Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΦΗΜΙΑ

ΛΟΥΝΤΜΙΛΛΑ

ΜΕΛΙΝΑ

Η Ελλάδα των «σωτήρων»: Πάλι χωρισμένοι, πάλι χαμένοι

Γράφει: ο Νίκος Κυριακάκης

Πάλι τα ίδια. Πάλι χωρισμένοι οι Έλληνες. Πάλι στρατόπεδα, πάλι φωνές, πάλι ο ένας απέναντι στον άλλον και —το σημαντικότερο— πάλι κανείς δεν κοιτάζει το αυτονόητο: τι χώρα έχουμε και πού ακριβώς πηγαίνουμε.

Η εθνική μας κατάρα δεν είναι μόνο οι πολιτικοί μας. Είναι και αυτή η αθεράπευτη ανάγκη μας να αναζητούμε κάθε τόσο έναν καινούργιο «σωτήρα».

Δεν συζητάμε πολιτικές. Συζητάμε πρόσωπα.

Δεν εξετάζουμε τι πρέπει να αλλάξει. Μαλώνουμε για το ποιος θα φορέσει την κάπα του Μεσσία.

Ο ένας λέει: «Ο Σαμαράς είναι η λύση».

Ο άλλος απαντά: «Όχι, ο Κασιδιάρης».

Και από την απέναντι εξέδρα ακούγεται: «Τσίπρας! Αυτός τουλάχιστον προσπάθησε».

Και κάπου εκεί, ενώ οι πολίτες τσακώνονται για τον επόμενο σωτήρα, ο εκάστοτε κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού κάθεται αναπαυτικά και παρακολουθεί.

Γιατί τι καλύτερο υπάρχει για μια εξουσία από έναν λαό διαιρεμένο;

Ο Ηλίας Κασιδιάρης αποφυλακίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 και προανήγγειλε νέο πολιτικό φορέα. Το αν και με ποιον τρόπο θα μπορέσει ο ίδιος να συμμετάσχει εκλογικά αποτελεί χωριστό νομικό ζήτημα, για το οποίο η τελική κρίση συνδέεται με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Αυτό όμως δεν εμποδίζει ήδη τη δημιουργία ενός ακόμη στρατοπέδου.

Για κάποιους είναι ο άνθρωπος που «φυλακίστηκε άδικα». Για άλλους αποτελεί πολιτικό πρόσωπο απολύτως συνδεδεμένο με τη Χρυσή Αυγή και την καταδίκη για εγκληματική οργάνωση.

Και αντί να γίνει μια ψύχραιμη συζήτηση για το τι ακριβώς προτείνει σήμερα, τι εκπροσωπεί και ποιο είναι το πρόγραμμά του, αρχίζει ξανά το γνώριμο ελληνικό πρωτάθλημα: ή μαζί του ή εναντίον του.

Από την άλλη έχουμε τον Αντώνη Σαμαρά.

Τα σενάρια για νέο πολιτικό φορέα έχουν ενισχυθεί, ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει ότι έχει πάρει τις αποφάσεις του και θα τις ανακοινώσει «όταν και όπως πρέπει».

Και φυσικά γύρω του αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτοι πρόθυμοι.

Ο αγροτοσυνδικαλιστής Κώστας Ανεστίδης έχει δηλώσει δημόσια ότι θα πολιτευτεί εφόσον ο Σαμαράς κατεβάσει ψηφοδέλτιο.

Και κάπως έτσι η ελληνική πολιτική αποκτά σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες.

Άλλος περιμένει από τον Σαμαρά να σώσει τη Δεξιά, άλλος από τον Κασιδιάρη να σώσει την Ελλάδα και άλλος από τον Τσίπρα να επιστρέψει για να ολοκληρώσει εκείνο που —κατά τους υποστηρικτές του— δεν τον άφησαν να κάνει την πρώτη φορά.

Εδώ όμως αρχίζει η επιλεκτική αμνησία.

Ο Αλέξης Τσίπρας κυβέρνησε. Δεν είναι άγραφο χαρτί.

Το 2015 έγινε δημοψήφισμα, ακολούθησε το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής και την ίδια χρονιά πραγματοποιήθηκε νέα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Η ΕΚΤ είχε προσδιορίσει τότε κεφαλαιακές ανάγκες έως 14,4 δισ. ευρώ στο δυσμενές σενάριο, ενώ από το πρόγραμμα διατέθηκαν μέσω του ΤΧΣ 5,4 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση.

Το 2018 υπεγράφη επί κυβέρνησης Τσίπρα η Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2019 και καθιέρωσε τη συνταγματική ονομασία «Βόρεια Μακεδονία».

Κάποιος μπορεί να θεωρεί αυτές τις επιλογές σωστές. Κάποιος άλλος καταστροφικές.

Αυτό λέγεται πολιτική κρίση.

Αλλά το να συμπεριφερόμαστε κάθε λίγα χρόνια σαν να εμφανίστηκε ένας πολιτικός από το πουθενά, χωρίς παρελθόν, αποφάσεις και ευθύνες, λέγεται συλλογική αμνησία.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παγίδα.

Ο Έλληνας δυσκολεύεται να πληρώσει το σούπερ μάρκετ, αγωνιά για το ενοίκιο, βλέπει το δημογραφικό να επιδεινώνεται, το ΕΣΥ να πιέζεται, τη Δικαιοσύνη να καθυστερεί και την καθημερινότητά του να γίνεται όλο και δυσκολότερη.

Κι εμείς τι κάνουμε;

Τσακωνόμαστε για τον επόμενο σωτήρα.

Σαμαράς ή Κασιδιάρης;

Τσίπρας ή Μητσοτάκης;

Ο ένας είναι προδότης, ο άλλος πατριώτης, ο τρίτος διώκεται, ο τέταρτος αδικήθηκε, ο πέμπτος δεν πρόλαβε, ο έκτος είχε κακούς συνεργάτες.

Πάντα υπάρχει μια δικαιολογία.

Και σχεδόν ποτέ ένας απολογισμός.

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος θα μας σώσει;»

Ίσως είναι πολύ πιο άβολο:

Γιατί εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι πρέπει κάποιος να μας σώσει;

Γιατί όσο ένας λαός περιμένει τον Μεσσία του, αντί να απαιτεί θεσμούς, λογοδοσία, πρόγραμμα και αποτελέσματα, θα αλλάζουν τα ονόματα στις αφίσες αλλά όχι η ιστορία.

Και στο τέλος θα έχουμε πάλι έναν διαιρεμένο λαό, πέντε επίδοξους σωτήρες και τα ίδια προβλήματα πάνω στο τραπέζι.

Μόνο που τότε θα αναρωτιόμαστε —για ακόμη μία φορά— ποιος μας έφταιξε.