3 Αυγούστου 2026

ΔΕΘ με επιδόματα και παγίδες: Η κυβέρνηση δίνει ψίχουλα και τα παίρνει πίσω

Στη λογική των επιδομάτων και των οριζόντιων παροχών φαίνεται ότι θα κινηθούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες στη Θεσσαλονίκη, ενόψει της ΔΕΘ. Αντί να δοθεί βάρος σε κίνητρα για εργασία, επιχειρηματικότητα, καλύτερες αμοιβές και πραγματικές ευκαιρίες, η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να επαναλάβει το γνώριμο μοντέλο των μικρών μεταβιβάσεων.

Πίσω, όμως, από τις επιδοματικές ανακοινώσεις κρύβονται σοβαρές παγίδες, οι οποίες στην πράξη ακυρώνουν ακόμη και αυτές τις περιορισμένες ενισχύσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, το κράτος δίνει ένα βοήθημα με το ένα χέρι και το παίρνει πίσω με το άλλο, είτε μέσω φορολογίας είτε μέσω εισοδηματικών ορίων που έχουν μείνει παγωμένα για χρόνια.

Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα είναι η μη τιμαριθμοποίηση των εισοδηματικών ορίων για την καταβολή επιδομάτων. Τα όρια παραμένουν καθηλωμένα, ενώ οι μισθοί, οι τιμές και τα τεκμαρτά εισοδήματα έχουν μεταβληθεί. Έτσι, πολλές οικογένειες εμφανίζονται στα χαρτιά με υψηλότερα εισοδήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν πραγματικά μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.

Το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα αυξήθηκε πέρυσι, φτάνοντας τα 432 ευρώ για τετραμελή οικογένεια. Την ίδια ώρα, όμως, τα εισοδηματικά κριτήρια για τα επιδόματα παιδιών προς τους εργαζόμενους παραμένουν σε παλαιά επίπεδα. Το αποτέλεσμα είναι να αποκλείονται οικογένειες από ενισχύσεις που υποτίθεται ότι στηρίζουν το δημογραφικό, μόνο και μόνο επειδή υπήρξε μια μικρή ετήσια αναπροσαρμογή μισθού ή επειδή εφαρμόζεται τεκμαρτό εισόδημα στους ελεύθερους επαγγελματίες.

Τα παγωμένα όρια κόβουν επιδόματα

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του επιδόματος παιδιού. Για την καταβολή των 70 ευρώ τον μήνα ανά παιδί απαιτείται ετήσιο οικογενειακό εισόδημα κάτω από 6.000 ευρώ. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερα από 428 ευρώ τον μήνα για έναν μισθωτό. Όσοι ξεπερνούν τα 15.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα χάνουν το επίδομα τέκνων.

Με τέτοια όρια, το κράτος εμφανίζεται να στηρίζει την οικογένεια, ενώ στην πράξη αποκλείει μεγάλο μέρος των εργαζόμενων νοικοκυριών. Η μικρή αύξηση του βασικού μισθού, οι προβλέψεις των συλλογικών συμβάσεων ή τα τεκμήρια των ελευθέρων επαγγελματιών αρκούν για να πετάξουν εκτός επιδομάτων οικογένειες που εξακολουθούν να πιέζονται από την ακρίβεια.

Η ίδια στρέβλωση υπάρχει και στη φορολογία. Η φορολογική κλίμακα παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, χωρίς προσαρμογή στον πληθωρισμό. Έτσι, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, που συχνά λαμβάνουν αυξήσεις μικρότερες ή οριακά αντίστοιχες του πληθωρισμού, οδηγούνται σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια.

Η κυβέρνηση ανακοινώνει παροχές και την ίδια στιγμή ανακτά μέρος τους μέσω της άμεσης φορολογίας. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η έμμεση φορολογία, ο ΦΠΑ και η ακρίβεια, που διαβρώνουν καθημερινά το εισόδημα των πολιτών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: μικρή παροχή, μεγαλύτερη επιβάρυνση, νέος αποκλεισμός από ενισχύσεις.

Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα του κυβερνητικού μοντέλου. Οι εξαγγελίες στηρίζονται σε επικοινωνιακές μεταβιβάσεις, χωρίς να αλλάζει ο μηχανισμός που στραγγαλίζει την εργασία, την οικογένεια και τη δυνατότητα πραγματικής οικονομικής ανάσας.

Η οικογένεια πληρώνει τις κρατικές αντιφάσεις

Οι στρεβλώσεις δεν περιορίζονται στα επιδόματα παιδιού. Πολλοί συνταξιούχοι, όπως ασφαλισμένοι του πρώην ΟΓΑ της περιόδου 2019-2021, λαμβάνουν συνολικές παροχές περίπου 416 ευρώ, παρά τα 31 ή 33 χρόνια ασφάλισης και καταβολής εισφορών. Την ίδια στιγμή, ανασφάλιστοι ηλικιωμένοι λαμβάνουν 418 ευρώ, χωρίς να έχουν καταβάλει αντίστοιχες εισφορές.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η περίπτωση των φοιτητών που εργάζονται εποχικά. Νέοι που δουλεύουν σεζόν και συγκεντρώνουν περίπου 3.000 ευρώ τον χρόνο μπορεί να χάσουν το φοιτητικό ή στεγαστικό επίδομα. Πρόκειται για κραυγαλέο αντικίνητρο ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας, σε μια περίοδο που ο τουριστικός κλάδος αναζητά προσωπικό και οι ξενοδόχοι ζητούν μετακλήσεις εργατών από το εξωτερικό.

Αντί το κράτος να επιβραβεύει τον φοιτητή που εργάζεται, τον τιμωρεί. Αντί να στηρίζει τη σταδιακή είσοδο των νέων στην παραγωγή, τους στέλνει το μήνυμα ότι η εργασία μπορεί να τους στερήσει κρίσιμες παροχές. Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική. Είναι διοικητική στρέβλωση με βαριές συνέπειες.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα voucher για βρεφονηπιακούς σταθμούς μέσω ΕΣΠΑ. Λόγω της ονομαστικής ανόδου των εισοδημάτων, πολλές οικογένειες χάνουν το δικαίωμα πρόσβασης, παρότι η πραγματική τους οικονομική θέση έχει χειροτερέψει εξαιτίας του πληθωρισμού και του αυξημένου κόστους ζωής.

Ακόμη πιο παράλογη είναι η περίπτωση οικογενειών που χάνουν τη δυνατότητα δωρεάν φιλοξενίας βρέφους σε σταθμό επειδή έλαβαν επίδομα τοκετού. Το κράτος επιδοτεί τη μητέρα για τη γέννηση ενός παιδιού και στη συνέχεια, λόγω αυτής της ενίσχυσης, μπορεί να αποκλείσει το παιδί από τον βρεφονηπιακό σταθμό. Έτσι στερεί από τον γονέα τη δυνατότητα να εργαστεί και να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια.

Αυτές οι κρατικές αντιφάσεις πλήττουν κατευθείαν την οικογένεια, την ώρα που η Ελλάδα αντιμετωπίζει οξύ δημογραφικό πρόβλημα. Η κυβέρνηση μιλά για στήριξη της τεκνοποίησης, όμως διατηρεί κανόνες που λειτουργούν ως παγίδες για όσους εργάζονται, μεγαλώνουν παιδιά ή προσπαθούν να σταθούν οικονομικά όρθιοι.

Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία σειρά επιδοματικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ. Χρειάζεται σοβαρή αναμόρφωση των εισοδηματικών ορίων, τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, πραγματικά κίνητρα εργασίας και ουσιαστική στήριξη της οικογένειας. Χρειάζεται πολιτική που δεν θα τιμωρεί την προσπάθεια, την εργασία και την τεκνοποίηση.

Όσο η κυβέρνηση επιμένει σε παροχές χωρίς διόρθωση των στρεβλώσεων, οι ανακοινώσεις θα μένουν μισές. Θα δημιουργούν πρόσκαιρη εντύπωση και στη συνέχεια θα χάνονται μέσα σε φόρους, κριτήρια, τεκμήρια και αποκλεισμούς. Το δημογραφικό, όμως, δεν αντιμετωπίζεται με λογιστικά τεχνάσματα. Αντιμετωπίζεται με σταθερό εισόδημα, αξιοπρεπή εργασία, φθηνή στέγη, πρόσβαση σε δομές παιδιών και κράτος που στηρίζει πραγματικά την οικογένεια.