Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΘΥΜΙΟΣ

ΘΥΡΣΗ

ΦΑΒΙΑΝΟΣ

20 Ιανουαρίου 2026

Δασμοί ως μοχλός πίεσης

Η αιφνιδιαστική απειλή του Ντόναλντ Τραμπ, το Σάββατο 17 Ιανουαρίου, να επιβάλει δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, εφόσον δεν στηρίξουν το σχέδιό του για την αγορά της Γροιλανδίας, προκάλεσε έντονο σοκ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι από την 1η Φεβρουαρίου θα επιβληθεί δασμός 10% στις εισαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος θα αυξηθεί στο 25% από το καλοκαίρι, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει αν τα νέα αυτά μέτρα θα προστεθούν στους ήδη ισχύοντες δασμούς.

Σύμφωνα με το BBC, η Γαλλία και η Γερμανία, που συγκαταλέγονται στις οκτώ χώρες μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία, έχουν καταστήσει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να είναι έτοιμη να αντιδράσει αν ο Τραμπ προχωρήσει στην εφαρμογή των φόρων.

Το ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται είναι ποιες πραγματικές επιλογές διαθέτει η Ευρώπη απέναντι σε μια τέτοια κλιμάκωση από την πλευρά των ΗΠΑ.

Το σενάριο των αντίμετρων

Λιγότερο από έξι μήνες πριν, Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν καταλήξει σε συμφωνία που υποτίθεται ότι θα σταθεροποιούσε το διατλαντικό εμπόριο και θα παρείχε προβλεψιμότητα σε επιχειρήσεις και καταναλωτές. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε αποχωρήσει από το γήπεδο γκολφ του Ντόναλντ Τραμπ στη Σκωτία με συμφωνημένους δασμούς 15% σε όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, ποσοστό σαφώς χαμηλότερο από το 30% που αρχικά απειλούσε η αμερικανική πλευρά.

Ταυτόχρονα, οι Βρυξέλλες είχαν καταρτίσει πακέτο αντίμετρων, το οποίο θα ενεργοποιούνταν σε περίπτωση αποτυχίας των συνομιλιών. Το πακέτο αυτό περιελάμβανε δασμούς σε ευρύ φάσμα αμερικανικών προϊόντων, από ζώα έως εξαρτήματα αεροσκαφών και ουίσκι, συνολικής αξίας 93 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η πολιτική συμφωνία είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή των μέτρων αυτών, ενόσω διευθετούνταν οι τεχνικές λεπτομέρειες, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αναμένεται να επικυρώσει τη συμφωνία την επόμενη εβδομάδα. Ωστόσο, λίγες ώρες μετά την απειλή Τραμπ, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, δήλωσε ότι η έγκριση «δεν είναι εφικτή στο παρόν στάδιο».

Εάν η ΕΕ δεν επικυρώσει τη συμφωνία ή δεν παρατείνει την αναστολή, δασμοί σε αμερικανικά προϊόντα αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ θα τεθούν σε ισχύ στις 7 Φεβρουαρίου, γεγονός που ενδέχεται να προκαλέσει πολιτική πίεση προς τον Τραμπ από αμερικανικές επιχειρήσεις που εξάγουν στην Ευρώπη.

Αναφορικά με την απειλή επιβολής δασμών σε ορισμένες και όχι σε όλες τις χώρες της ΕΕ, η Κομισιόν σημειώνει ότι, αν και τεχνικά είναι δυνατό, η εφαρμογή θα ήταν εξαιρετικά περίπλοκη, λόγω των πολλαπλών συνόρων που διασχίζουν τα προϊόντα εντός της ενιαίας αγοράς πριν εξαχθούν στις ΗΠΑ. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, Όλοφ Γκιλ, δήλωσε ότι οι Βρυξέλλες θα πράξουν «ό,τι απαιτείται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», προειδοποιώντας ωστόσο ότι οι δασμοί θα πλήξουν επιχειρήσεις και καταναλωτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η «εμπορική μπαζούκα» και ο βρετανικός ρόλος

Η λεγόμενη «εμπορική μπαζούκα» της ΕΕ, επισήμως γνωστή ως Πράξη Κατά του Εξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument – ACI), αποτελεί νομικό εργαλείο που επιτρέπει στην Ένωση να απαντά σε περιπτώσεις οικονομικού εκβιασμού από τρίτες χώρες. Προβλέπει αυστηρά εμπορικά και επενδυτικά μέτρα σε βάρος κρατών που επιχειρούν να επηρεάσουν τις «νόμιμες και κυρίαρχες επιλογές» της ΕΕ ή των κρατών-μελών. Τα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν δασμούς, περιορισμούς εισαγωγών και εξαγωγών, εμπόδια στο εμπόριο υπηρεσιών, καθώς και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικές αγορές, φτάνοντας ακόμη και στον αποκλεισμό από μεγάλο μέρος της ενιαίας αγοράς.

Πρόκειται, ωστόσο, για την πιο ακραία επιλογή, με βασικό στόχο να λειτουργεί αποτρεπτικά και να οδηγεί τις αντιμαχόμενες πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η ενεργοποίησή της ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία και δεν αποτελεί άμεσο αντίμετρο. Με βάση το ισχύον πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να χρειαστεί έως τέσσερις μήνες για την εξέταση μιας υπόθεσης εξαναγκασμού, άλλους έξι για διαπραγματεύσεις και επιπλέον δέκα εβδομάδες για την έγκριση από τα κράτη-μέλη, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να περάσει σχεδόν ένας χρόνος μέχρι την πλήρη εφαρμογή.

Στο μεταξύ, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ έχει καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί να αποφύγει έναν εμπορικό πόλεμο με τον Τραμπ, αποκλείοντας άμεσους δασμούς ως αντίποινα. Αν και επέκρινε τη χρήση εμπορικών απειλών απέναντι σε συμμάχους, υπογράμμισε ότι «ένας πόλεμος δασμών δεν εξυπηρετεί κανέναν» και ότι προτεραιότητά του είναι να μην υπάρξει τέτοια κλιμάκωση.

Υπάρχουν, πάντως, εναλλακτικά εργαλεία, όπως η αύξηση του Φόρου Ψηφιακών Υπηρεσιών, που θα μπορούσε να πλήξει μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Προς το παρόν, όμως, πολλά παραμένουν ασαφή, συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητας ορισμένων δασμών του Τραμπ, ζήτημα για το οποίο αναμένεται απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.