Η δίκη για τα Τέμπη δεν είναι μια ακόμη δικαστική διαδικασία. Είναι η δοκιμασία ενός κράτους που καλείται να απαντήσει αν μπορεί να κοιτάξει κατάματα το έγκλημα, τις ευθύνες και τη συγκάλυψη που ακολούθησε. Στο εδώλιο βρίσκονται 36 κατηγορούμενοι, στελέχη και υπάλληλοι από τον ΟΣΕ, την ΕΡΓΟΣΕ, τη Hellenic Train, τη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων και υπηρεσιακούς μηχανισμούς που συνδέθηκαν με τη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου. Εκτός εδώλιου, όμως, παραμένει το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα: πώς οδηγήθηκε η χώρα σε μια τραγωδία που στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους και ποιοι επιχείρησαν στη συνέχεια να θολώσουν την αλήθεια.

Η διεξαγωγή της δίκης στη Λάρισα, στην αίθουσα του Γαιόπολις, έχει από μόνη της ισχυρό συμβολισμό. Εκεί δεν κρίνεται μόνο η ποινική ευθύνη συγκεκριμένων προσώπων. Κρίνεται η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης, η αντοχή των θεσμών και η δυνατότητα των οικογενειών των θυμάτων να ακούσουν, επιτέλους, απαντήσεις που δεν θα κρύβονται πίσω από τεχνικές διατυπώσεις, διοικητικές ασάφειες και πολιτικές υπεκφυγές.

Το έγκλημα των Τεμπών δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Δεν ήταν μια μοιραία στιγμή μέσα σε ένα κατά τα άλλα λειτουργικό σύστημα. Ήταν η κατάρρευση μιας αλυσίδας ευθυνών που είχε χτιστεί επί χρόνια πάνω στην εγκατάλειψη, στις καθυστερήσεις, στις ημιτελείς συμβάσεις, στην απουσία σύγχρονων συστημάτων ασφαλείας και στη συστηματική υποτίμηση του κινδύνου. Η μοιραία σύγκρουση αποκάλυψε με τον πιο βίαιο τρόπο ότι το ελληνικό κράτος δεν είχε απλώς αστοχήσει. Είχε αποτύχει σε μια θεμελιώδη υποχρέωση: να προστατεύσει ανθρώπινες ζωές.

Η δίκη και το κενό των πολιτικών ευθυνών

Το κατηγορητήριο στρέφεται σε υπηρεσιακά και διοικητικά πρόσωπα. Αυτό είναι αναγκαίο, αλλά δεν αρκεί. Η τραγωδία των Τεμπών δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν σταθμάρχη, σε μερικούς υπαλλήλους ή σε διοικητικά στελέχη που βρέθηκαν στην αλυσίδα της λειτουργικής αποτυχίας. Το πραγματικό βάθος της υπόθεσης βρίσκεται στο πολιτικό επίπεδο: στις αποφάσεις που δεν ελήφθησαν, στα έργα που δεν ολοκληρώθηκαν, στις προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν, στις ευθύνες που μεταφέρθηκαν από γραφείο σε γραφείο μέχρι να χαθεί κάθε λογοδοσία.

Η κυβέρνηση επιχείρησε από την πρώτη στιγμή να εμφανίσει την τραγωδία ως ένα «ανθρώπινο λάθος». Η γραμμή αυτή δεν ήταν απλώς ανεπαρκής. Ήταν πολιτικά βολική. Μετέφερε το βάρος από το σύστημα στο άτομο, από τη δομική αποτυχία στη στιγμιαία αστοχία, από την κρατική ευθύνη στην επιχειρησιακή αβλεψία. Η κοινωνία όμως δεν πείστηκε. Οι συγγενείς των θυμάτων δεν πείστηκαν. Και όσο προχωρούσαν οι αποκαλύψεις, τόσο φαινόταν ότι η υπόθεση δεν τελειώνει στο βράδυ της σύγκρουσης.

Το μπάζωμα του χώρου, η αλλοίωση κρίσιμων στοιχείων, οι καθυστερήσεις, οι αντιφάσεις και οι ανοιχτές εκκρεμότητες για το φορτίο και τις συνθήκες της έκρηξης τροφοδότησαν την αίσθηση ότι μετά το έγκλημα ακολούθησε μια δεύτερη προσβολή: η διαχείριση της αλήθειας ως επικοινωνιακού προβλήματος. Η εικόνα μιας Πολιτείας που έσπευσε να κλείσει το πεδίο αντί να το προστατεύσει, να εξηγήσει αντί να διερευνήσει, να καθησυχάσει αντί να αποκαλύψει, είναι η καρδιά της καταγγελίας περί συγκάλυψης.

Η δικαστική αίθουσα καλείται τώρα να αναμετρηθεί με αυτό το φορτίο. Να ξεχωρίσει τις ποινικές ευθύνες από τις πολιτικές, χωρίς να επιτρέψει στις δεύτερες να εξαφανιστούν πίσω από τις πρώτες. Διότι μια δίκη μπορεί να καταδικάσει πρόσωπα. Δεν μπορεί όμως, μόνη της, να ξεπλύνει ένα κράτος που άφησε το σιδηροδρομικό του δίκτυο να λειτουργεί χωρίς τις αναγκαίες δικλίδες ασφαλείας.

Το έγκλημα μετά το έγκλημα

Η υπόθεση των Τεμπών έχει ήδη περάσει στη συλλογική συνείδηση ως σημείο καμπής. Όχι μόνο επειδή χάθηκαν 57 ζωές. Αλλά επειδή η κοινωνία είδε, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, τον μηχανισμό άμυνας ενός συστήματος εξουσίας. Είδε την προσπάθεια περιορισμού της συζήτησης, την παραγωγή έτοιμων εξηγήσεων, την επίκληση της Δικαιοσύνης όταν βόλευε και την πολιτική σιωπή όταν τα ερωτήματα γίνονταν πιο βαριά.

Οι οικογένειες των θυμάτων δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν αυτό που το κράτος όφειλε να τους έχει προσφέρει από την πρώτη ημέρα: πλήρη αλήθεια, καθαρή λογοδοσία, καμία προστασία για κανέναν. Το γεγονός ότι χρειάστηκε να δώσουν οι ίδιες δημόσιο αγώνα, να επιμείνουν, να συγκρουστούν, να αμφισβητήσουν επίσημες εκδοχές και να πιέσουν για να παραμείνει η υπόθεση ανοιχτή αποτελεί από μόνο του θεσμική ήττα.

Η δίκη δεν πρέπει να μετατραπεί σε τεχνική διαδικασία αποσυμπίεσης. Δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για να ειπωθεί ότι «η Δικαιοσύνη κάνει τη δουλειά της» ενώ η πολιτική εξουσία αποφεύγει τη δική της. Το ποινικό σκέλος είναι αναγκαίο. Το πολιτικό σκέλος παραμένει ανοιχτό. Και όσο δεν απαντώνται τα ερωτήματα για τις κυβερνητικές ευθύνες, τις παραλείψεις, τις συμβάσεις, την ασφάλεια του δικτύου και τη διαχείριση του τόπου της τραγωδίας, η υπόθεση δεν κλείνει.

Τα Τέμπη δεν είναι μόνο τραγωδία. Είναι κατηγορητήριο για έναν τρόπο διακυβέρνησης που συνηθίζει να βαφτίζει την ανεπάρκεια «ατυχία», την εγκατάλειψη «παθογένεια» και τη συγκάλυψη «θεσμική διαδικασία». Είναι η στιγμή που η ρητορική του επιτελικού κράτους συγκρούστηκε με την πιο σκληρή πραγματικότητα: ένα κράτος που δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη σύγκρουση δύο τρένων στην ίδια γραμμή.

Η ελληνική κοινωνία δεν έχει ανάγκη από άλλη μία υπόθεση που θα θαφτεί κάτω από διαδικασίες, αναβολές, επιμέρους ευθύνες και πολιτικά τεχνάσματα. Έχει ανάγκη από μια δίκη που θα φτάσει μέχρι το τέλος και από μια πολιτεία που θα αναλάβει το σύνολο της ευθύνης της. Όχι με δηλώσεις συμπόνιας, όχι με τελετές μνήμης, όχι με επικοινωνιακές κορώνες. Με αλήθεια, τιμωρία, θεσμική αποκατάσταση και εγγυήσεις ότι καμία οικογένεια δεν θα ξαναστείλει το παιδί της σε ένα τρένο χωρίς να ξέρει αν θα φτάσει ζωντανό.

Η συγκάλυψη, όταν υπάρχει, δεν είναι δευτερεύον αδίκημα απέναντι στη μνήμη των νεκρών. Είναι συνέχιση του εγκλήματος με άλλα μέσα. Γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών δεν αφορά μόνο τους κατηγορούμενους. Αφορά το ίδιο το κράτος. Αφορά τη δημοκρατία. Αφορά το αν η Ελλάδα θα επιτρέψει ξανά σε ισχυρούς μηχανισμούς να μετατρέψουν την ανθρώπινη απώλεια σε φάκελο που κλείνει, σε ευθύνη που διαχέεται και σε αλήθεια που τεμαχίζεται μέχρι να μην ενοχλεί κανέναν.