Διαπραγμάτευση χωρίς αναγνώριση – Η διπλωματική αντίφαση της Αθήνας με τη Λιβύη
Μόλις λίγα εικοσιτετράωρα μετά την επίσημη πρόσκληση της Αθήνας προς την κυβέρνηση της Τρίπολης για την έναρξη διμερών διαπραγματεύσεων περί ΑΟΖ, το ερώτημα που προκύπτει είναι αυτονόητο: πώς μπορεί μια κυβέρνηση να θεωρεί ταυτόχρονα έναν συνομιλητή ως θεσμικά αναρμόδιο για διεθνείς συμφωνίες και, την ίδια στιγμή, να του προτείνει να υπογράψουν από κοινού μια;
Η πρόσφατη κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης φέρνει στην επιφάνεια την εγγενή αντίφαση της διπλωματικής της στάσης έναντι της Λιβύης. Επί σειρά ετών, η Αθήνα αμφισβητούσε σθεναρά τη νομιμότητα της προσωρινής κυβέρνησης της Τρίπολης ως προς τη δυνατότητά της να υπογράφει διεθνείς συμφωνίες, ειδικά μετά την υπογραφή του τουρκο-λιβυκού μνημονίου περί ΑΟΖ το 2019, το οποίο η Ελλάδα χαρακτηρίζει ως άκυρο και ανυπόστατο. Ωστόσο, η ίδια η κίνηση να απευθυνθεί επισήμως πρόσκληση για διμερείς συνομιλίες συνιστά, de facto, αναγνώριση της δυνατότητας αυτής της κυβέρνησης να εκπροσωπεί τη χώρα της σε ζητήματα διεθνούς δικαίου.
Το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο από τη συγκυρία: μια αυξανόμενη μεταναστευτική κρίση με επίκεντρο τη Λιβύη, και κυρίως την Κρήτη ως τελικό προορισμό, προσθέτει ασφυκτική πίεση στην Αθήνα. Οι ροές που προέρχονται κυρίως από τις ακτές της Τρίπολης, μέσω του κόλπου της Σύρτης, έχουν αναζωπυρωθεί, με τις ελληνικές αρχές να εκτιμούν ότι η κυβέρνηση της Τρίπολης αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να τις αποτρέψει.
Ταυτόχρονα, η ανατολική κυβέρνηση της Λιβύης, υπό τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, αξιοποιεί το δικό της «χαρτί» στον γεωπολιτικό παζλ, διεκδικώντας ρόλο επίσημου εταίρου της Ε.Ε. στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Οι πρόσφατες εντάσεις με την αποστολή της Ε.Ε. στη Βεγγάζη, που αποχώρησε εσπευσμένα μετά από διπλωματικό επεισόδιο, ενίσχυσαν την εικόνα μιας διαλυμένης κρατικής υπόστασης στη Λιβύη, την οποία διαφορετικοί παράγοντες εκμεταλλεύονται όπως τους βολεύει.
Ανάγκη ενιαίας ευρωπαϊκής στάσης
Την ώρα που η Αθήνα «συνομιλεί» με την Τρίπολη, αλλά δεν αναγνωρίζει την τουρκο-λιβυκή ΑΟΖ, και την ίδια ώρα προσπαθεί να κρατήσει διπλωματικά ανοικτούς διαύλους και με τη Βεγγάζη, η Ε.Ε. εμφανίζεται ουσιαστικά απούσα. Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις για κοινοτική συνδρομή, η Ελλάδα αντιμετωπίζει για ακόμη μία φορά το πρόβλημα μόνη της, με σπασμωδικά και ως επί το πλείστον εσωτερικά μέτρα.
Κλειστά κέντρα, τρίμηνη αναστολή ασύλου, επιχειρήσεις αποτροπής και αυξημένη αστυνόμευση – όλα αυτά ίσως στείλουν σήματα στο εσωτερικό, αλλά όχι στους δουλεμπόρους της Βόρειας Αφρικής, που συνεχίζουν απερίσπαστοι τη δράση τους. Και, κυρίως, δεν λειτουργούν αποτρεπτικά όταν απέναντι δεν υπάρχει οργανωμένη πολιτική βούληση για συνεργασία, αλλά ένας διαλυμένος κρατικός μηχανισμός με δύο (ή και περισσότερες) κυβερνήσεις.
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν είναι μόνο διπλωματική, είναι και θεσμική: Ποιος εκπροσωπεί τη Λιβύη; Ποιος μπορεί να υπογράψει μία συμφωνία ΑΟΖ με ασφάλεια δικαίου και εγγυήσεις σε βάθος χρόνου; Και, τελικά, τι σημαίνει για τη θέση της Ελλάδας στο Διεθνές Δίκαιο η de facto αναγνώριση της κυβέρνησης Τρίπολης;
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να κινείται ανάμεσα στην πίεση της εσωτερικής πολιτικής σκηνής και στην ανάγκη για διεθνή νομιμότητα. Επιδιώκει να απομονώσει την Τουρκία μέσω της ακύρωσης της τουρκο-λιβυκής ΑΟΖ, ενώ την ίδια στιγμή επιδιώκει να υπογράψει μια αντίστοιχη συμφωνία με τους ίδιους συνομιλητές, χωρίς όμως να έχει λάβει προηγουμένως τις απαραίτητες διεθνείς πρωτοβουλίες – όπως η προσφυγή στον ΟΗΕ κατά του επίμαχου τουρκο-λιβυκού μνημονίου.
Η στρατηγική αυτή αφήνει ανοιχτά πολλά μέτωπα και δημιουργεί κενά αξιοπιστίας τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό. Και το σημαντικότερο: δεν δίνει λύση στη μείζονα απειλή, που είναι η ανεξέλεγκτη εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού από τις κυβερνήσεις της Λιβύης και τα δίκτυα των διακινητών.
Είναι πλέον σαφές ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να διαχειρίζεται μόνη της αυτή την κρίση. Ο χρόνος για δισταγμούς τελείωσε. Χρειάζονται άμεσες κινήσεις σε επίπεδο Ε.Ε. – ενεργοποίηση της FRONTEX, συλλογικές επιχειρήσεις αποτροπής, και αν χρειαστεί, στοχευμένη οικονομική στήριξη σε όποια λιβυκή πλευρά μπορεί αποδεδειγμένα να συμβάλει στη σταθερότητα και την ασφάλεια.
Το μεταναστευτικό δεν είναι πρόβλημα μόνο της Ελλάδας. Αν δεν υπάρξει κοινή γραμμή πλεύσης, τότε πολύ σύντομα η κρίση της Κρήτης θα γίνει κρίση της Ευρώπης.
Πιο Δημοφιλή
Μπλόκο Ελλάδας και ΗΠΑ στην απανθράκωση της ναυτιλίας
COVID: Ποτέ μην ξεχνάς, ποτέ μη συγχωρείς...
Αλήθειες και ψέματα για τους 200 της Καισαριανής
Πιο Πρόσφατα