Δεν θέλουν τον Καραμανλή σύμμαχο – τον θέλουν ουδέτερο απέναντι στον Σαμαρά
Το Μαξίμου ξαναβλέπει Καραμανλή: Όχι από αγάπη, από ανάγκη
Στην πολιτική, οι μεγάλες «συμφιλιώσεις» σπάνια γίνονται από συναίσθημα. Συνήθως γίνονται από φόβο. Και στην περίπτωση του Μεγάρου Μαξίμου, η συζήτηση για μια νέα επαναπροσέγγιση με τον Κώστα Καραμανλή δεν μοιάζει να γεννιέται από ξαφνική νοσταλγία για την παλιά Νέα Δημοκρατία. Μοιάζει περισσότερο με ψυχρό υπολογισμό: πώς θα περιοριστεί η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη ένα κόμμα ή μια πολιτική κίνηση με αναφορά στον Αντώνη Σαμαρά.
Το Μαξίμου γνωρίζει κάτι απλό: ο Σαμαράς μόνος του μπορεί να ενοχλήσει. Ο Σαμαράς όμως με ανοχή, σιωπηρή αποδοχή ή έστω μη αποδοκιμασία από τον καραμανλικό χώρο μπορεί να γίνει πραγματικός πονοκέφαλος. Όχι επειδή ο Κώστας Καραμανλής θα βγει αναγκαστικά στην πρώτη γραμμή. Αυτό δεν είναι το πολιτικό του στυλ. Αλλά επειδή στην κεντροδεξιά παράταξη η σιωπή Καραμανλή πολλές φορές ακούγεται πιο δυνατά από τις δηλώσεις άλλων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσης. Το Μέγαρο Μαξίμου δεν χρειάζεται απαραίτητα έναν Καραμανλή που θα υμνήσει τον Μητσοτάκη. Αυτό ίσως να είναι πολιτικά ανέφικτο. Εκείνο που χρειάζεται είναι ένας Καραμανλής ουδέτερος. Ένας Καραμανλής που δεν θα δώσει σήμα μετακίνησης. Που δεν θα εμφανιστεί δίπλα στον Σαμαρά σε κρίσιμη στιγμή. Που δεν θα επιτρέψει στους δυσαρεστημένους νεοδημοκράτες να πουν: «αφού και ο Καραμανλής δεν αντιδρά, μπορούμε να πάμε αλλού».
Αν «ουδετεροποιηθεί» ο πρώην πρωθυπουργός, όπως σκέφτονται στο κυβερνητικό στρατόπεδο, τότε το εγχείρημα Σαμαρά χάνει ένα σημαντικό κομμάτι συμβολικής δύναμης. Μπορεί να κρατήσει πολιτική οξύτητα, μπορεί να έχει δεξιό ακροατήριο, μπορεί να μαζέψει δυσαρέσκεια. Αλλά χωρίς την καραμανλική σκιά, δυσκολεύεται να εμφανιστεί ως ευρύτερη παραταξιακή επιστροφή. Περιορίζεται πιο εύκολα ως προσωπική πολιτική ρήξη.
Γι’ αυτό η επαναπροσέγγιση με τον Κώστα Καραμανλή είναι για το Μαξίμου ένα παιχνίδι διπλής όψης. Αν πετύχει, το κέρδος είναι καθαρό: μειώνεται η εσωκομματική αιμορραγία, καθησυχάζεται ένα κομμάτι της βάσης, απομονώνεται ο Σαμαράς και η ηγεσία της ΝΔ εμφανίζεται ως δύναμη ενότητας. Αν δεν πετύχει, πάλι το Μαξίμου θα επιχειρήσει να το παρουσιάσει ως κέρδος: θα πει, άμεσα ή έμμεσα, ότι έκανε το βήμα, ότι άπλωσε το χέρι, ότι έδειξε θεσμικό σεβασμό στον πρώην πρωθυπουργό. Και τότε η άρνηση ή η ψυχρότητα Καραμανλή θα επιχειρηθεί να χρεωθεί στον ίδιο.
Με άλλα λόγια, το Μαξίμου θέλει να στήσει ένα πολιτικό δίλημμα και για τον Καραμανλή: ή έρχεσαι κοντά και βοηθάς την παράταξη ή μένεις μακριά και αφήνεις χώρο στον Σαμαρά. Είναι έξυπνο; Ναι. Είναι ειλικρινές; Αυτό είναι άλλο θέμα.
Διότι η επαναπροσέγγιση δεν γίνεται σε κενό αέρος. Οι σχέσεις Μητσοτάκη – Καραμανλή δεν χάλασαν χθες. Πέρασαν μέσα από θεσμικές ενστάσεις, εθνικά ζητήματα, διαφορετικές αντιλήψεις για τη φυσιογνωμία της ΝΔ και μια βαθύτερη αίσθηση ότι η σημερινή ηγεσία μετακίνησε το κόμμα σε άλλη πολιτική γεωγραφία. Ο Καραμανλής, ακόμη κι όταν δεν σηκώνει τους τόνους, έχει τον τρόπο να δείχνει απόσταση. Και αυτή η απόσταση ενοχλεί το Μαξίμου ακριβώς επειδή δεν είναι κραυγαλέα. Δεν μπορεί εύκολα να πολεμηθεί.
Από την άλλη, ο Κώστας Καραμανλής έχει και ο ίδιος ένα όριο. Δεν είναι πολιτικός που θα ήθελε να εμφανιστεί ως παράγοντας διάσπασης της ΝΔ. Δεν θα ήταν εύκολο για τον ίδιο να δώσει την εικόνα ότι σπρώχνει ψηφοφόρους έξω από το κόμμα που υπηρέτησε ως πρόεδρος και πρωθυπουργός. Αυτό το γνωρίζει το Μαξίμου και πάνω σε αυτό πατάει. Δεν του ζητά απαραίτητα ενθουσιασμό. Του ζητά να μη γίνει καταλύτης αποσταθεροποίησης.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η βάση της ΝΔ δεν λειτουργεί μόνο με κομματική πειθαρχία. Λειτουργεί και με μνήμες, σύμβολα, προσωπικές αναφορές. Για ένα τμήμα της παράταξης, ο Καραμανλής παραμένει σημείο ισορροπίας. Για ένα άλλο, ο Σαμαράς εκφράζει την πιο σκληρή δεξιά αντιπολίτευση προς τον Μητσοτάκη. Αν αυτά τα δύο ρεύματα μείνουν χωριστά, το Μαξίμου μπορεί να τα διαχειριστεί. Αν όμως συναντηθούν έστω και συμβολικά, τότε το πρόβλημα γίνεται πολύ σοβαρότερο.
Άρα, η επαναπροσέγγιση με τον Καραμανλή δεν είναι κίνηση γενναιοδωρίας. Είναι προληπτική άμυνα. Είναι προσπάθεια να κοπεί ο δρόμος στον Σαμαρά πριν αποκτήσει μεγαλύτερη παραταξιακή νομιμοποίηση. Είναι μήνυμα προς τους καραμανλικούς: «μη βιαστείτε να φύγετε». Είναι μήνυμα προς τους σαμαρικούς: «δεν έχετε όλη την παλιά ΝΔ μαζί σας». Και είναι μήνυμα προς το ευρύτερο ακροατήριο: «η Νέα Δημοκρατία παραμένει ενιαία».
Μόνο που εδώ υπάρχει και ο μεγάλος κίνδυνος. Αν η κίνηση φανεί εργαλειακή, αν δηλαδή εμφανιστεί ως επικοινωνιακή παγίδα και όχι ως πραγματική διάθεση αποκατάστασης σχέσεων, μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Ο Καραμανλής δεν είναι εύκολος παίκτης. Δεν πιέζεται εύκολα δημόσια. Και όσο περισσότερο τον πιέζουν να διαλέξει ρόλο, τόσο πιθανότερο είναι να επιλέξει τη σιωπή. Μια σιωπή που το Μαξίμου θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει υπέρ του, αλλά η βάση μπορεί να την ερμηνεύσει αλλιώς.
Το συμπέρασμα είναι καθαρό: το Μαξίμου δεν αναζητά απλώς γέφυρα με τον Καραμανλή. Αναζητά ανάχωμα απέναντι στον Σαμαρά. Αν το πετύχει, περιορίζει τη δεξιά διαρροή και εμφανίζεται ως εγγυητής της ενότητας. Αν αποτύχει, θα επιχειρήσει να εκθέσει τον πρώην πρωθυπουργό στα μάτια των νεοδημοκρατών. Όμως σε αυτό το παιχνίδι υπάρχει μια λεπτομέρεια που δεν πρέπει να υποτιμηθεί: ο Καραμανλής μπορεί να μη μιλά συχνά, αλλά όταν σιωπά, πολλοί μέσα στη ΝΔ εξακολουθούν να ακούν.
Πιο Δημοφιλή
Λαγοκέφαλοι καταστρέφουν δίχτυα και αλιεία
Άρθρο Δ. Νατσιού: “Σπουδές φύλου” ή γκρέμισμα της οικογένειας;
Πιο Πρόσφατα
Πρόταση Lies για παραγωγή κινεζικών μοντέλων στη Γερμανία
Νεκρός από καταιγίδες στο Βέλγιο
Νέος Αυτοδιοικητικός Κώδικας: Αλλαγές στα ακίνητα