LIVE Ακούστε Live Πρωινό Βήμα
21 Οκτωβρίου 2026

Δίκη Φιλιππίδη: Με δάκρυα η κατάθεση της καταγγέλλουσας – Όσα περιέγραψε

Με έντονη συναισθηματική φόρτιση κατέθεσε την Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026 η καταγγέλλουσα στη δίκη του Πέτρου Φιλιππίδη, περιγράφοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αρχικά αναπτύξει μαζί του και τα περιστατικά που υποστηρίζει ότι ακολούθησαν. Κατά τη μαρτυρία της ξέσπασε σε κλάματα, αναφερόμενη στις εμπειρίες της από τη δραματική σχολή και στη δυσκολία να επεξεργαστεί και να καταγράψει όσα είχε βιώσει.

Η γυναίκα τοποθέτησε τα γεγονότα στην περίοδο από το 2004 έως το 2010, εξηγώντας ότι η συχνότητα των περιστατικών δυσχέρανε την προσπάθειά της να τα οργανώσει χρονικά. Όπως ανέφερε, αισθανόταν οικειότητα με τον ηθοποιό και τον εμπιστευόταν, ενώ οι πρώτες επαφές τους στο θέατρο χαρακτηρίζονταν από καλή επικοινωνία.

Στην περιγραφή της για τα χρόνια της φοίτησής της, στάθηκε στην ιδιαίτερη προσοχή που, κατά την ίδια, της έδειχνε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων. Κατέθεσε ότι την καλούσε συχνά να συμμετάσχει και αφιέρωνε αρκετό χρόνο σε εκείνη, προκαλώντας της ανάμεικτα συναισθήματα.

Από τη μία πλευρά ένιωθε άγχος, καθώς δεν ήταν εξοικειωμένη με την έκθεση μπροστά σε άλλους. Ταυτόχρονα, εκλάμβανε τη στάση του ως ενθάρρυνση για τις υποκριτικές της δυνατότητες. Είχε αρχίσει, ωστόσο, να ανησυχεί ότι η προσοχή αυτή δημιουργούσε δυσάρεστο κλίμα απέναντι στους υπόλοιπους σπουδαστές.

Περιγράφοντας την τότε ψυχολογία της, εξήγησε ότι θεωρούσε πως είχε βρει έναν άνθρωπο που αναγνώριζε την αξία της και μπορούσε να τη στηρίξει. Χαρακτήρισε το πρώτο διάστημα στη σχολή ως μία από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής της, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην αίσθηση αποδοχής που ένιωθε.

Η κατάθεση για το γραφείο και η συνάντηση στο θέατρο «Ήβη»

Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε περιστατικό που, όπως υποστήριξε, συνέβη σε γραφείο στον πέμπτο όροφο κτιρίου, περίπου τρεις μήνες πριν από τα γεγονότα που περιέγραψε για το θέατρο «Ήβη». Κατέθεσε ότι ο Φιλιππίδης την περίμενε έξω από έναν χώρο που της έδωσε την εντύπωση ότι δεν χρησιμοποιούνταν συστηματικά.

Η ίδια ανέφερε ότι αισθανόταν φόβο όσο ανέβαινε, παρότι μέχρι τότε, όπως είπε, δεν είχε προηγηθεί κάτι που να μπορεί να προσδιορίσει ως αιτία του συναισθήματος αυτού. Απέδωσε την αντίδρασή της ενδεχομένως στη διαίσθησή της.

Για όσα υποστηρίζει ότι εκτυλίχθηκαν μέσα στο γραφείο, περιέγραψε σωματική επαφή και χάιδεμα των μαλλιών της. Κατά τη μαρτυρία της, εκείνος ενοχλήθηκε από την έλλειψη ανταπόκρισης που αντιλήφθηκε στη συμπεριφορά της και σηκώθηκε. Η γυναίκα δήλωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ.

Αμέσως μετά, όπως κατέθεσε, σηκώθηκε και ζήτησε να φύγει. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να ανακαλέσει τη διαδρομή προς το σπίτι της και ότι οι δυο τους αποχώρησαν χωριστά. Η ίδια περιέγραψε τη δική του στάση κατά την αποχώρηση ως συμπεριφορά ανθρώπου που συνέχιζε κανονικά την ημέρα του.

Η μάρτυρας εξήγησε ότι εκείνη την περίοδο δεν απευθύνθηκε στην Αστυνομία, καθώς δεν είχε αντιληφθεί όσα περιγράφει με τους όρους της κακοποίησης ή του βιασμού. Αντίθετα, υποστήριξε ότι κυριαρχούσαν οι ενοχές και η σκέψη μήπως η ίδια είχε ευθύνη.

Κατά την κατάθεσή της, προσπαθούσε να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του ως έκφραση συναισθημάτων που είχε ξεφύγει από τα όρια. Παρουσίασε αυτή την εξήγηση ως τρόπο να αντέξει ψυχολογικά την εμπειρία. Αναφέρθηκε επίσης στην ηλικιακή ανωριμότητά της και στην επαγγελματική θέση του ηθοποιού, ο οποίος ήταν εργοδότης της μητέρας της, πρωταγωνιστής και θιασάρχης.

Ακολούθως, η καταγγέλλουσα περιέγραψε επικοινωνία που είχε τον Σεπτέμβριο του 2008 με βοηθό σκηνοθέτη για πιθανή συμμετοχή της σε παράσταση στο θέατρο «Ήβη». Όπως εξήγησε, αντιμετώπισε την προοπτική αυτή ως ενδεχόμενη προσπάθεια του Φιλιππίδη να της ζητήσει συγγνώμη.

Για τη συνάντησή τους στο καμαρίνι, κατέθεσε ότι εκείνος τη ρώτησε αρχικά αν της είχε λείψει. Η ίδια υποστήριξε ότι αισθάνθηκε πως είχε παραπλανηθεί ξανά ως προς την ύπαρξη ρόλου. Περιέγραψε ότι την τράβηξε κοντά του και της χάιδευε τα μαλλιά, ενώ εκείνη ήταν ιδιαίτερα ταραγμένη.

Στη συνέχεια της αφήγησής της αναφέρθηκε στη Ζέτα Μακρυπούλια, την οποία, όπως είπε, συνάντησε στις τουαλέτες του θεάτρου. Κατά την καταγγέλλουσα, η ηθοποιός της μίλησε σαν να γνώριζε ότι θα συμμετείχε στην παράσταση εκείνης της χρονιάς.

Η αναφορά αυτή, εξήγησε, ενίσχυσε τη σύγχυσή της, επειδή της δημιούργησε την εντύπωση ότι είχε πράγματι προηγηθεί συζήτηση για επαγγελματική συνεργασία. Στάθηκε επίσης στην αδυναμία της Μακρυπούλια να θυμηθεί τη συνάντηση μετά την παρέλευση πολλών ετών.

Η αναφορά στο ΣΕΗ και η δημόσια τοποθέτηση του Σπύρου Μπιμπίλα

Ιδιαίτερο μέρος της κατάθεσης αφορούσε την απόφασή της να απευθυνθεί στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Η γυναίκα ανέφερε ότι συνέταξε ένα σύντομο κείμενο με γενική περιγραφή των εμπειριών της, χωρίς αναλυτική καταγραφή και χωρίς να έχει προηγουμένως ζητήσει νομική καθοδήγηση.

Εξήγησε ότι προσήλθε στη διαδικασία απροετοίμαστη, χωρίς να γνωρίζει τα βήματα που έπρεπε να ακολουθήσει. Απέδωσε την αρχική απόφασή της να μη συμβουλευτεί δικηγόρο στην πεποίθηση που είχε τότε ότι η νομική υποστήριξη συνδεόταν με την ανάγκη υπεράσπισης κάποιου που δεν έλεγε την αλήθεια.

Όπως υποστήριξε, η κατανόηση της νομικής διάστασης όσων περιέγραφε προέκυψε σταδιακά, μέσα από συγκεκριμένες ερωτήσεις του εισαγγελέα για τη φύση της σωματικής επαφής. Στο ίδιο πλαίσιο εξήγησε ότι το περιστατικό στο γραφείο του πέμπτου ορόφου απουσίαζε από την αρχική αναφορά της λόγω της ελλιπούς προετοιμασίας και της άγνοιάς της για τη διαδικασία.

Παράλληλα, ο Σπύρος Μπιμπίλας τοποθετήθηκε δημόσια μέσω κοινωνικών δικτύων για την ένταση που σημειώθηκε κατά τη δική του κατάθεση. Ο ηθοποιός και βουλευτής αναφέρθηκε στις προσβολές που, όπως υποστήριξε, δέχθηκε στη δικαστική αίθουσα και επανέλαβε την προσήλωσή του στην αλληλεγγύη και στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στην ανάρτησή του τόνισε ότι οι επιλογές του στην προσωπική, καλλιτεχνική και πολιτική ζωή καθοδηγούνται από την αλήθεια, τον αλληλοσεβασμό και τη συνείδησή του. Υποστήριξε ότι οι ύβρεις δεν μεταβάλλουν τη στάση του και ότι ενισχύουν την αποφασιστικότητά του να υπερασπίζεται το δικαίωμα των ανθρώπων να καταγγέλλουν όσα έχουν υποστεί.

Άσκησε επίσης κριτική σε όσους αποφεύγουν να πάρουν θέση, χρησιμοποιώντας την αναφορά στον Πόντιο Πιλάτο για να περιγράψει τη στάση αποστασιοποίησης. Δήλωσε ότι θα συνεχίσει να στηρίζει τους ανθρώπους που προχωρούν σε καταγγελίες.

Οι περιγραφές της καταγγέλλουσας αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της και αξιολογούνται από το δικαστήριο μαζί με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό.