Φυσικό αέριο: Άνοδος 80% σε τρεις μήνες και φόβοι για νέο κύμα ακρίβειας

Νέες πιέσεις στους λογαριασμούς ενέργειας και στις τιμές βασικών αγαθών απειλεί να προκαλέσει η άνοδος του φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Τα στοιχεία αγοράς που παρατίθενται καταγράφουν αύξηση περίπου 80% μέσα σε τρεις μήνες, σε μια περίοδο κατά την οποία νοικοκυριά και επιχειρήσεις προετοιμάζονται για τις αυξημένες ανάγκες του χειμώνα.

Η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς TTF εμφανίζεται να ξεπερνά τα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι περίπου 50 ευρώ πριν από ένα τρίμηνο. Στην ίδια καταγραφή, το επίπεδο αυτό παρουσιάζεται ως το υψηλότερο από τον Δεκέμβριο του 2022, επαναφέροντας την ανησυχία για τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης ενεργειακής επιβάρυνσης.

Η προοπτική ακριβότερης θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας προσθέτει αβεβαιότητα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Παράλληλα, δημιουργεί κίνδυνο διάχυσης των αυξήσεων στην παραγωγή, στο εμπόριο και στις υπηρεσίες, εφόσον οι επιχειρήσεις μεταφέρουν μέρος του πρόσθετου κόστους στις τελικές τιμές.

Οι εξελίξεις παραπέμπουν στις πιέσεις της ενεργειακής κρίσης του 2022, όταν η εκτίναξη του φυσικού αερίου επιβάρυνε την ευρωπαϊκή οικονομία. Η διάρκεια της σημερινής ανόδου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το μέγεθος των συνεπειών, καθώς η χειμερινή περίοδος συνοδεύεται από υψηλότερη ζήτηση για θέρμανση.

Από τη χονδρική ενέργεια στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών

Η επιβάρυνση αφορά ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα, καθώς το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται τόσο στην ηλεκτροπαραγωγή όσο και στη βιομηχανία. Επομένως, οι συνέπειες μπορούν να φτάσουν και σε καταναλωτές που δεν το χρησιμοποιούν άμεσα για τη θέρμανση της κατοικίας τους.

Ακριβότερο καύσιμο για τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής σημαίνει αυξημένο κόστος παραγωγής ρεύματος. Αντίστοιχη πίεση δέχονται επιχειρήσεις που βασίζονται στο φυσικό αέριο ή στην ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία του εξοπλισμού και την παραγωγή των προϊόντων τους.

Αρτοποιεία, βιομηχανίες τροφίμων και εμπορικές επιχειρήσεις βρίσκονται μεταξύ των δραστηριοτήτων που μπορούν να επηρεαστούν. Η μετακύλιση των λειτουργικών επιβαρύνσεων στους πελάτες δημιουργεί προϋποθέσεις για ανατιμήσεις πέρα από τους ενεργειακούς λογαριασμούς.

Στο πλαίσιο αυτό, παρατίθενται ευρήματα μελέτης οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ισπανίας, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024. Η μελέτη συνδέει αύξηση 10% στην τιμή του φυσικού αερίου με επιβάρυνση περίπου 0,1 ποσοστιαίας μονάδας στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης.

Η απλή αναγωγή αυτής της σχέσης σε άνοδο 80% δίνει αποτέλεσμα περίπου 0,8 ποσοστιαίων μονάδων. Πρόκειται, ωστόσο, για ενδεικτικό αριθμητικό υπολογισμό, ο οποίος δεν συνιστά επίσημη πρόβλεψη της ΕΚΤ για τις τρέχουσες εξελίξεις.

Το πραγματικό αποτέλεσμα εξαρτάται από περισσότερες παραμέτρους: πόσο θα διαρκέσουν οι αυξημένες τιμές, πώς θα κινηθεί συνολικά η ενεργειακή αγορά και σε ποιον βαθμό οι επιχειρήσεις θα απορροφήσουν ή θα μεταφέρουν τις επιβαρύνσεις. Η αναλογική εκτίμηση από μόνη της δεν αποτυπώνει αυτές τις διαφοροποιήσεις.

Πρόσθετη ανησυχία προκαλούν τα ευρήματα νεότερης ανάλυσης της ΕΚΤ, η οποία αναφέρεται ότι δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026. Αντικείμενό της είναι ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι οι μεταβολές στη χονδρική αγορά φυσικού αερίου να εμφανιστούν στις χρεώσεις των καταναλωτών.

Με βάση τα παρατιθέμενα συμπεράσματα, σε περισσότερες από τις μισές χώρες της Ευρωζώνης οι αυξήσεις μεταφέρονται στη λιανική μέσα σε έναν έως τρεις μήνες. Εφόσον η άνοδος διατηρηθεί, αυτό το χρονικό περιθώριο τοποθετεί τις πιθανές επιβαρύνσεις μέσα στη χειμερινή περίοδο.

Οι κίνδυνοι για τους λογαριασμούς και την αγορά στην Ελλάδα

Η ελληνική αγορά είναι εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου λόγω της συμμετοχής του στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η αύξηση του TTF μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις στη χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος, επηρεάζοντας το κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

Η επίπτωση στους τελικούς λογαριασμούς θα εξαρτηθεί από την τιμολογιακή πολιτική των παρόχων και τους όρους των συμβολαίων. Η άνοδος στη χονδρική δεν μεταφέρεται με ενιαίο τρόπο σε όλα τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ωστόσο αυξάνει την αβεβαιότητα για τις επόμενες χρεώσεις.

Παράλληλα, ενδεχόμενη επιβάρυνση της παραγωγής και της διακίνησης προϊόντων μπορεί να προσθέσει νέες αυξήσεις στις τιμές της αγοράς. Για τους καταναλωτές, αυτό σημαίνει πιθανή ταυτόχρονη πίεση από την ενέργεια και από τις καθημερινές αγορές, ενώ οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί παραμένουν περιορισμένοι.

Η πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες θα καθορίσει αν η αναταραχή θα έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα ή μεγαλύτερη διάρκεια. Η παραμονή του φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα ενισχύει τον κίνδυνο ενός δαπανηρού χειμώνα, με επιπτώσεις στη θέρμανση, στο ρεύμα και στο συνολικό κόστος ζωής.