2 Φεβρουαρίου 2026

Δίκη με φορτισμένες στιγμές για τη δολοφονία της Δώρας στο Αγρίνιο

Ιδιαίτερα βαρύ ήταν το κλίμα στο δικαστήριο όπου εκδικάζεται η υπόθεση της δολοφονίας της 43χρονης Δώρας από το Αγρίνιο. Η μητέρα του θύματος κατέρρευσε συναισθηματικά μόλις αντίκρισε τον κατηγορούμενο στην αίθουσα.

Όπως έγινε γνωστό, τον κοίταξε και του απηύθυνε μία και μοναδική ερώτηση: «Γιατί τη σκότωσες;».

Στην κατάθεσή της, η μητέρα του κατηγορούμενου επιχείρησε να τροποποιήσει όσα είχε αναφέρει αρχικά, επικαλούμενη ψυχολογικά προβλήματα του γιου της. Υποστήριξε επίσης ότι δεν υπήρξε καμία επικοινωνία μεταξύ τους μετά τη δολοφονία.

Ωστόσο, στην αρχική της κατάθεση είχε αναφέρει ότι ο γιος της την είχε καλέσει τηλεφωνικά μετά το έγκλημα και της είχε πει ότι σκότωσε τη Δώρα. Κατά τη διάρκεια της εξέτασής της, και έπειτα από επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου, παραδέχθηκε τελικά όσα είχε καταθέσει εξαρχής.

Στο δικαστήριο επισημάνθηκε ότι, παρά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί ψυχολογικών προβλημάτων του κατηγορουμένου, δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο που να τα τεκμηριώνει.

Ένταση σημειώθηκε και λίγο πριν από την έναρξη της διαδικασίας, όταν ο αδελφός της δολοφονημένης γυναίκας είδε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο.

Η Δώρα Ναστούλη, μητέρα τριών παιδιών, δολοφονήθηκε σε ηλικία 43 ετών από τον τότε 30χρονο πρώην σύντροφό της, σε κεντρικό σημείο του Αγρινίου. Το έγκλημα διαπράχθηκε μεσημβρινές ώρες, ενώ η γυναίκα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της, γεγονός που προκάλεσε έντονη αναστάτωση στην τοπική κοινωνία.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε ποτέ την απόφαση της Δώρας να τερματίσει τη σχέση τους και να συνεχίσει τη ζωή της. Την παρακολουθούσε, την απειλούσε και παραβίαζε τους περιοριστικούς όρους που του είχαν επιβληθεί έπειτα από καταγγελία της για ενδοοικογενειακή βία.

Η 43χρονη ήταν διαζευγμένη και μεγάλωνε μόνη της τα τρία παιδιά της. Μετά τον χωρισμό της από τον πρώην σύζυγό της είχε συνάψει σχέση με τον κατηγορούμενο, η οποία έληξε. Στη συνέχεια είχε προχωρήσει τη ζωή της και ετοιμαζόταν να αρραβωνιαστεί με νέο σύντροφο.

Την ημέρα της δολοφονίας, τον Νοέμβριο του 2024, ο κατηγορούμενος φέρεται να είχε στήσει καρτέρι, έχοντας στην κατοχή του όπλο. Λίγους μήνες νωρίτερα, οι Αρχές του είχαν αφαιρέσει δύο κυνηγετικά όπλα, έπειτα από μήνυση της Δώρας για ενδοοικογενειακή βία.

Παρά την αφαίρεση του οπλισμού, ταξίδεψε στην Αθήνα, προμηθεύτηκε νέο όπλο από παράνομη αγορά και επέστρεψε στο Αγρίνιο.

Όταν η γυναίκα έφτασε στο σημείο όπου εκτυλίχθηκε η δολοφονία και στάθμευσε το αυτοκίνητό της, την αιφνιδίασε, μπήκε από τη θέση του συνοδηγού και την πυροβόλησε.

Μετά το έγκλημα εγκατέλειψε το όχημά του και κινήθηκε στην ευρύτερη περιοχή, καταλήγοντας στη Μυρτιά, όπου εντοπίστηκε λίγες ημέρες αργότερα.

Νωρίτερα είχε επικοινωνήσει με την αδελφή του, λέγοντάς της «χτύπησα τη Δώρα». Η μητέρα και η αδελφή του υπέδειξαν στους αστυνομικούς την αποθήκη όπου είχε καταφύγει, εκφράζοντας φόβους για τη ζωή του. «Να παραδοθεί και να πληρώσει γι’ αυτό που έκανε», ανέφερε τότε η αδελφή του.

Αστυνομικές δυνάμεις της ΟΠΚΕ περικύκλωσαν τον χώρο. Ο κατηγορούμενος, όταν αντιλαμβανόταν την προσέγγιση των αστυνομικών, έστρεφε το όπλο στον κρόταφό του. Με τη συνδρομή διαπραγματευτή και την παρουσία της αδελφής του, η οποία τον πλησίασε και τον αγκάλιασε, άφησε τελικά το όπλο. Οι αστυνομικοί εισήλθαν στην αποθήκη και τον συνέλαβαν.

Η Δώρα Ναστούλη άφησε πίσω της τρία παιδιά, ηλικίας 14, 16 και 18 ετών.