η κόπωση από τη μακρά παραμονή στην εξουσία, η διαφθορά, η οικονομική πίεση και η αίσθηση ότι το AKP έγινε καθεστωτικός μηχανισμός ανοίγουν χώρο για μικρότερα ισλαμιστικά κόμματα.

Η αθέατη υποδομή της εξουσίας, η οικονομική ρωγμή και η «Γαλάζια Πατρίδα»

Η τουρκική πολιτική δεν κατανοείται μόνο μέσα από τα κόμματα. Πίσω από αυτά κινούνται δίκτυα: tarikat, cemaat, ιδρύματα, σχολεία, φιλανθρωπίες, επιχειρήσεις, δήμοι, εργολάβοι, οικογένειες και κρατικές θέσεις. Οι Νακσιμπεντί, οι κοινότητες Μενζίλ, Ισμαϊλαγά, Σουλεϊμαντζήδες και άλλα θρησκευτικά δίκτυα δεν λειτουργούν πάντοτε ως ενιαία εκλογικά μπλοκ, λειτουργούν όμως ως κοινωνικές υποδομές εξουσίας.

Κινητοποιούν, συστήνουν, μεσολαβούν, νομιμοποιούν και πειθαρχούν. Μελέτες για τη θρησκευτική πολιτική του AKP επισημαίνουν ότι τα οργανικά δίκτυα που σχηματίστηκαν με την άνοδό του στην εξουσία συνδέουν θρησκευτικά κινήματα με πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα.

Η περίπτωση της Μενζίλ είναι χαρακτηριστική. Πρόσφατη ακαδημαϊκή εργασία περιγράφει την κοινότητα ως ένα από τα σημαντικά σουφικά δίκτυα της σύγχρονης Τουρκίας, με εικόνα ταπεινότητας αλλά και σημαντική οικονομική ισχύ, καθώς και φερόμενες σχέσεις με το AKP και σταθερή στήριξη σε συντηρητικά κόμματα.

Αυτή η αθέατη Τουρκία συχνά έχει μεγαλύτερη σημασία από τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Στις λαϊκές συνοικίες, στις μικρές πόλεις της Ανατολίας, στα δίκτυα πρόνοιας και στην πρόσβαση στο κράτος, τα θρησκευτικά τάγματα λειτουργούν ως μεσάζοντες ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία. Το AKP γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα καλύτερα από κάθε άλλο πολιτικό φορέα.

Απέναντι σε αυτή την πολυπλόκαμη εξουσία, το CHP δεν είναι πλέον μόνο κόμμα κεμαλιστών. Έχει μετατραπεί σε καταφύγιο ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων: κοσμικών Τούρκων, Αλεβιτών, αστικών στρωμάτων, νέων, γυναικών, φιλελεύθερων, δυσαρεστημένων συντηρητικών και Κούρδων ψηφοφόρων στις μεγάλες πόλεις, οι οποίοι ψηφίζουν συχνά τακτικά και όχι ιδεολογικά.

Αυτός ο συνασπισμός είναι δύναμη και αδυναμία ταυτόχρονα. Μπορεί να κερδίζει μητροπόλεις, δυσκολεύεται όμως να κρατήσει ενιαία γραμμή όταν το κράτος παίζει σε πολλά επίπεδα: φόβος στους δημοσίους υπαλλήλους, θρησκευτική ταυτότητα στους συντηρητικούς, εθνική ασφάλεια στους εθνικιστές, ειρήνη στους Κούρδους, οικονομική σταθερότητα στις αγορές.

Ο Κιλιτσντάρογλου, ως Αλεβίτης και παλαιός ηγέτης της αντιπολίτευσης, επιχείρησε το 2023 να χτίσει γέφυρα πολιτικής συμφιλίωσης. Ηττήθηκε από την εκλογική μηχανή Ερντογάν. Η επιστροφή του σήμερα δεν εκλαμβάνεται από τη βάση του CHP ως φυσιολογική αποκατάσταση, αλλά ως επιβολή ενός παλαιού, ηττημένου προσώπου τη στιγμή που το κόμμα είχε αρχίσει να κινείται ξανά.

Η μεγαλύτερη ρωγμή του καθεστώτος παραμένει η οικονομία. Ο Ερντογάν μπορεί να ελέγχει θεσμούς, μέσα ενημέρωσης και δικαστικές διαδικασίες. Δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως το κόστος ζωής. Η τουρκική κεντρική τράπεζα αύξησε τον ενδιάμεσο στόχο πληθωρισμού για το 2026 από 16% σε 24%, ενώ η λίρα κινείται κοντά σε ιστορικά χαμηλά.

Οι αγορές αντέδρασαν έντονα στην απόφαση κατά του CHP. Ο δείκτης BIST 100 υποχώρησε κατά 6% μετά τη δικαστική απόφαση, προκαλώντας διακοπή συναλλαγών, προτού σταθεροποιηθεί, ενώ η λίρα παρέμεινε κοντά σε χαμηλά-ρεκόρ. Αυτό εξηγεί γιατί ο Ερντογάν χρειάζεται πολιτική ένταση, χωρίς πλήρη αποσταθεροποίηση. Θέλει να φοβίσει την αντιπολίτευση, χωρίς να προκαλέσει ανεξέλεγκτο πανικό στις αγορές.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν λειτουργεί μόνο ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Λειτουργεί και ως εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης. Οι πληροφορίες για νομοθετική ρύθμιση σχετικά με τη Mavi Vatan συμπίπτουν με την αναδιάταξη του εσωτερικού πολιτικού πεδίου.

Το σχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες αναμένεται να επιχειρήσει νομική κατοχύρωση τουρκικών διεκδικήσεων σε Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, πρόκειται για ευθεία πρόκληση. Για τον Ερντογάν, αποτελεί και εσωτερικό μήνυμα: η Τουρκία πολιορκείται, άρα χρειάζεται ισχυρή ηγεσία.

Όταν η οικονομία πιέζει και η αντιπολίτευση αποκτά δυναμική, η εθνική ασφάλεια μετατρέπεται στον ασφαλέστερο μηχανισμό συσπείρωσης. Έτσι, η Τουρκία μπαίνει σε διπλό μέτωπο: στο εσωτερικό, δικαστική και πολιτική αναδιάταξη· στο εξωτερικό, θεσμοποίηση επιθετικών θαλάσσιων διεκδικήσεων. Τα δύο μέτωπα αλληλοτροφοδοτούνται.

Το πραγματικό σχέδιο του AKP δεν χρειάζεται να υπάρχει γραμμένο σε ένα ενιαίο έγγραφο. Προκύπτει από την αλληλουχία των κινήσεων. Πρώτα αποδυναμώνεται ο Ιμάμογλου. Μετά πιέζονται οι δήμοι του CHP. Έπειτα αμφισβητείται η ηγεσία Οζέλ. Παράλληλα, ο Γκιουρλέκ μεταφέρεται στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Την ίδια ώρα ανοίγει το συνταγματικό θέμα, επανέρχεται το κουρδικό, ενισχύεται η «Γαλάζια Πατρίδα» και κρατείται ζωντανό το σενάριο πρόωρων εκλογών.

Αυτό δεν είναι τυχαία αλληλουχία. Είναι πολιτική μηχανική. Ο στόχος είναι η Τουρκία να φτάσει στην επόμενη αναμέτρηση με τον Ιμάμογλου νομικά ή πολιτικά ακυρωμένο, το CHP διχασμένο ανάμεσα σε Οζέλ και Κιλιτσντάρογλου, το DEM πιεσμένο ανάμεσα στη δημοκρατική αλληλεγγύη και στο κουρδικό παζάρι, το MHP καλυμμένο από εθνικιστική νομιμοποίηση και τα θρησκευτικά δίκτυα σε πλήρη κινητοποίηση υπέρ της συντηρητικής βάσης.

Η Τουρκία μετά τις εξελίξεις στο CHP δεν είναι απλώς πιο αυταρχική. Είναι πιο σύνθετη. Δεν επιστρέφει απαραίτητα σε μια κλασική δικτατορία. Διαμορφώνει κάτι πιο εκλεπτυσμένο: εκλογικό καθεστώς με ελεγχόμενο ανταγωνισμό, δικαστικά φίλτρα, πειθαρχημένα μέσα ενημέρωσης, αστυνομική ετοιμότητα, διαπραγμάτευση με μειονότητες και εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα γίνουν εκλογές. Σχεδόν βέβαιο είναι ότι θα γίνουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα επιτραπεί να σταθεί απέναντι στον Ερντογάν, με ποια ελευθερία, με ποια πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης, με ποια νομική ασφάλεια και με ποιο κόμμα πίσω του.

Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν ανοίγουν οι κάλπες. Κρίνεται από το αν υπάρχουν πραγματικές επιλογές μπροστά τους. Κρίνεται από το αν ο αντίπαλος μπορεί να κατέβει, να μιλήσει, να οργανωθεί, να ακουστεί και να μη φοβάται ότι η εκλογική του δυναμική θα εξουδετερωθεί με δικαστική απόφαση.

Ο Ερντογάν δεν συμπεριφέρεται σαν ηγέτης που περιμένει το 2028. Συμπεριφέρεται σαν ηγέτης που γνωρίζει ότι το 2028, με τους σημερινούς κανόνες και με πραγματικό αντίπαλο, μπορεί να γίνει επικίνδυνο.

Γι’ αυτό επιχειρεί να αλλάξει τους κανόνες, να διασπάσει τον αντίπαλο, να ελέγξει τη Δικαιοσύνη, να ανοίξει συνταγματικό παράθυρο, να δοκιμάσει κουρδική συνεννόηση, να κρατήσει τους εθνικιστές, να μη χάσει τα θρησκευτικά δίκτυα και να μετατρέψει την εξωτερική ένταση σε εσωτερική νομιμοποίηση.

Η Τουρκία έχει εισέλθει σε προεκλογική περίοδο χωρίς να έχει κηρυχθεί επισήμως προεκλογική περίοδος. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Οι επόμενες εκλογές μπορεί να μη νοθευτούν την ημέρα της ψηφοφορίας. Μπορεί να έχουν αλλοιωθεί πολιτικά πολύ νωρίτερα, με την αφαίρεση των πραγματικών επιλογών από τους ίδιους τους ψηφοφόρους.